Αριστοτέλης, Περί λέξεως. Ρητορική Γ’, Εκδόσεις Σμίλη

Ο Αριστοτέλης με την Ρητορική, τα Ποιητικά και τα Αναλυτικά μελετά την δια λόγου ανθρώπινη έκφραση χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αναφέρεται – ευκαιρίας δοθείσης – σε αυτήν την κύρια ανθρώπινη λειτουργία και σε πολλά από τα υπόλοιπα έργα του. Στην Ρητορική διδάσκει την τέχνη της πειθούς στηριζόμενη στο ήθος και το πάθος μακριά από τα τεχνάσματα των Σοφιστών, όπως η ηθελημένη ασάφεια και ο ψευδής εντυπωσιασμός, η παραπλάνηση. Στο βιβλίο αυτό οι δύο μεταφραστές και μελετητές – διότι περί ολοκληρωμένης και ενδελεχούς μελέτης πρόκειται – ασχολούνται με το τρίτο βιβλίο της Ρητορικής που πραγματεύεται το λεκτικό: το ύφος, δηλαδή την λέξη και την διάταξη του ρητορικού λόγου, παραθέτοντας και τις απόψεις άλλων μελετητών και κριτικών, ώστε να διαμορφώσουμε με δική μας απόφαση τι θα κρατήσουμε και που θα επιφυλαχθούμε ή θα διαφωνήσουμε. Ανεξάρτητα από αυτό αλλά και κυρίως γι’ αυτό οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Α. Κεσίσογλου και τον Γ. Παπατσίμπα και τον εκδοτικό οίκο Σμίλη.Περισσότερα

Γ. Βώκος, Κ. Γεμεντζίδης, Χ. Κολύρη, Β. Ρούσσου, Π. Σινοπούλου, Θ. Συμεωνίδης, Σάμιουελ Μπέκετ. Φιλοσοφικές και ψυχαναλυτικές προσλήψεις, Εκδόσεις Κέδρος

Ο Μπέκετ, δεν είναι ψυχολογικό φαινόμενο, είναι ο τυπικός άνθρωπος με υψηλή νοημοσύνη και πληθωρική συνείδηση που συναντά τον Σειληνό στο διάβα του, ο οποίος του ξεστομίζει την μεγάλη «αλήθεια»: Η ζωή δεν έχει κανένα νόημα και καλά θα κάνεις να πεθάνεις όσο πιο γρήγορα  μπορείς. Και καλείται να πάρει θέση. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Δεν μπορεί να τον καταλάβει παρά μόνο ο διαβάτης που έτυχε να ακούσει την στιχομυθία γιατί η τυχαιότητα τον έφερε στην ίδια θέση και του έδωσε την ίδια δομή. Η περίπτωση του σαν ανθρώπινη ύπαρξη και ψυχοσύνθεση δεν παρουσιάζει καμία πρωτοτυπία για την επιστήμη. Η στάση του όμως, η πορεία του, ο λόγος και η έκφραση του, η επικοινωνία του με τους «έναντι», δηλαδή εμάς, το κοινό, αδιαμφισβήτητα Ναι! Η αίσθηση του «Ξένου», η προσέγγιση της έννοιας του Μηδενός όταν τον τυλίγει το κενό (Heidegger) και η άρθρωση του nothing to be done, τον οδηγούν στον καναπέ του ψυχαναλυτή σε αναζήτηση ανακούφισης. Φυσικά η επιστήμη δεν έχει απάντηση στο υπαρξιακό ερώτημα, έχει όμως συμβουλευτικό ρόλο: να σου υποδείξει να βρεις το δικό σου νόημα. Να προσπαθήσει να σε βοηθήσει να γίνεις ένας «ευτυχισμένος Σίσυφος» αν θέλεις και αν μπορείς.

