Στίβεν Φράι, Οδύσσεια, Εκδόσεις Πατάκη

Ο Στίβεν Φράι, ο σπουδαίος αυτός κωμικός, παρουσιαστής, ηθοποιός, σκηνοθέτης, μα και συγγραφέας, που έχει στο συγγραφικό του “οπλοστάσιο” πολλά βιβλία σχετικά με την Αρχαία Ελλάδα, πολλά από τα οποία έχουν ήδη μεταφραστεί στα ελληνικά (πλην της Τροίας που μεταφράζεται ήδη). Ο Όμηρος και η Οδύσσεια δεν θα μπορούσαν να λείπουν από το πεδίο ενδιαφέροντός του καθώς πρόκειται για ένα από τα δύο έπη, από τα πρώτα κείμενα μυθοπλασίας του κόσμου. Η επιστροφή από την Τροία, οι περιπέτειες του Οδυσσέα, του αγαπημένου της θεάς Αθηνάς, δεν θα μπορούσαν να μην απασχολήσουν τον Φράι, ο οποίος έχει τον τρόπο να μας μεταφέρει τον κόσμο της αρχαιότητας εύληπτα και τόσο ευφυώς μέσα από έναν λόγο σαγηνευτικό και τόσο άμεσο. Για μια ακόμα φορά, ύστερα από τον Μύθο και τους Ήρωες, παρουσιάζει στο βιβλίο αυτό ένα ευρύ φάσμα της ιστορίας των ηρώων που όλοι θαυμάζουμε, που σαγηνεύουν τόσο μικρούς όσο και μεγάλους αιώνες τώρα. 

Ένα οικουμενικό έργο με πολλαπλές αναγνώσεις, ένας πολύτιμος λίθος στους αιώνες

Η Οδύσσεια, αιώνες τώρα αποτελεί ένα οικουμενικό έργο από το οποίο εμπνέονται συγγραφείς, καλλιτέχνες, άνθρωποι των γραμμάτων, είναι μια πυξίδα ανθρώπινης συμπεριφοράς, ένας οδηγός διδασκαλίας από τον πρώτο πατέρα της λογοτεχνίας, τον Όμηρο. Στην Οδύσσεια, όπως άλλωστε και στην Ιλιάδα, πρωταγωνιστούν η τρωτότητα του ανθρώπου, η ανάγκη του να απευθύνεται σε ανώτερες δυνάμεις για την προστασία του, έπειτα είναι ένας ολόκληρος κόσμος όπου συνυπάρχουν θνητοί και θεοί μέσα από μία σύζευξη που γοητεύει κάθε αναγνώστη, είναι ένα έργο διαχρονικό και πάντα διδακτικό. Ο Στίβεν Φράι επιχειρεί λοιπόν με οδηγό το ομηρικό έπος να ξαναδιαβάσει και να μας αφηγηθεί εκ νέου και με διαφορετική ματιά τα όσα εκτυλίχθηκαν από την ιεροσυλία των Ελλήνων στην Τροία όταν και λεηλάτησαν την πόλη μέχρι την επιστροφή του πολυμήχανου στην γενέτειρά του, την ξακουστή Ιθάκη. 

Ο ίδιος ο Φράι αναφέρει χαρακτηριστικά στον πρόλογό του βιβλίου του Μύθος, όπου ξεδιπλώνει τις σκέψεις του πίσω από την συγγραφή ενός τέτοιου βιβλίου, τα εξής ενδιαφέροντα: “Οι μύθοι αυτοί καθαυτοί είναι αρκούντως συναρπαστικοί, με όλες τις ανησυχαστικές, απροσδόκητες, ρομαντικές, κωμικές, τραγικές, βίαιες, μαγευτικές όψεις τους, ώστε να αιχμαλωτίζουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη”. Αυτή είναι η αλήθεια γιατί οι μύθοι αυτοί ξεπήδησαν από την ανάγκη του ανθρώπου να αφηγείται ιστορίες, να επινοεί πρόσωπα που τον σαγηνεύουν με τις εξάρσεις τους αλλά και τις αδυναμίες τους, να βλέπουν στον καθρέφτη δηλαδή της πλάσης, το δικό τους πρόσωπο και να γνωρίζουν πως υπάρχουν όρια, κανόνες, νόμοι, τιμωρία, μια ισορροπία ζωής, με λίγα λόγια. Ιστορίες όπως η Οδύσσεια δεν αφορούν ένα συγκεκριμένο κοινό αλλά συνολικά όλους εκείνους που θέλουν να μάθουν την ψυχολογική διάσταση της ανθρώπινης φύσης, το πώς σκέφτεται ο άνθρωπος σε δύσκολες και δυσμενείς συνθήκες, τι οφείλει να προσέχει και πού απευθύνεται όταν όλα μοιάζουν σκοτεινά. Δεν απέχει πολύ από τον σημερινό άνθρωπο, ο οποίος αναζητά απάγκιο σαν έρχεται φουρτούνα. Με αυτή την έννοια λοιπόν η Οδύσσεια είναι από εκείνα τα εγχειρίδια γνώσης που καθίστανται αναγκαία και πάντα πολύτιμα.

