Δύο κορίτσια, δύο σώματα, μα όμως μία ψυχή, ένα σύμπαν χωρισμένος στα δύο που μιλά όμως την ίδια γλώσσα, μια γλώσσα κοινή που καταλαβαίνουν και οι δύο. Είναι η ίδια μήτρα που τις γέννησε και όμως είναι σαν να νιώθει η μία τα χτυπήματα που δέχεται η άλλη. Η Γκλικ με ποιητικότητα – το Νόμπελ Λογοτεχνίας το έλαβε για το σύνολο του έργου της, το οποίο είναι κυρίως ποιητικό – αλλά και εμφανή λυρικότητα μας ταξιδεύει στον κόσμο δύο ιδιαίτερων κοριτσιών που μοιράζονται το ίδιο ταξίδι στη ζωή με κοινή συνισταμένη τη μητέρα τους και τον πατέρα τους, τους συνδετικούς κρίκους της ζωής τους. Η Μάριγκολντ και η Ρόουζ στα χέρια της Γκλικ παρουσιάζονται σαν να είναι δικές μας αδελφές, αίμα δικό μας, κάτι πολύ οικείο που γνωρίζουμε καθώς τις συναντάμε σε κάθε ξεχωριστή στιγμή τους. Είναι σαν τα πρόσωπα του Προυστ και του Μοντιανό (Νόμπελ Λογοτεχνίας 2014), ο οποίος επίσης πραγματεύεται και παίζει με το θέμα του χρόνου και της μνήμης στα δικά του βιβλία. Η διαφορά είναι πως η Γκλικ εμπεριέχει περισσότερο κομμάτι ψυχολογίας, περισσότερη συναισθηματική ανάλυση στα έργα της και στις αφηγήσεις της, στον τρόπο με τον οποίο αποφασίζει να μιλήσει για τις δύο γυναίκες.
Η αδελφική αγάπη είναι θεραπευτική όταν η γονική αγάπη έχει μεταγγιστεί τόσο αρμονικά
Είναι κατά μία έννοια σαν να ξαναδιαβάζουμε τον Τσέχοφ, μόνο που αυτή την φορά δεν είναι οι τρεις αδελφές που ονειρεύονται την Μόσχα αλλά δύο τόσο δεμένες που η σχέση τους δύσκολα αποδομείται και ακόμα πιο δύσκολα διαρρηγνύεται. Τι και αν ζουν σε έναν δύσκολο και τραχύ κόσμο, οι ίδιες μοιάζει να αντέχουν καθώς το γεγονός πως έχουν εσωτερική δύναμη προκύπτει πολύ πιθανά από τον σχέση τους που αντέχει στον χρόνο: «…η Μάριγκολντ χρειαζόταν κάτι που να την εκπροσωπεί, όπως η Ρόουζ εκπροσωπούσε την Ρόουζ…». Αυτό που λοιπόν που η Γκλικ μας αφηγείται είναι αυτό το μοναδικό δέσιμο, ο δεσμός που μοιάζει με γόρδιο, η μία συμπληρώνει το κενό της άλλης και η αναδρομή στο παρελθόν της παιδικότητάς τους είναι μια απαραίτητη διαδικασία για να συνεχίσουν να πορεύονται στον ίδιο δρόμο που χάραξαν τόσο επιτυχημένα οι γονείς τους για αυτές. Η οικογένεια είναι ένας ιερός τόπος για την Μάριγκολντ και την Ρόουζ, είναι ο δικός τους παράδεισος στον οποίο έχουν βρει βέβαιο και ασφαλές καταφύγιο και τίποτα δεν θα μπορούσε να τις διασπάσει: «…Με έναν άλλο, πιο απόλυτο τρόπο, η Ρόουζ είχε τη Μάριγκολντ και η Μάριγκολντ είχε τη Ρόουζ. Αυτό ήταν το μυστικό τους…».
