Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσουμε όλοι γιατί μας οδηγεί εύστοχα και απλά και σε μια μεγάλη συζήτηση κυρίως με τον εαυτό μας αλλά και με τους «έναντι», τους γύρω μας. Μας προκαλεί έκπληξη – στους περισσότερους – πώς αυτά τα απλά πράγματα που μας έχουν πεί χιλιάδες χρόνια πριν κάποιοι μεγάλοι διανοητές εμείς είτε τα αγνοούσαμε είτε δεν τους δώσαμε την σημασία που έπρεπε, συνεχίζοντας να ψάχνουμε να δώσουμε νόημα την ζωή μας. Το νόημα που αυτή δεν έχει από μόνη της. Κανένα νόημα μας λέει ο Σειληνός. Ο υπότιτλος Πώς να λές όχι εννοεί βέβαια στην ουσία τι πρέπει να κάνεις, πως πρέπει να οργανώσεις την ζωή σου, σε ποιες αρχές πρέπει να την θεμελιώσεις για να μπορείς να λες όχι όποτε αυτό στο οποίο καλείσαι να απαντήσεις ή να πάρεις θέση είναι αντίθετο στις αρχές και τις αξίες σου και όχι βέβαια να αρνείσαι εμμονικά τα πάντα σαν παράλογος αρνητής της ζωής. Μία και μόνο είναι η μέθοδος: να είσαι ελεύθερος και για να είσαι ελεύθερος πρέπει να είσαι αυτάρκης, διότι ο μοναδικός περιορισμός της ελευθερίας της ανθρώπινης βούλησης είναι η ανάγκη κάλυψης των βιοποριστικών του αναγκών δηλαδή της αυτοσυντήρησης. Επειδή τα απαραίτητα – τα περισσότερα από αυτά αν εξαιρέσουμε λ.χ. τον αέρα που αναπνέουμε – για την κάλυψη των αναγκών του ανθρώπου είναι είδη εν ανεπαρκεία και δεν εξασφαλίζονται χωρίς κόπο και εργασία, πρέπει να τα ορίσουμε σαν απολύτως απαραίτητα για να είμαστε αυτάρκεις και εμείς και αυτοί τους οποίους έχουμε καθήκον να φροντίζουμε.
Βίος ανεξέταστος ουκ έστι βιωτός (Σωκράτης), Μέτρον άριστον (Κλεόβουλος) και Μηδέν άγαν (Χίλων) είναι το τρίπτυχο των συστάσεων για την αυτάρκεια που εξασφαλίζει την δυνατότητα να λές όχι. Αυτό σημαίνει εξέταση του τρόπου ζωής σου – για να μην πάμε σε έννοιες όπως το γνώθι σ΄αυτόν, την εμβύθιση, τον καθαρισμό της κόπρου του Αυγείου και άλλες βαθιές φιλοσοφικές έννοιες και να μείνουμε στην επιφάνεια – από την σκοπιά της εφαρμογής του μηδέν άγαν, του μέτρον άριστον και της συμπόρευσης με την Φύση και άρα της λιτότητας. Αυτό ήταν το Ευαγγέλιο των κυνικών, των οποίων η στάση ήταν ακραία, εξ ού και η ονομασία τους. Αρνούμενοι τα καλά του πολιτισμού και τα της εξέλιξης του, επέλεξαν να ζούν σαν τους κύνες, να κοιμούνται όπου βρίσκουν και να τρώνε ό,τι βρίσκουν. Η ονομασία μπορεί κατ’ αρχήν να αποδοθεί σε αυτόν τον τρόπο ζωής αλλά μπορεί να έχει και προσβλητικό χαρακτήρα διότι η συμπεριφορά τους ήταν ενοχλητική, με την ίδια έννοια που ο Σωκράτης σαν αλογόμυγα βούιζε στα αυτιά των συγχρόνων του με την επίμονη και χωρίς διακρίσεις ειρωνική κριτική του. Ο Σωκράτης που δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι μπορεί να θεωρηθεί κυνικός υπό αυτήν την έννοια, αλλά σίγουρα πατέρας του Στωικισμού.
