Ο Δαυίδ του Μιχαήλ Αγγέλου και η δημόσια τέχνη στη Φλορεντία στις αρχές του 16ου αιώνα & Τα πρακτικά της συμβουλευτικής επιτροπής για την τοποθέτηση του γλυπτού στην πόλη, Εκδόσεις Άγρα

Σε μια περίοδο και σε μια εποχή όπου ο δημόσιος χώρος, ειδικά στην Ελλάδα, βιάζεται ποικιλοτρόπως και ο πολίτης καθώς και οι ηγεσίες αυτού ανά την επικράτεια αδιαφορούν πλήρως – στην καλύτερη των περιπτώσεων – κείμενα όπως αυτό επαναφέρουν στο προσκήνιο την χρηστή διαχείριση του δημόσιου χώρου και την ανάγκη να επιβάλλεται η αισθητική, η σοβαρότητα και η σημασία της ανάδειξης αυτού προς το κοινό καλό και το όφελος όλων. Ο δημόσιος χώρος σε αντίθεση με τον ιδιωτικό ανήκει σε όλους και δεν ανήκει σε κανέναν, άρα είναι ένας χώρος ιερός όπου επιτρέπεται μόνο ό,τι δεν προσβάλλει τον κοινό νου, είναι τόσο απλό μα καθόλου δεδομένο. Τα όσα καταγράφονται στο βιβλίο αυτό – στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα εγχειρίδιο αισθητικής παρέμβασης και πολιτισμικής ανύψωσης το οποίο θα ήταν θεμιτό και φρόνιμο να διαβαστεί από όλους τους δημόσιους άρχοντες προς γνώση και συμμόρφωση – είναι η απόδειξη πως ο δημόσιος χώρος είναι εξαιρετικά σημαντικός, είναι εκείνος ο χώρος όπου ο πολίτης περπατά, ανταμώνει, περιπλανιέται και τελικά δρα, είναι ο χώρος ο οποίος οφείλει να γίνεται σεβαστός και να μην πολιορκείται από κάθε είδους βαναυσότητα και βαρβαρότητα. 

Στον αστερισμό ενός εμπνευσμένου δημιουργού, ενός αγγελιοφόρου του Απόλλωνα

Ο Δαυίδ του Μιχαήλ Αγγέλου αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά και σημαίνοντα γλυπτά όλων των εποχών καθώς ουσιαστικά αναδεικνύει το παρελθόν της αρχαίας τέχνης ενώ εξυψώνει τον ρόλο της πόλης μέσα από ένα άγαλμα που υμνεί τόσο την ομορφιά της όσο και την δύναμη της. Είναι ένα γλυπτό σύμβολο που παραγγέλθηκε για να αναδείξει τον ηγετικό ρόλο της δημοκρατικής Φλωρεντίας, μιας νέας Ρώμης για την Αναγέννηση. Μέσα από το γλυπτό ο πολίτης αισθάνεται και πάλι υπερήφανος για τον τόπο του, για την πόλη του που ξανακερδίζει την χαμένη της αίγλη, στέκεται εκεί αγέρωχο για να απαντήσει σε κάθε πιθανό σφετεριστή που θα τολμήσει να απειλήσει την ελευθερία του και την δυνατότητά του να αισθάνεται σίγουρος για την ζωή του. Ο Μιχαήλ Άγγελος, αυτός ο θεόπνευστος – σαν άλλος Σωκράτης – και εμπνευσμένος καλλιτέχνης, ποιητής και γλύπτης ζει και διαπρέπει μακριά από επιταγές πολιτικές, είναι ένας φιλοσοφημένος άνθρωπος, ένας ενεργός πολίτης και δημιουργός και αυτό το αποδεικνύει καθώς ιδρώνει και κοπιάζει στην προσπάθειά του να τελειώσει την Καπέλα Σιξτίνα με κίνδυνο της ζωής του. Σε προχωρημένη ηλικία δεν σταματά να ζωγραφίζει, να γράφει, να δημιουργεί, να εμπνέεται, να είναι παρών στις εξελίξεις της πόλης του.

