Άγιου Αυγουστίνου, Εξομολογήσεις (Δίτομο), Εκδόσεις Πατάκη

Το βιβλίο σε νέα επιτυχημένη μετάφραση,  δεδομένων των δυσκολιών, και νέα προσεγμένη παρουσίαση από έγκριτο εκδότη, μας έδωσε την ευκαιρία – πώς να αντισταθούμε στον πειρασμό – να ξαναδιαβάσουμε ένα βιβλίο που προσπαθεί να ισορροπήσει – και τα καταφέρνει περιέργως πως -, αιώνες τώρα, ανάμεσα στο Χριστιανικό δόγμα και τον ελεύθερο φιλοσοφικό στοχασμό. Ο Αυγουστίνος δεν είναι παρά ο κανείς με την έννοια του Heidegger, με την έννοια που έχει η λέξη όταν ρωτάμε «είναι εδώ κανείς;». Ο Οδυσσέας που κάνει το ταξίδι της ζωής και πρέπει να δημιουργήσει μίαν Ιθάκη για να ξέρει τι νόημα έχει το ταξίδι του. Ο Αυγουστίνος δεν έχει. Έχει όμως ψυχή που έχει συνείδηση και που του φωνάζει: Εσύ που είσαι πλασμένος για τα ωραία, τα μεγάλα και τα δυνατά διάγεις έναν έκλυτο βίο, όπως λες και μόνος σου, έναν βίο ανεξέταστο. Μήπως ήρθε η ώρα, νέος είσαι ακόμα να αναζητήσεις βοήθεια, αντί να κάθεσαι να κλαις την μοίρα σου;

Την ακούει ο Αυγουστίνος μας με προσοχή, όπως ακούει και το κοριτσάκι στον κήπο, όπως ακούει και τον Αμβρόσιο. Tolle lege: πάρε και διάβασε. Ποιο βιβλίο έχει πρό-χειρο (προ των χειρών του, και πάλι Heidegger) και δίνει απαντήσεις σε τέτοιους ανθρώπινους προβληματισμούς; Η Αγία Γραφή. Μέγας είσαι κύριε, την χάρη σου ζητώ. Βοήθα τον αμαρτωλό, απάλλαξε τον από τις αμαρτίες του, κάνε το θαύμα σου. Στις Εξομολογήσεις του, που μπορεί να θεωρηθεί μια εσωτερική αυτοβιογραφία, μια προσευχή που απευθύνεται στο επέκεινα και όχι στο κοινό συμβιώνουν για πρώτη φορά λογοτεχνία, θεολογία και φιλοσοφία, αναλίσκει όλον σχεδόν τον πρώτο τόμο της έκδοσης του βιβλίου που συζητάμε σε μια ειλικρινή εξομολόγηση  και υποτελή μέχρις εσχάτων έκκληση βοήθειας προς τον Θεό του Αβραάμ, όπως τον γνώρισε στις Γραφές. Και ζητά την χάρη του. Μέσα σε αυτήν την προσευχή αναγνωρίζουμε ένα ελεύθερο πνεύμα που φιλοσοφεί, διαμορφώνει τις απόψεις του όσο γυρίζουμε τις σελίδες, αναζητά και βρίσκει καινούργια μονοπάτια σκέψης να τον οδηγήσουν στο ξέφωτο. Ζητά από τον Θεό την χάρη του για τις αμαρτίες του. Αναθέτει την λύση του προβλήματος που με την ελεύθερη βούληση και άρα τις πράξεις του ο ίδιος δημιούργησε στον εαυτό  του σε κάποιον άλλον ζητώντας την παρέμβαση του – την χάρη του, χωρίς αυτός να κάνει ο,τιδήποτε γι αυτό. Πράττει άραγε σωστά;

Για να απαντήσει σε όλα αυτά τα ερωτήματα που τον ταλανίζουν πρώτα πρέπει να ορίσει τι είναι Θεός, ποια είναι η σχέση του με Αυτόν, αν έχει κανένα νόημα λοιπόν ή αν έχει καν το δικαίωμα ή τον τρόπο να επικοινωνήσει μαζί του και να ζητάει την χάρη του, να ορίσει την έννοια της θείας Χάριτος, όπως και της αμαρτίας. Αν, με την άδεια σας τα μεταφέρουμε όλα αυτά, με λίγα λόγια απλά και κυνικά, πιο κοντά μας, όπως έκανε ο James Joyce με τον Οδυσσέα του, ίσως μπορέσουμε να καταλάβουμε καλύτερα τον Αυγουστίνο και τις Εξομολογήσεις. Αυθαίρετο, τολμηρό και εν πολλοίς αναιδές αλλά βοηθάει πολύ τον κοινό μας νού που έχει πρόσβαση πλέον στην σημερινή γνώση στην οποία δεν είχε πρόσβαση ο Αυγουστίνος και κυρίως στην ψυχολογία. Όταν λέμε Θεός αναφερόμαστε σε μια έννοια που είναι παντελώς  απρόσιτη στον ανθρώπινο νού. Περιβάλλεται από τον θεϊκό γνόφο που τον καλύπτει, περιβάλλοντας Τον στην αιωνιότητα, το αγέννητο και ανεκπήγαστο Του Είναι. Ο Αθεϊσμός απορρίπτεται ως α-νοησία (υιοθετούμε την άποψη του Carl Young). Η Χριστιανική θρησκεία ως καταφατική θεολογία δημιούργησε ένα Θεό, πρωταρχικό Όν, στα μέτρα της που του φόρτωσε όλα τα καλά αλλά και όλα τα κακά της Δημιουργίας, τον κόντυνε τόσο, ώστε να τον φέρει στο ύψος του καθενός από εμάς, ο οποίος έτσι να θεωρεί ότι μπορεί να επικοινωνεί μαζί του όποτε θέλει. Κάθε θρησκεία δημιούργησε έναν τέτοιο ανθρωπόμορφο Θεό και όλες μαζί ερίζουν για το ποιος είναι ο καλύτερος!  Ο Αυγουστίνος προσπαθεί αλλά το μόνο που ακούει είναι η αιώνια εκκωφαντική σιωπή.