Ο Μπέκετ απέδειξε ότι και ήθελε πολύ, γιατί πίστευε στην ζωή και μπορούσε να βρει ένα μονοπάτι να ακολουθήσει. Δεν ήταν εύκολο, ας μην γελιόμαστε. Έπρεπε πρώτα να κάνει τον μεγάλο συμβιβασμό: «Η ασάφεια είναι η μόνη βεβαιότητα» και μετά να αρχίσει να χτίζει πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο: «Προσπάθησε να δεις το πράγμα στην απλότητά του, την αναμονή, το γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε γιατί, ή πού, ή πότε, ή προς τι». Τι σημαίνει σ’ αυτήν την πρόταση αναμονή; Μα τι άλλο από το να περιμένουμε τον Γκοντό. Δεν χρειάζεται λοιπόν να εντάξουμε ντε και καλά, γιατί έτσι μάθαμε και τις πιο πολλές φορές γιατί έτσι μας συμφέρει «σε διάφορες σχολές σκέψης, σε διάφορα κινήματα και -ισμούς». Είναι απλώς ένας από τους πολλούς  «ερριμμένους» που αποφάσισαν να βάλουν νόημα σ’ αυτό που δεν υπάρχει αφήνοντας το τίποτα στην ησυχία του και τον μηδενισμό σ’ αυτούς που πετάνε κάτω την ασπίδα. «Τι έχω να κάνω – τι θα κάνω στην κατάσταση που είμαι; Πώς να προχωρήσω; Με απορία απλή και γνήσια;».

Ευτυχώς για εμάς και γι’ αυτήν διάλεξε την τέχνη. Ξεκίνησε με την ποίηση, συνέχισε με την πεζογραφία αλλά αρνούμενος την επάρκεια της γλώσσας σαν μέσο έκφρασης και της έκφρασης ως γλώσσας, επέλεξε το θέατρο, διότι μόνο με τις παύσεις θα μπορούσε να εκφράσει την αναμονή, μόνο με την σιωπή θα μπορούσε να δώσει στον λόγο τον χρόνο να βρει την ροή και να δέσει τις λέξεις και μόνο με την ακινησία θα μπορούσε να μεταφέρει την απορία στο κοινό. Ο Claude Debussy είπε κάποτε ότι το πιο σημαντικό κομμάτι μιας μουσικής σύνθεσης είναι τα κενά ανάμεσα στις νότες, ρήση που εσφαλμένα αποδόθηκε στον Mozart και η οποία σηκώνει πολύ συζήτηση αλλά δεν είναι του παρόντος. Διεκδίκησε και πέτυχε να διατυπώσει αριστουργηματικά το παράλογο και να το  μεταφέρει σαν βίωμα του στο επαρκές θεάμον κοινό. «Η αλήθεια, όπως και το κενό, δεν μπορούν να κατακτηθούν, αλλά μπορούμε να προσπαθήσουμε να τα περιγράψουμε, κατά βάση με μια δράση χωρίς λέξεις».

Έμεινε λοιπόν ανάμεσα μας, δεν απομονώθηκε, έδωσε την ευκαιρία στην ύπαρξη του να συμπληρώσει ένα από τα στοιχεία της ταυτότητας της στο πάρειμι, στο εδωνά. Είναι κάτι σαν τον Ροβινσώνα Κρούσο, που κατάλαβε ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί ούτε  τον ίδιο του τον εαυτό εν τη απουσία των «άλλων», πόσο μάλλον την πραγματικότητα και επέδειξε την Αριστοτελική μεγαλοψυχία να απαιτήσει και να πετύχει την αναγνώριση του και της δυνατότητας του ανθρώπου να συμβιώσει με την αβεβαιότητα αναγνωρίζοντας αυτό που μας διδάσκει η κβαντομηχανική ότι τίποτε σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι, απλά συμβαίνει να είναι. Ο ίδιος λοιπόν ο Μπέκετ μας έδωσε με την πορεία του και τις γραφές του τόσα στοιχεία ώστε να τον βλέπουμε σαν ένα δικό μας άνθρωπο που τον απασχολούν τα ίδια ερωτήματα, να έχει τους ίδιους προβληματισμούς και τα ίδια αδιέξοδα με εμάς που μπορεί όμως να τα εκφράσει με τρόπο αριστοτεχνικό που εμείς δεν μπορούμε. Μπορεί στους ήρωες του να μην αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, πράγμα που δεν φαίνεται να επιδιώκει ο Μπέκετ, όπως και ο Κάφκα, αναγνωρίζουμε όμως τον δημιουργό τους. Αναγνωρίζουμε επίσης τον Μερσώ: Να τον πλακώσουμε, να τον σκοτώσουμε ή όχι; Αδιάφορο! Αφού ολόκληρο το Σύμπαν αδιαφορεί γι’ αυτόν γιατί πρέπει να ενδιαφερθούμε εμείς;