Στην Φλωρεντία της εποχής, δηλαδή στις αρχές του 16ου αιώνα συγκεντρώνονται στην Νέα Βαβυλώνα, όπως θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε την Φλωρεντία, κορυφαίοι καλλιτέχνες όπως ο Ντα Βίντσι, ο Μποτιτσέλι, ο Περουτζίνο, ο Φίλιπο ντι Φίλιπο, ο Πιέρο ντι Κόζιμο και τόσοι άλλοι σπουδαίοι δημιουργοί, όλοι με έναν και μόνον σκοπό να πουν την γνώμη τους για την τοποθέτηση του περίφημου γλυπτού. Ο Δαυίδ δεν δημιουργείται από τον Μιχαήλ Άγγελο για να κοσμήσει τον δημόσιο χώρο της εποχής του, γνωρίζει καλά πως αυτό το γλυπτό όπως και τα άλλα του εμβληματικά έργα θα παραμείνουν στον χρόνο να κοσμούν τους αιώνες των ανθρώπων, ο χρόνος του είναι πέρα από τα γήινα και τα της εποχής του, αντηχεί στο παρόν και το μέλλον, όσο και αν κάθε δημιουργία έχει έναν χαρακτήρα παροδικό και περιστασιακό στην εποχή όπου δημιουργείται. Η έκδοση αυτή από τις πεφωτισμένες εκδόσεις Άγρα, την οποία έχει φροντίσει με την επιμέλειά του ο σπουδαίος ιστορικός τέχνης Νίκος Δασκαλοθανάσης, εμπεριέχει τόσο μια άρτια εισαγωγή του ίδιου, όσο τον διάλογο γύρω από την τοποθέτηση του γλυπτού από τους διάφορους καλλιτέχνες καθώς και μια σύντομη βιογραφία του Μιχαήλ Άγγελου από τον Πάολο Τζόβιο. Αναφέρει λοιπόν ο τελευταίος με υμνητικό τρόπο: «…μετά τους αρχαίους, κανείς δεν επιδόθηκε στη μαρμαρογλυπτική με τέτοια δεξιοτεχνία και ταχύτητα εκτέλεσης ούτε ζωγράφισε με τέτοια χάρη και συμμετρία».

Δεν είναι τυχαίο πως παραγγέλθηκε το γλυπτό στον Μιχαήλ Άγγελο και εκείνος αποφάσισε να δημιουργήσει ένα βιβλικό έργο με σαφείς αναφορές στο παρελθόν ικανοποιώντας εν μέρει και την παπική εξουσία. Ο Δαυίδ είναι η νίκη εναντίον του Γολιάθ, είναι ένας νέος που αψηφά την ισχύ του Γολιάθ και δεν λογαριάζει το γεγονός πως παρουσιάζεται ενώπιόν του με μικρές πιθανότητες να τον κατατροπώσει και να βγει τελικά νικητής. Ο Μιχαήλ Άγγελος ταυτίζεται κατά μια έννοια με τον Δαυίδ καθώς ο τελευταίος υπήρξε ποιμένας, μουσικός, ποιητής, στρατιωτικός διοικητής, προφήτης και βασιλιάς. Ποιητής υπήρξε και ο Μιχαήλ Άγγελος και μάλιστα επιφανής, οι στίχοι του αποδεικνύουν έναν καλλιτέχνη ευαίσθητο, διαφορετικό, έναν καλλιτέχνη που ποιεί τέχνη όπως οι εκλεπτυσμένοι αρχαίοι κεραμοποιοί στην Αρχαία Ελλάδα και Ρώμη. Το έργο του λοιπόν επιθυμεί να αποπνέει όλη την αίγλη και το μεγαλείο ενός τόπου που ξεπερνά τις δυσκολίες και εμφανίζεται έτοιμος για κάθε πρόκληση, δεν φοβάται και δεν απειλείται και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια πόλη όπως η Φλωρεντία που περνά από διάφορες πολιτικές έριδες και ανατροπές. 

Ο Νίκος Δασκαλοθανάσης από τη μεριά του σημειώνει τα παρακάτω ως προς την αντίληψη της εποχής για τον δημόσιο χώρο: «Έως τον 18ο αιώνα, η δημόσια πλατεία αποτελούσε το πεδίο εκδίπλωσης της κοινωνικής κυριαρχίας, που αποκτούσε μορφή μέσω των κρατικών τελετών οι οποίες είχαν συχνά θεαματικό χαρακτήρα. Ο δημόσιος χώρος χρησιμοποιείται από τις επίσημες αρχές για τη συμβολική «επικύρωση της ισχύος της εξουσίας μπροστά στα μάτια του κοινού» που συχνά επιτυγχανόταν μέσω της πραγματικής τιμωρίας των εχθρών της». Ο Μιχαήλ Άγγελος γνωρίζει πως το μόνο όπλο που έχει στα χέρια του είναι η τέχνη και αυτό επιστρατεύει ώστε να αντιμετωπίσει όσους επιβουλεύονται το κακό και λαχταρούν να καταστρέψουν την Φλωρεντία με διάφορα τεχνάσματα και δόλιες συμπεριφορές. Ως στρατευμένος καλλιτέχνης τοποθετεί τον Δαυίδ του σε περίοπτη θέση και απαντά με τρόπο θεαματικό που δεν χωρά αμφισβήτηση, αυτή είναι η κληρονομιά του και η παρακαταθήκη του.

«Ο γίγαντας Δαυίδ (Gighante, il Gigante, έτσι περιγράφεται συχνά στα σχετικά έγγραφα), ένας νεαρός γενναίος βοσκός που νίκησε τον έμπειρο και ώριμο πολεμιστή, τον Γολιάθ, όχι μόνο δεν θεωρείτο «βάρβαρος» από το κοινό του 16ου αιώνα, αλλά θα πρέπει να γινόταν αντιληπτός και ως το σύμβολο της νίκης της νεαρής Δημοκρατίας επί των ισχυρών Μεδίκων»