Η έννοια της Χάριτος παίρνει διάφορες μορφές  στην σκέψη του Αυγουστίνου: Από δώρο του Θεού, γίνεται εσωτερική κλήση και τελικά φώς που πρέπει να αναζητήσουμε μέσα μας. Αφού δεν βρίσκει καμία ανταπόκριση στις αγωνίες του ο Αυγουστίνος αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι κάτι πρέπει να κάνει κι αυτός και να πάψει να τα φορτώνει όλα στον Θεό της θρησκείας στην οποία εμβαπτίστηκε πιστεύοντας ίσως ότι ο Θεός του Αβραάμ θα αντιμετώπιζε ευμενέστερα έναν Χριστιανό από έναν ειδωλολάτρη. Πόσο προσβλητικό για τον δίκαιο και καλοκάγαθο Θεό των Πατέρων μας. Ευτυχώς που ο Θεός δεν χρειάζεται την πίστη μας για να υπάρχει. Μπορεί και χωρίς αυτήν. Η αμαρτία, παρά τις δογματικές απόψεις του, σε άλλο έργο του, για το προπατορικό αμάρτημα αποσαφηνίζεται. Δεν είναι εξόφληση των χρεών του Αδάμ αλλά α-δικαιολόγητη πράξη που οφείλεται σε δεδομένη (ψυχολογική θα λέγαμε σήμερα) κατάσταση του ανθρώπου. Ο ανθρώπινος νόμος κάποτε τιμωρούσε αυτόματα την πράξη έγκλημα, μοιχεία, κλοπή κλπ.) αγνοώντας τον άνθρωπο, την ψυχολογία του και τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η το ανόμημα. Τότε η Θέμις ήταν πραγματικά τυφλή, ενώ τώρα απλώς σκεπάζει τα μάτια της με το μαντήλι  της αντικειμενικότητας για να κρατάει τα προσχήματα. Αμαρτία ετυμολογικά σημαίνει α-στοχία. Αυτό έπρεπε να είναι και το σημαίνον, αλλά πως να το διαβάσει ο Αυγουστίνος στα Λατινικά Ακόμα και τα Ευαγγέλια στην Λατινική τους έκδοση θα τα διάβασε και κατάλαβε όσα δεν παραφράστηκαν για να δημιουργήσουν την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Ο Θεός να την κάνει εκκλησία. Εδώ έγκειται και η αναμφισβήτητη υπεροχή της ελληνορθόδοξης παράδοσης.

Ο Αυγουστίνος με τα πολλά αναγκάστηκε να καταφύγει στον Νεοπλατωνισμό για να βρεί μεθόδους και τρόπους να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του που ανήγαγε σε «διχασμένη βούληση». Ένα κομμάτι της θέλει αυτό και το άλλο κάτι άλλο. Αν είχε διαβάσει Πλάτωνα θα καταλάβαινε ότι απλώς δεν είχε κατορθώσει να κάνει τον Νού του Ηνίοχο, κυρίαρχο της βούλησης και των επιθυμιών του. Αργότερα τα έμαθε από τους Νεοπλατωνικούς και κατάλαβε ότι μόνο η κατάδυση στον εσωτερικό του κόσμο θα του επέτρεπε την αυτογνωσία και θα του αποκάλυπτε την ανάγκη να αποκτήσει έλεγχο των ορμών του και την τιθάσευση τους κατά το πρότυπο του Ηρακλή που έπιασε τον ταύρο από τα κέρατα και τον έβαλε κάτω. Να η Χάρις που ζητούσε από τον Θεό. Συν Αθηνά και χείρα κίνει. Έτσι έρχεται το Φώς, όχι από τον ουρανό. Το βρήκε μέσα του, όπως βρήκε και τον Θεό σε αυτό που πρωτόλεια ονομάζει Μνήμη. Η μνήμη ξέρουμε τώρα ότι είναι το υποσυνείδητο, λέξη που δεν χρησιμοποιεί ο Φρόιντ καθόλου. Μία αποθήκη εμπειριών της παρούσας ζωής μας τις οποίες μπορούμε, όπως λέμε, υπό δεδομένες συνθήκες να ανακαλέσουμε. Με σημερινούς όρους θα λέγαμε ότι τον Θεό τον βρήκε μέσα του (Θεός εν ημίν και εν υμίν) στο ασυνείδητο, τον Θεό των Πατέρων του. Μπορεί να βρήκε και τραύματα ή απωθημένες εμπειρίες, όπως θα του εξηγούσε ο ψυχαναλυτής του σήμερα.

Οι Εξομολογήσεις του Αυγουστίνου είναι η εσωτερική Οδύσσεια ενός ανθρώπου κάποιας εποχής, της κάθε εποχής, που προσπαθεί να βρεί τον Θεό, τον εαυτό του και τις ρίζες του. Γι αυτό είναι και υπαρξιακό. Υπάρχει μια αλάνθαστη μέθοδος: να καβαλήσεις στους ώμους των γιγάντων, όπως έκανε ο Νεύτων, δηλαδή tolle lege: πάρε και διάβασε. Με τη σειρά: την Οδύσσεια του Ομήρου, τις Εξομολογήσεις του Αυγουστίνου (σε αυτήν την εξαίρετη έκδοση) και τον Οδυσσέα του James Joyce. Δύσκολα; Όχι: Τρίσκολα, όπως έλεγε κάποιος.