Δεν είναι συχνό φαινόμενο να αφιερώνονται βιβλία σε προσωπικότητες της τέχνης και του πολιτισμού, οπότε όταν αυτό συμβαίνει είναι μια πολύ ευτυχής συγκυρία και ένα γεγονός που χαροποιεί, η τέχνη είναι θεραπευτική, είναι αυτό που έλεγε ο Ματίς πως θέλω τα έργα μου να είναι αναπαυτικά σαν πολυθρόνες. Η Άννα Εμμανουήλ, της αξίζουν συγχαρητήρια για τον τρόπο με τον οποίο μπόρεσε σε λίγες σελίδες να αποτυπώσει το πνεύμα του Γιαννούλη Χαλεπά, αυτού του Αγίου της τέχνης, ενός ανθρώπου που πάσχισε όλη του τη ζωή και αγωνίστηκε να τιθασεύσει το λατρεμένο του μάρμαρο, να το σμιλέψει και τελικά να ονειρευτεί αυτά που είχε στο μυαλό του. Δεν ήταν ένας εύκολος δρόμος, διότι έχει αποδείξει η καλλιτεχνική ιστορία πως ο δρόμος των δημιουργών είναι ένας δρόμος ανηφορικός, κακοτράχαλος, δύσβατος, γεμάτος αίμα και ιδρώτα, πόνο και λίγες χαρές. Και όμως ο Χαλεπάς δεν λύγισε, δεν δίστασε, δεν κόμπιασε, δεν σταμάτησε να ονειρεύεται και τελικά αναμετρήθηκε και βγήκε νικητής, όχι για να το παινευτεί, όπως ποτέ δεν έκανε, μα για να νιώσει την πλήρωση, δηλαδή αυτό που οι Αρχαίοι Έλληνες εννοούσαν με την πληρωμή, την ψυχική ικανοποίηση. Έκανε το δικό του ταξίδι, έφτασε στη δική του Ιθάκη ως άλλος Οδυσσέας και αγάπησε την τέχνη του, όπως λίγοι.
Ένας ακούραστος μαχητής της τέχνης, ένας δονκιχωτικός ταξιδιώτης της ομορφιάς
“Πολύ λίγα πράγματα, με ρυθμό, δώσαν την ουσία της έκφρασης, όσο τα προσχέδια και τα προπλάσματα του Χαλεπά. Να η “Αδικία”, που τη φαντάστηκε με κορώνα στο κεφάλι, σα βασίλισσα, ο “Πόλεμος”, που ήρθε από τα ξένα με τα χοντρά κι αναίσθητα ποδάρια σε μπότες…” ήταν τα λόγια στο βιβλίο του Στρατή Δούκα αφιερωμένο στον “Βίο ενός αγίου”. Υπήρξε ένας άξιος και οικουμενικός τεχνίτης μα πάνω από όλα ένας ακούραστος δημιουργός που σμίλευε το μάρμαρο σαν τους Αρχαίους Φειδία και Πραξιτέλη. Όσα λόγια και αν ξοδέψει κάποιος για αυτόν τον μοναχό της τέχνης είναι λίγα και φτωχά. Ωστόσο, οι χαλεποί καιροί για τον Γιαννούλη Χαλεπά συνεχίζονται ως προς την αποκατάσταση και ανακαίνιση των χώρων στους οποίους έζησε και έδρασε αλλά και την προβολή του έργου του. Πρόκειται σίγουρα για έναν Δον Κιχώτη των τεχνών που από μικρός γνώριζε βαθιά την αποστολή του, ήξερε την μοίρα του και αυτήν υπηρέτησε πιστά δίχως παρεκτροπές και παρεκκλίσεις.

«Τα χέρια μου δεν έμαθαν πρώτα ν’ αγγίζουν, να χαϊδεύουν ή να κρατούν. Έμαθαν να σκαλίζουν. Ακόμα και στα παιδικά μου όνειρα, αντί για κήπους ή μαγεμένα δάση, έβλεπα φιγούρες από άσπρη σκόνη να αναδύονται από τους λίθους και να με κοιτούν, ζητώντας μου μορφή. Η πρώτη μου ανάμνηση είναι αυτή: Στην αυλή μας, ένα πρωινό καλοκαιριού, καθισμένος πάνω σε μια παλιά πλάκα. Τα δάχτυλά μου βυθισμένα σ’ έναν σωρό από σκόνη λευκόλιθου» εξομολογείται ο Χαλεπάς καταθέτοντας όλο του το είναι σε αυτό που τελικά υπήρξε η ζωή του και ο θάνατός του, όλη του η ενέργεια και η αφοσίωση εκεί δόθηκαν, σαν αυτό να ήταν για τον ίδιο η υπέρτατη αποστολή και ο υπέρτατος στόχος ζωής. Πήγε στο εξωτερικό και θήτευσε για ένα φεγγάρι στο Μόναχο, όμως ελλείψει χρημάτων αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω και να χάσει τελικά την μοναδική ευκαιρία να γίνει ο Έλληνας Ροντέν στο εξωτερικό. Και έτσι όμως τίποτα δεν έμεινε κρυφό, ο τρόπος που χάιδευε και λάξευε το μάρμαρο είναι αξεπέραστος, αμίμητος, μοναδικός. Το έργο της γλυπτικής απαιτεί θυσίες, απαιτεί ώρες ατελείωτες, έχει απογοητεύσεις και ενθουσιασμούς και σε οδηγεί πολλές φορές σε τέλματα που δεν μπορείς να προβλέψεις. Ο ίδιος δεν ζήτησε παρά να τον αφήσουν να δουλεύει γλυπτά όπως τις προτομές του Σάτυρου, που κατέστρεφε και ξανάφτιαχνε γιατί ποτέ δεν έμενε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα.