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πολλούς λόγους να ανατρέξουν στην άνωθεν εξήγηση των όσων τους συνέβαιναν και έτσι έπλασαν τους θεούς, τους ημίθεους και όλες τις ιστορίες των μύθων, ιστοριών δηλαδή που οι άνθρωποι έχουν ανάγκη να αφηγούνται για να εξηγούν τα πολλές φορές ανεξήγητα και δυσερμήνευτα. Η ελληνική μυθολογία είναι “προϊόν” δύο βασικών λόγων που αξίζει να αναφερθούν. Ο πρώτος λόγος είναι πως οι αρχαίοι Έλληνες, όντας ένας λαός με πληθώρα εμπορικών συναλλαγών στην ευρύτερη περιοχή και πάντα ανοιχτοί και φιλικοί σε φροντίδα των ξένων επισκεπτών που έρχονταν σε διάφορες ελληνικές πόλεις, ήρθαν σε επαφή με πολλούς λαούς κυρίως στην Μεσόγειο, την θάλασσά μας, όπως συνηθίζει να λέγεται. Αφενός λοιπόν επηρεασμένοι από τα ταξίδια τους, ίσως να γνώρισαν την πανίσχυρη μυθολογία των αρχαίων Αιγυπτίων και να άντλησαν από εκεί στοιχεία για το “χτίσιμο” ενός δικού τους μυθικού κόσμου όπως εμείς τον γνωρίζουμε σήμερα μέσα από τα βιβλία και θαμπωνόμαστε από την ομορφιά του.

Ο δεύτερος λόγος ενδεχομένως να είναι το γεγονός πως οι ίδιοι οι άνθρωποι και κάτοικοι αντιμετώπιζαν καθημερινά χίλια δύο προβλήματα, αναζητούσαν απαντήσεις σε καίριες ερωτήσεις της ζωής τους, σε φαινόμενα που οι ίδιοι δεν ήταν σε θέση να αποκρυπτογραφήσουν. Είναι η γη επίπεδη ή όχι; Είναι ο κόσμος αυτός που ξέρουμε ή υπάρχει και κάτι πέρα από αυτό που βλέπουμε γύρω μας; Γιατί η γη φέτος δεν έδωσε τους καρπούς που έδωσε τον προηγούμενο χρόνο; Σε τι οφείλεται η καταστροφική συνέπεια μιας καταιγίδας ισχυρής και πώς μπορούμε να φυλαχτούμε; Αυτά τα απλά αλλά και πιο περίπλοκα ερωτήματα απασχολούσαν κάθε άνθρωπο ανάλογα με την τάξη του και βέβαια τους φιλοσόφους. Οι απλοί άνθρωποι κυρίως είναι αυτοί που δεν είχαν την επιστημοσύνη και άρα την ικανότητα για αναλύσεις οπότε χρειάζονταν μία ανώτερη δύναμη για να μπορέσουν να ρίξουν φως σε συμβάντα. Δεήσεις, θυσίες, τελετές, χρησμοί και άλλες εκφάνσεις λατρείας όπως η προσφυγή στα περίφημα μαντεία, ήταν τα δικά τους μέσα με τα οποία απευθύνονταν στις θεότητες και ζητούσαν μία ανταπόκριση σε φόβους και ανησυχίες.

«Ο Δίας φοβόταν πως οι άνθρωποι, τα δημιουργήματα του Προμηθέα, δεν θα είχαν πια ανάγκη τους θεούς, δεν θα είχαν ανάγκη να τους λατρεύουν και να τους υπακούν · αν αποκτούσαν τον έλεγχο της φωτιάς, θα καταργούσαν τους ίδιους τους δημιουργούς τους. Ο Δίας είχε δίκιο. Το κάναμε. Και τώρα ο Δίας είμαστε εμείς. Φοβόμαστε τις οντότητες που εμείς δημιουργήσαμε». Αυτό το απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό και της σημερινής εποχής, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης ο άνθρωπος οφείλει να είναι πολλάκις προσεκτικός ώστε να μην καταστεί θύμα των ίδιων του των δημιουργημάτων. Ακόμα και σε αυτό λοιπόν με σαφώς διαφορετικό περιεχόμενο, ο Όμηρος υπήρξε προφητικός και άρα επίκαιρος σε μια εποχή όπου όλα αλλάζουν ραγδαία και η ανασφάλεια είναι στην ημερήσια διάταξη.

«Η Οδύσσεια του Ομήρου θα αποτελεί εσαεί ένα αρχετυπικό πρότυπο – ένα «σπίτι», μια «πατρίδα», τρόπον τινά, όλων αυτών των ιστοριών. Ακόμα και αν, όπως υποστηρίζουν ορισμένοι, δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά, μπορούμε τουλάχιστον να συμφωνήσουμε πως – για εμάς τους αγγλόφωνους τουλάχιστον – στον φανταστικό αυτό ποιητή δόθηκε το σωστό όνομα»