Πώς θα αντιμετώπιζε η ψυχανάλυση έναν τέτοιον τυπικό επισκέπτη της όταν την αγωνία, τα ερωτήματα δεν τα διατυπώνει ο ίδιος αλλά το Είναι του; Όταν αυτό που τον κατακλύζει βρίσκεται έξω από τον χωροχρόνο και πέραν από το καλό και το κακό; Όταν ο συγκεκριμένος ψυχαναλυτής καλύπτεται πλήρως από το Απολλώνειο στοιχείο των ανέσεων του πολιτισμού, για να θυμηθούμε και τον υπαρξιστή Νίτσε, και δεν έχει συναντήσει ποτέ τον Διόνυσο; Φυσικά και δεν έχουμε απάντηση, απορία εκφράζουμε. Πάντως διαισθανόμαστε ότι τα Φροϋδικά στερεότυπα δεν έχουν να προσφέρουν κάτι. Ας φύγουμε λοιπόν γρήγορα από τον καναπέ για ν’ αφήσουμε τους ειδικούς να κάνουν την δουλειά τους όπως νομίζουν αυτοί και να πάμε στο θέατρο. Εκεί θα βρούμε τον Γκοντό, που δεν είναι εκεί αλλά αναμένεται εις μάτην. Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο εν δυνάμει επισκέπτης; Σε καμία περίπτωση δεν είναι ο Άλλος, διότι ο Heidegger έβαλε την ύπαρξη ή αν θέλετε την εκδήλωση της, στον χωροχρόνο, ανάμεσα στους Άλλους για την φωτίσει και απέτυχε. Αυτή παρέμεινε στον ζόφο της αβύσσου. Σε καμία περίπτωση επίσης δεν είναι το νόημα που λείπει από την ζωή μας διότι αυτό δεν είναι κάτι που περιμένουμε να πέσει από τον ουρανό αλλά πρέπει να το αναζητήσουμε και να το βρούμε μόνοι μας. Είναι αυτός που θα συμπληρώσει τα στοιχεία στην ταυτότητα της ύπαρξης μας, αυτός που θα δώσει «υπόσταση» στο Είναι μας, θα μας το αποκαλύψει. Ο Γκοντό είναι η ύπαρξη που έρχεται στο φως, γι’ αυτό και δεν έρθει ποτέ περιμένοντας αυτούς που θα βουτήξουν με περισσή τόλμη στο σκοτάδι και θα χαθούν: Κίρκεγκωρ, Πασκάλ, Καμύ, Νίτσε και άλλοι.