Πρόκειται για έναν φιλήσυχο άνθρωπο, έρμαιο της κακίας και της μικροπρέπειας της οικογένειάς του που ποτέ δεν κατάλαβε τον πυρετό της ανάγκης του για έκφραση, αυτήν την λαχτάρα για δημιουργία και την επιμονή του να δουλεύει το μάρμαρο από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ταγμένος στο έργο του, όπως ο άλλος μας σπουδαίος και σύγχρονός του κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, αναζήτησε επισταμένως τις απαντήσεις στα ερωτήματα της ανθρώπινης φύσης και θέλησε να τα αποτυπώσει με το καλέμι του. Χάραζε πρόσωπα που αντέχουν στον χρόνο, δημιουργούσε έργα που μιλούσαν στον θεατή και ο ίδιος ξεκούραζε την πονεμένη του ψυχή όπως ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ έπραττε ζωγραφίζοντας στους τοίχους τα δικά του θεόπνευστα έργα. «Στεκόμουν ώρες ολόκληρες, ακίνητος σαν άγαλμα, κοιτώντας πώς ένα νεκρό κομμάτι πέτρας έπαιρνε μορφή: ένα βλέμμα, ένα τρέμουλο στα χείλη, μια μικρή ρυτίδα στο μέτωπο που έδινε ξαφνικά πνοή. Ήταν μαγεία. Ήταν κατάρα. Ήταν η μόνη ζωή που μου επιτρεπόταν να έχω. Τα βράδια, όταν όλα ησύχαζαν και το σπίτι βυθιζόταν σε εκείνη τη βαριά σιωπή που δεν την έσπαζαν ούτε τα τριξίματα του ξύλου, εγώ έπιανα μικρά κομμάτια μαρμάρου που μάζευα κρυφά».
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ανήκει πια στο πάνθεον των καλλιτεχνών που κάηκαν στην πυρά του πάθους τους και δόθηκαν ψυχή τε και σώματι για να εκπληρώσουν το όνειρό τους, να δουν στο έργο τους το καθρέφτισμα της λαχτάρας τους δίχως εκπτώσεις με μοναδική πυξίδα την δίψα τους για τέχνη. Αυστηρός κριτής του εαυτού του και συνομιλητής των έργων του έχτισε τη δική του υστεροφημία μιας και άργησε να αναγνωριστεί από το ευρύ κοινό και να αποκτήσει την θέση που του ανήκε στην ιστορία του πολιτισμού. Και όμως, πιστός υπηρέτης της, δεν την εγκατέλειψε ποτέ, ακόμα και όταν τον έκλεισαν σε ψυχιατρείο για να απαλλαχθούν από την παρουσία του. Είναι φρόνιμο λοιπόν στην χώρα που «γέννησε» πλήθος αριστουργημάτων γλυπτικής, τα οποία κοσμούν τα μουσεία μας και τα οποία θαυμάζουν γηγενείς και ξένοι επισκέπτες, να μην λησμονούνται ούτε οι κλασικοί, ούτε οι σύγχρονοι του Χαλεπά, ούτε και οι νεότεροι του, διότι εκτός του γεγονότος ότι είναι αδικαιολόγητο λάθος, μπορεί να αποβεί μοιραίο διότι κατά τα γνωστά λαός που παραμελεί την (καλλιτεχνική) κληρονομιά του δεν έχει και βάσεις για το μέλλον του. Ας έχουν γνώση οι φύλακες.
«Ο λευκόλιθος είναι δάσκαλος αδυσώπητος. Δε σηκώνει ματαιοδοξία. Δεν επιτρέπει υπερηφάνεια. Σε κάθε χτύπημα του καλεμιού, σε κάθε ρωγμή που άνοιγε εκεί που δεν έπρεπε, ένιωθα το ίδιο πράγμα: ότι έπρεπε να λαξεύω πιο πολύ και πιο βαθιά μέσα μου, όχι μόνο στην πέτρα»