Ο Στωικισμός που είναι συνώνυμος της εγκαρτέρησης, υιοθέτησε ολόψυχα το τρίπτυχο των κυνικών με μια διαφορά: δεν αρνούνταν τα οφέλη του πολιτισμού, το κατά Νίτσε Απολλώνειο στοιχείο, στον βαθμό που συνταίριαζε με τις αρχές του και γενικά με την φιλοσοφία του, έτσι ώστε να μην διαφέρουν στην εμφάνιση και στον τρόπο ζωής από τους υπόλοιπους, απορρίπτοντας όμως μετά βδελυγμίας την επιδειξιομανία και την πολυτέλεια. Οι μεγάλοι Στωικοί φιλόσοφοι όπως ο ιδρυτής του Στωικισμού Ζήνων, ο Σενέκας, ο Εμπεδοκλής, ο Μάρκος Αυρήλιος και ακόμα περισσότεροι, η σοφία των οποίων αποτυπώνεται στο βιβλίο, χωρίς να απομακρυνθούν από τις μεγάλες Ιδέες της φιλοσοφίας ακολούθησαν το όραμα του Σωκράτη: να κατεβάσουν την φιλοσοφία από τον ουρανό στην γη. Και το πέτυχαν με δύο τρόπους, που είναι αδιαχώριστα απαραίτητοι, την στάση τους στην ζωή σαν παράδειγμα και την απαράμιλλη διδασκαλία τους.
Ένα παράδειγμα υψηλής διανόησης είναι το περίφημο παράδοξο του Ζήνωνα με τον ανταγωνισμό του ωκύποδα (γρηγοροπόδαρου) Αχιλλέα με την βραδύπορη χελώνα. Ο ιδιοφυής Ζήνων ήθελε να αποδείξει με αυτό ότι η έννοια του χρόνου (όπως άλλωστε και του χώρου) δεν υπάρχει ενσωματωμένη στο Σύμπαν αλλά είναι μια επινόηση της Μήτιδας, της πολυμήχανης ανθρώπινης νόησης για να εξηγήσει την Δημιουργία μετρώντας την. Τώρα τελευταία η Φυσική μας εξήγησε ότι το παράδοξο του Ζήνωνα παύει να είναι παράδοξο αν αφαιρέσεις τον χρόνο. Τι χρειάζεται αλήθεια ο άνθρωπος για να αισθάνεται ότι εκπληροί έναν σκοπό και δεν γεννήθηκε από την αβεβαιότητα ή γιατί έτσι έτυχε να συμβεί, όπως υποστηρίζει κυνικά(!) η σύγχρονη φυσική; Δεν χρειάζεται πορφύρες και μουράνο και πορσελάνες και χρυσό και ασήμι. Χρειάζεται τα απαραίτητα για να τραφεί λιτά και απολαυστικά – τα απλά υλικά με την σωστή σύνθεση και επεξεργασία ενθουσιάζουν τον ουρανίσκο – μια απλή και ασφαλή στέγη και μια ενάρετη ζωή, όπου κυριαρχούν το καθήκον και η φροντίδα προς τον εαυτό σου, τους άλλους και την Φύση. Να αισθάνεσαι ευτυχής γι αυτά που έχεις και όχι δυστυχής γι αυτά που δεν έχεις, λένε οι Στωικοί συνοψίζοντας την διδασκαλία τους. Ακόμα και αν γίνουν όλα γύρω σου και εσύ ο ίδιος χρυσά παραμένεις ένας κτιστός θνητός που εξαρτάσαι ολοκληρωτικά από την τροφή σου, όπως απέδειξε ο Σειληνός στον άπληστο Μίδα. Ο πλούτος σου χρειάζεται στον βαθμό που καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες ενός λιτού βίου, από κεί και πέραν συνεχίζεις να τον επιδιώκεις όχι για να επιβιώσεις αλλά να αποκτήσεις την δύναμη που δίνει, αλλά με τις μεθόδους που ακολουθείς για να το πετύχεις αυτό ξεπουλάς την ψυχή σου στον Μεφιστοφελή του εθισμού και της αλαζονείας.
Και ένα ανέκδοτο που κυκλοφορούσε για τον Διογένη. Ο κυνικότερος των κυνικών εκμυστηρευόταν στους φίλους του ότι ονειρευόταν μια συνεύρεση με την περίφημη εταίρα Λαϊδα. Αυτοί βρήκαν μια γριά και την πλήρωσαν να παραστήσει την Λαϊδα, υποβάλλοντας στον Διογένη τον όρο ότι κατ’ απαίτηση του αντικειμένου της ερωτικής του φαντασίωσης η συνάντηση θα γινόταν στο δωμάτιο της στο σκοτάδι, έτσι και έγινε. Όταν οι φίλοι του αποκάλυψαν την συνωμοσία ο Διογένης είπε ατάραχος το περίφημο: Λυχνίας σβησθείσης πάσα γυνή ομοία.
Εκείνο που απασχολούσε τον Δημώνακτα ήταν να μη χρειάζεται τίποτε από οποιονδήποτε άλλον. Ακολούθως όταν συνειδητοποίησε ότι δε ήταν πλέον αυτάρκης αναχώρησε από την ζωή με τους δικούς του όρους, αφήνοντας πίσω του μια παρακαταθήκη ως ένας από τους καλύτερους Έλληνες.
Λουκιανός