Το βιβλίο που συζητάμε μας δίνει πολλές πληροφορίες για να πιθανολογήσουμε μια ενδεχόμενη πορεία του Μπέκετ, την οποία περιγράψαμε σαν βάση συζήτησης και τίποτε περισσότερο. Διαβάζοντας το ο καθένας θα δώσει την δική του ερμηνεία. Το βιβλίο απευθύνεται τόσο στους «έτοιμους από καιρό» όσο – και αυτό είναι το σημαντικότερο – σε αυτούς που διάβασαν Μπέκετ ή είδαν το Περιμένοντας τον Γκοντό και προσπάθησαν να καταλάβουν τι θέλει να μας πει ο συγγραφέας. Ο Μπέκετ εγκαινιάζει ή ακολουθεί – δεν γνωρίζουμε – έναν ακραία ελεύθερο τρόπο έκφρασης, που ονομάστηκε βιαστικά θέατρο του παραλόγου. Ελπίζουμε οι καθιερώσαντες τον ορισμό κριτικοί και άλλοι αυτόκλητοι παράλογοι ειδήμονες να εννοούν τον θεατρικό λόγο που προσπαθεί να εκφράσει το παράλογο. Αν και ο ίδιος ο Μπέκετ διετέλεσε κριτικός, διαβάζουμε ότι δεν έκρυβε την απέχθεια του γι’ αυτούς. Αυτή η ελευθερία έκφρασης κινείται, όπως είναι αναμενόμενο έξω από τις γνωστές φόρμες και τους κανόνες. Γκρεμίζει τα τείχη της βολικής σταθερότητας του είναι και βγαίνει στην αβεβαιότητα του μπορεί να είναι ή συμβαίνει να είναι. Οι «έτοιμοι από καιρό» λοιπόν είναι εξοικειωμένοι με την αβεβαιότητα και το συμβαίνει, το γίγνεσθαι, την πιθανότητα και οι υπόλοιποι είναι αυτοί που πρέπει να συνηθίσουν να ζουν σε ένα Σύμπαν αδιάφορο όπου «έτυχε» να γεννηθούν, όπως υποστηρίζει η φυσική των μικροσωματιδίων απαντώντας στο πρωταρχικό θεμελιώδες οντολογικό ερώτημα του Leibnitz «Γιατί τα όντα και όχι το τίποτε;» Η απάντηση που δίνει η Φυσική σήμερα τουλάχιστον: Γιατί έτσι έτυχε. Άρα Ο Γκοντό δεν θα έρθει ποτέ, γιατί δεν υπάρχει τίποτε που θα έρθει. Εμείς όμως θα τον περιμένουμε μαζί με τον Μπέκετ, η αναμονή προσθέτει στο νόημα.

Στίβεν Φράι, Οδύσσεια, Εκδόσεις Πατάκη

Ο Στίβεν Φράι, ο σπουδαίος αυτός κωμικός, παρουσιαστής, ηθοποιός, σκηνοθέτης, μα και συγγραφέας, που έχει στο συγγραφικό του “οπλοστάσιο” πολλά βιβλία σχετικά με την Αρχαία Ελλάδα, πολλά από τα οποία έχουν ήδη μεταφραστεί στα ελληνικά (πλην της Τροίας που μεταφράζεται ήδη). Ο Όμηρος και η Οδύσσεια δεν θα μπορούσαν να λείπουν από το πεδίο ενδιαφέροντός του καθώς πρόκειται για ένα από τα δύο έπη, από τα πρώτα κείμενα μυθοπλασίας του κόσμου. Η επιστροφή από την Τροία, οι περιπέτειες του Οδυσσέα, του αγαπημένου της θεάς Αθηνάς, δεν θα μπορούσαν να μην απασχολήσουν τον Φράι, ο οποίος έχει τον τρόπο να μας μεταφέρει τον κόσμο της αρχαιότητας εύληπτα και τόσο ευφυώς μέσα από έναν λόγο σαγηνευτικό και τόσο άμεσο. Για μια ακόμα φορά, ύστερα από τον Μύθο και τους Ήρωες, παρουσιάζει στο βιβλίο αυτό ένα ευρύ φάσμα της ιστορίας των ηρώων που όλοι θαυμάζουμε, που σαγηνεύουν τόσο μικρούς όσο και μεγάλους αιώνες τώρα. Περισσότερα