Η Γκλικ δεν φείδεται λόγου, αποκαλύπτει το μυστικό μιας αέναης σχέσης κάτω από τα φτερά δύο γονιών που πάλεψαν για αυτήν, είναι η αγάπη, η ανιδιοτελής αγάπη της μίας για την άλλη, η μία είναι το λιμάνι της άλλης και σε αυτό καταφεύγουν στις μεγάλες φουρτούνες και στις δύσκολες στιγμές ώστε να νιώσουν πως βρίσκονται και πάλι στα σωθικά της μητρικής ασφάλειας αλλά και της τρυφερής πατρικής φροντίδας που τώρα έχει γίνει δική τους, κτήμα τους. Η μία είναι ο πατέρας και η άλλη είναι η μητέρα σε μια σύζευξη όπου ο ένας αρμός της μιας πλευράς της γέφυρας συναντά τον αρμό της απέναντι πλευράς τόσο αρμονικά, τόσο γαλήνια: «…Ούτε η Μητέρα ούτε ο Πατέρας ήξεραν τι σημαίνει να έχεις δίδυμα όταν τα έφερναν στον κόσμο. Η Μητέρα και ο Πατέρας περίμεναν δύο ίδια μωρά, σαν διπλή παραγγελία σε εστιατόριο. Ή ίσως σαν αυτό που βρίσκεις σ’ ένα πολυκατάστημα, το ίδιο φόρεμα σε διαφορετικά μεγέθη. Αλλά από την πρώτη κιόλας στιγμή κανείς από τους δύο δεν αντιμετώπισε τέτοιου είδους προβλήματα…».
Ευλογία Θεού το γεγονός πως οι γονείς τους τις απέκτησαν και έτσι τώρα εξασφάλισαν πως όταν οι ίδιοι θα παύουν να υπάρχουν εκείνες δεν θα μείνουν μόνες στον ανήφορο που θέλουμε να ονομάζουμε ζωή. Η μία σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνει την άλλη, είναι δύο υπάρξεις με διαφορετική οντότητα, χαρακτήρα και υπόσταση, δεν θα απωλέσουν τη διαφορετικότητά τους αυτή, το ακριβώς αντίθετο θα συμβεί. Αισθάνονται χρήσιμες στην κοινωνία η καθεμία μέσα από το δικό της μετερίζι και βιώνουν η μία ως την συνέχεια της άλλης. Είχαν την τύχη να ζήσουν σε μία οικογένεια όπου κυριαρχούσε ως ζωογόνος δύναμη η αγάπη και η τρυφερότητα που δέχτηκαν ήδη από τα πρώτα τους βήματα. Πώς τώρα οι ίδιες να μην έχουν κληρονομήσει αυτό το απίστευτο δώρο που τους δόθηκε τόσο απλόχερα δίχως να το ζητήσουν; Η άρρηκτα δεμένη σχέση τους είναι μια παρακαταθήκη διαρκείας, ένας θησαυρός που τους δόθηκε για να τον μεταδώσουν και εκείνες με την σειρά τους. Η Γκλικ με τόσο έντονο το συναισθηματικό φορτίο μας εντάσσει με τόση αμεσότητα και δίχως να προσπαθεί να προσποιηθεί το ο,τιδήποτε.
Διαθέτει το χάρισμα της σπουδαίας αφηγήτριας, μιας άλλης Μπροντέ, μιας άλλης Γκάσκελ, μιας άλλης Βιρτζίνια Γουλφ. Η αφήγησή της σπαρμένη από συναίσθημα και αναμνήσεις μεταφέρεται στον αναγνώστη αγόγγυστα χάρη στην εμπνευσμένη μετάφραση από τον Χάρη Βλαβιανό. Ο αναγνώστης ζει την κάθε φράση στο όλο της το είναι και δίχως καμία απολύτως επιφύλαξη. «Το να γίνουν ενός σήμαινε πως οι δίδυμες είχαν ολοκληρώσει έναν έναν τον κάθε μήνα και όλες τις μέρες μέσα στους μήνες. Όλοι αυτοί οι μήνες μαζί έκαναν το ένα. Τώρα μπορούσαν να ξεκινήσουν από το δύο για τον κάθε μήνα, που όλοι μαζί θα έκαναν το δύο». Το μέλλον για τα δύο κορίτσια δείχνει ευοίωνο και αισιόδοξο, είναι έτοιμες πια για το δικό τους επόμενο στάδιο όποιο και αν είναι αυτό. Η συμπόρευσή τους στη ζωή η μία πλάι στην άλλη είναι μια εγγύηση ευτυχίας, η οποία είναι αδιαπραγμάτευτη και με αριστοτελικούς όρους η ευδαιμονία είναι πια στα χέρια τους. Η Γκλικ σε λίγες μόλις σελίδες μεταφέρει το πνεύμα