M. D. USHER, Διογένης και Κυνικοί. Πώς να λες όχι, Εκδόσεις Διόπτρα

Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσουμε όλοι γιατί μας οδηγεί εύστοχα και απλά και  σε μια μεγάλη συζήτηση κυρίως με τον εαυτό μας αλλά και με τους «έναντι», τους γύρω μας. Μας προκαλεί έκπληξη – στους περισσότερους – πώς αυτά τα απλά πράγματα που μας έχουν πεί χιλιάδες χρόνια πριν κάποιοι μεγάλοι διανοητές εμείς είτε τα αγνοούσαμε είτε δεν τους δώσαμε την σημασία που έπρεπε, συνεχίζοντας να ψάχνουμε να δώσουμε νόημα την ζωή μας. Το νόημα που αυτή δεν έχει από μόνη της. Κανένα νόημα μας λέει ο Σειληνός. Ο υπότιτλος Πώς να λές όχι εννοεί βέβαια στην ουσία τι πρέπει να κάνεις, πως πρέπει να οργανώσεις την ζωή σου, σε ποιες αρχές πρέπει να την θεμελιώσεις για να μπορείς να λες όχι όποτε αυτό στο οποίο καλείσαι να απαντήσεις ή να πάρεις θέση είναι αντίθετο στις αρχές και τις αξίες σου και όχι βέβαια να αρνείσαι εμμονικά τα πάντα σαν παράλογος αρνητής της ζωής. Μία και μόνο είναι η μέθοδος: να είσαι ελεύθερος και για να είσαι ελεύθερος πρέπει να είσαι αυτάρκης, διότι ο μοναδικός περιορισμός της ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης είναι η ανάγκη κάλυψης των βιοποριστικών του αναγκών δηλαδή της αυτοσυντήρησης. Επειδή τα απαραίτητα – τα περισσότερα από αυτά αν εξαιρέσουμε λ.χ. τον αέρα που αναπνέουμε – για την κάλυψη των αναγκών του ανθρώπου είναι είδη εν ανεπαρκεία και δεν εξασφαλίζονται χωρίς κόπο και εργασία, πρέπει να τα ορίσουμε σαν απολύτως απαραίτητα για να είμαστε αυτάρκεις και εμείς και αυτοί τους οποίους έχουμε καθήκον να φροντίζουμε.Περισσότερα

Θανάσης Λάλας & Σταμάτης Κωνσταντινίδης, Πίνοντας καφέ με τον Αριστοφάνη, Εκδόσεις Αρμός

Παραμένει ο μέγας δάσκαλος της κωμωδίας, εκείνον που ακολούθησαν σπουδαίοι επίγονοί του και από τον οποίο εμπνεύστηκαν τα έργα τους προσωπικότητες όπως ο Μολιέρος, ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Πιραντέλο, ο Τσέχοφ, ο Μπωμαρσαί, ο Σαίξπηρ και τόσοι άλλοι. Ήταν ο πρώτος, τουλάχιστον για τον δυτικό κόσμο, ο οποίος όντας σε μια εποχή με έντονη κοινωνική και πολιτική ζωή κατάφερε να εγχύσει στα έργα του εκείνη την σπιρτάδα, την ζωντάνια και την καυστικότητα ώστε να διασκεδάσει από τη μία τους Αθηναίους ενώ παράλληλα να καυτηριάσει ανοιχτά τα πεπραγμένα των εχόντων την εξουσία και τη δύναμη. Σε κάθε εποχή ο πολιτικός λόγος έχει και τον αντίλογο, έχει εκείνον που με αιχμηρό λόγο μπορεί και ασκεί κριτική με γνώμονα το συμφέρον της πόλης και του κράτους. Ο Αριστοφάνης και οι μετέπειτα επίγονοί του έμειναν στην ιστορία γιατί ο λόγος τους ήταν καίριος και αναγκαίος, γιατί λειτουργούσε πέρα και πάνω από σκοπιμότητες, γιατί ήταν αυθεντικός και επικριτικός χωρίς να είναι προσβλητικός. Ο Θανάσης Λάλας και ο Σταμάτης Κωνσταντινίδης για μια ακόμα φορά αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη και τον καθιστούν θεατή σε μια φανταστική συνομιλία, από την οποία όμως προκύπτουν τόσα πολλά ενδιαφέροντα ζητήματα, ζητήματα επίκαιρα και ζωντανά στο τώρα. Περισσότερα

Κυριάκος Δημητρίου, Η κρυφή ζωή των φιλοσόφων, Εκδόσεις Επίκεντρο

Όταν μελετούμε το έργο ενός δημιουργού στον χώρο της τέχνης, της φιλοσοφίας ή της επιστήμης πόσο μεγάλη σημασία έχει να γνωρίσουμε τον ίδιο τον δημιουργό, δηλαδή την βιογραφία του, την κληρονομιά του, τις θρησκευτικές ή άλλες δεσμεύσεις του, την στάση του απέναντι στους «έναντι», το άλλο φύλο, τον χαρακτήρα του ή τα ψυχικά του χαρακτηριστικά; Αυτό το ερώτημα – όπως ο ίδιος προσπαθεί να μας εξηγήσει και όπως εμείς υποθέτουμε διαβάζοντας την εισαγωγή – απασχόλησε τον συγγραφέα μας πρίν ξεκινήσει να γράφει τούτο το βιβλίο. Το ερώτημα προβάλλεται εντονότερα όταν καλούμεθα να δώσουμε την δική μας ερμηνεία σε ένα πνευματικό έργο, μια εκφρασμένη ιδέα, έννοια ή άποψη που προσπαθεί να εκφράσει ο ποιητής, ο ζωγράφος και μας αφήνει να ασκήσουμε την ελευθερία μας είτε συναντώντας τον είτε μένοντας κεχηνότες και ανεπηρέαστοι. Για τον επιστήμονα τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά: μας ενδιαφέρει περισσότερο η σχέση του με την φιλοσοφία και η ερμηνευτική του προσέγγιση στην ιδέα και την ουσία του θεού. Περισσότερα

Μήτσος Παπανικολάου, Τα πεζογραφήματα (1913-1943), Εκδόσεις Σμίλη

Είναι από τις πιο λησμονημένες και όμως μία από τις πιο σπουδαίες και πιο πρωτοπόρες μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας και δη αυτής του μεσοπολέμου. Δεν είναι απλά ένας εμβληματικός αφηγητής της εποχής του, είναι και ένας πολύ σπουδαίος και κορυφαίος μεταφραστής, το αποδεικνύουν άλλωστε τα εξαιρετικά μεταφραστικά του επιτεύγματα. Δεν είναι απλό να μεταφράσεις Τσβάιχ, Πόε, Ζολά, Ντελέντα, Μωπασάν και Ιστράτι με τέτοια αρτιότητα και πιστότητα αν δεν είσαι προικισμένος με αυτή την ξεχωριστή λογοτεχνική φλέβα όπως ο Μήτσος Παπανικολάου. Αυτή η περίοδος του μεσοπολέμου έχει αναδείξει σπουδαίους συγγραφείς και εκπληκτικά κείμενα, όπως εκείνα του Δημοσθένη Βουτυρά, του Βάσου Δασκαλάκη, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, του Ρώμου Φιλύρα και τόσων άλλων που σήμερα δεν έχουν βρει την θέση που τους αξίζει. Και όμως χάρη στις εκδόσεις Σμίλη έχουμε την τύχη να έχουμε τόσο τα ποιήματα όσο και τα πεζογραφήματα του Μήτσου Παπανικολάου συγκεντρωμένα και μάλιστα σε δύο διαφορετικές εκδόσεις που αποτελούν αδιαμφισβήτητα διαμάντια για τα ελληνικά γράμματα ώστε να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι. Περισσότερα

Άννα Εμμανουήλ, Σμιλεύοντας το όνειρο, Εκδόσεις Ιωλκός

Δεν είναι συχνό φαινόμενο να αφιερώνονται βιβλία σε προσωπικότητες της τέχνης και του πολιτισμού, οπότε όταν αυτό συμβαίνει είναι μια πολύ ευτυχής συγκυρία και ένα γεγονός που χαροποιεί, η τέχνη είναι θεραπευτική, είναι αυτό που έλεγε ο Ματίς πως θέλω τα έργα μου να είναι αναπαυτικά σαν πολυθρόνες. Η Άννα Εμμανουήλ, της αξίζουν συγχαρητήρια για τον τρόπο με τον οποίο μπόρεσε σε λίγες σελίδες να αποτυπώσει το πνεύμα του Γιαννούλη Χαλεπά, αυτού του Αγίου της τέχνης, ενός ανθρώπου που πάσχισε όλη του τη ζωή και αγωνίστηκε να τιθασεύσει το λατρεμένο του μάρμαρο, να το σμιλέψει και τελικά να ονειρευτεί αυτά που είχε στο μυαλό του. Δεν ήταν ένας εύκολος δρόμος, διότι έχει αποδείξει η καλλιτεχνική ιστορία πως ο δρόμος των δημιουργών είναι ένας δρόμος ανηφορικός, κακοτράχαλος, δύσβατος, γεμάτος αίμα και ιδρώτα, πόνο και λίγες χαρές. Και όμως ο Χαλεπάς δεν λύγισε, δεν δίστασε, δεν κόμπιασε, δεν σταμάτησε να ονειρεύεται και τελικά αναμετρήθηκε και βγήκε νικητής, όχι για να το παινευτεί, όπως ποτέ δεν έκανε, μα για να νιώσει την πλήρωση, δηλαδή αυτό που οι Αρχαίοι Έλληνες εννοούσαν με την πληρωμή, την ψυχική ικανοποίηση. Έκανε το δικό του ταξίδι, έφτασε στη δική του Ιθάκη ως άλλος Οδυσσέας και αγάπησε την τέχνη του, όπως λίγοι.Περισσότερα

Louise Glück, Μάριγκολντ και Ρόουζ, Εκδόσεις Στερέωμα

Δύο κορίτσια, δύο σώματα, μα όμως μία ψυχή, ένα σύμπαν χωρισμένος στα δύο που μιλά όμως την ίδια γλώσσα, μια γλώσσα κοινή που καταλαβαίνουν και οι δύο. Είναι η ίδια μήτρα που τις γέννησε και όμως είναι σαν να νιώθει η μία τα χτυπήματα που δέχεται η άλλη. Η Γκλικ με ποιητικότητα – το Νόμπελ Λογοτεχνίας το έλαβε για το σύνολο του έργου της, το οποίο είναι κυρίως ποιητικό – αλλά και εμφανή λυρικότητα μας ταξιδεύει στον κόσμο δύο ιδιαίτερων κοριτσιών που μοιράζονται το ίδιο ταξίδι στη ζωή με κοινή συνισταμένη τη μητέρα τους και τον πατέρα τους, τους συνδετικούς κρίκους της ζωής τους. Η Μάριγκολντ και η Ρόουζ στα χέρια της Γκλικ παρουσιάζονται σαν να είναι δικές μας αδελφές, αίμα δικό μας, κάτι πολύ οικείο που γνωρίζουμε καθώς τις συναντάμε σε κάθε ξεχωριστή στιγμή τους. Είναι σαν τα πρόσωπα του Προυστ και του Μοντιανό (Νόμπελ Λογοτεχνίας 2014), ο οποίος επίσης πραγματεύεται και παίζει με το θέμα του χρόνου και της μνήμης στα δικά του βιβλία. Η διαφορά είναι πως η Γκλικ εμπεριέχει περισσότερο κομμάτι ψυχολογίας, περισσότερη συναισθηματική ανάλυση στα έργα της και στις αφηγήσεις της, στον τρόπο με τον οποίο αποφασίζει να μιλήσει για τις δύο γυναίκες.Περισσότερα

Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου, Ευριπίδης, Εκδόσεις Πεδίο

Προσπαθήσαμε να γνωρίσουμε τον Ευριπίδη μέσα από κάποια έργα του. Είχαμε τρείς ευκαιρίες να συζητήσουμε για τον μεγάλο αυτόν τραγωδό στα σημειώματα μας για τα βιβλία: Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου, Η Γέννηση της Τραγωδίας και Ηρακλείδες. Και στις τρείς αυτές περιπτώσεις τον κρίναμε από την θέση του Νίτσε, σαν τον ποιητή που άλλαξε επι τα χείρω την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία και την οδήγησε στον θάνατο, δηλαδή από καθαρά φιλοσοφική σκοπιά. Ο αναζητητής της ύπαρξης κατηγορεί τον Ευριπίδη ότι απομάκρυνε και τελικά αποξένωσε την μοναδική αρχαία Ελληνική τραγωδία από τον βασικό της ρόλο: να απευθύνεται σε ένα θαυμαστό κοινό, που ήταν πλησιέστερα από ποτέ στο Είναι του, για να το διασκεδάζει διαπαιδαγωγώντας το. Περισσότερα

Μαρία Θαμπράνο, Ο τάφος της Αντιγόνης, Εκδόσεις Loggia

Η Αντιγόνη ήταν η αδελφή μου…….. Ίσως λοιπόν ίσως……..

Μην λαθέψετε, δεν μας μιλάει η Ισμήνη. Μιλάει σε συνέντευξη της η Maria Zambrano (Μαρία Θαμπράνο). Αυτήν την, πολύ γνωστή στον Ισπανόφωνο κόσμο, φιλόσοφο έχει κατ’ αρχάς την τόλμη να μας συστήσει ο εκδοτικός οίκος LOGGIA από ευγένεια, εκλαμβανόμενη σαν υποχρέωση να συστήσει στους Έλληνες την αδελφή της δικής τους Αντιγόνης, το φιλοσοφικό σύμβολο της αρχαίας Ελληνικής τραγωδίας.Περισσότερα

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ, Σημειώσεις ενός νεαρού γιατρού, Εκδόσεις Οξύ

“Αν ένα βιβλίο δεν μας συγκλονίζει όπως ένα χτύπημα στο κρανίο, για ποιον λόγο να το διαβάσουμε;” είχε δηλώσει πολύ εύστοχα ο Φραντς Κάφκα. Διηγήματα όπως αυτά του Μπουλγκάκοφ σίγουρα ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία διότι είναι γραμμένα από έναν γιατρό στο επάγγελμα, όπως είναι ο Μπουλγκάκοφ. Εδώ καταγράφει μέσω του ήρωα πρωταγωνιστή του, νεαρού γιατρού, όλο το χρονικό και τα σκηνικά τα οποία συνάντησε κατά την άσκηση του λειτουργήματός του. Ο Μπουλγκάκοφ γράφει, από την εμπειρία του ως γιατρός, ένα ευαίσθητο, φιλοσοφημένο και γεμάτο προβληματισμούς κείμενο διότι η ζωή η ίδια είναι γεμάτη προβλήματα και προκλήσεις, ειδικά τα της υγείας. Εκεί στη μέση του πουθενά παλεύει να θεραπεύσει ανθρώπους που δεν έχουν που την κεφαλή κλίναι, ανθρώπους ανήμπορους που δεν έχουν άλλη σωτηρία και άλλη λύση παρά τον μόνο εκπρόσωπο του Θεού που έχει στα χέρια του τις ζωές τους. Υπάρχει μία δόση ανασφάλειας, αγωνίας και περίλυπης ατμόσφαιρας στο κείμενο, ένα κείμενο που παίζει με την συνείδηση και την ενσυναίσθηση του πόνου των ανθρώπων, των απλών ανθρώπων, των μουζίκων, εκείνων με τους οποίους ασχολήθηκε τόσο ο Τσέχοφ, γιατρός και ο ίδιος στο επάγγελμα όσο και ο σπουδαίος Ντοστογιέφσκι. Περισσότερα