Αριστοτέλης, Περί λέξεως. Ρητορική Γ’, Εκδόσεις Σμίλη

Ο Αριστοτέλης με την Ρητορική, τα Ποιητικά και τα Αναλυτικά μελετά την δια λόγου ανθρώπινη έκφραση χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν αναφέρεται – ευκαιρίας δοθείσης – σε αυτήν την κύρια ανθρώπινη λειτουργία και σε πολλά από τα υπόλοιπα έργα του. Στην Ρητορική διδάσκει την τέχνη της πειθούς στηριζόμενη στο ήθος και το πάθος μακριά από τα τεχνάσματα των Σοφιστών, όπως η ηθελημένη ασάφεια και ο ψευδής εντυπωσιασμός, η παραπλάνηση. Στο βιβλίο αυτό οι δύο μεταφραστές και μελετητές – διότι περί ολοκληρωμένης και ενδελεχούς μελέτης πρόκειται – ασχολούνται με το τρίτο βιβλίο της Ρητορικής που πραγματεύεται το λεκτικό: το ύφος, δηλαδή την λέξη και την διάταξη του ρητορικού λόγου, παραθέτοντας και τις απόψεις άλλων μελετητών και κριτικών, ώστε να διαμορφώσουμε με δική μας απόφαση τι θα κρατήσουμε και που θα επιφυλαχθούμε ή θα διαφωνήσουμε. Ανεξάρτητα από αυτό αλλά και κυρίως γι’ αυτό οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Α. Κεσίσογλου και τον Γ. Παπατσίμπα και τον εκδοτικό οίκο Σμίλη.

Πρέπει όμως να ξεκαθαρίσουμε τι φάσμα καλύπτει ο ρητορικός λόγος για να εκτιμήσουμε σωστά την σημασία του έργου αυτού του Σταγειρίτη που συγκεντρώνει σειρά διδασκαλιών στους μαθητές του. Η ρητορική δεν είναι αποκλειστικά ομιλία του ρήτορα προς ακροατήριο αλλά πάντα διαλεκτική, με διευρυμένη έννοια, πραγμάτευση του λόγου μεταξύ της νόησης του ήρωα και της νόησης του ακροατή και καλύπτει τον πολιτικό, τον συμβουλευτικό και τον δικανικό τομέα. Το μέσον αυτής της διαλεκτικής είναι η λέξις, που πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες διάταξης ενθυμημάτων (ρητορικών συλλογισμών), ενώ οι νοητικά διαλεγόμενοι πρέπει να έχουν δεδομένα χαρακτηριστικά: ο ρήτορας ήθος που οδηγεί σε αξιοπιστία και ο ακροατής πάθος που οδηγεί σε συναισθηματική συμμετοχή. Η θετική αποδοχή του ρητορικού λόγου είναι καθαρά θέμα καταλληλόλητας του λεκτικού, που πρέπει να αντιστοιχεί στο πάθος, στο ήθος και την επάρκεια του ακροατή ή του ακροατηρίου. 

Ο Αριστοτέλης εισάγει δύο όρους σε αυτήν την σειρά ρήτορας – λόγος – ακροατής. Και μας εξηγούν οι ερμηνευτές: ο πρώτος είναι ότι αποκαλεί τον ρητορικό λόγο «ευχή» την οποία εντάσσει στον ιδιαίτερο τρόπο που ο κάθε ακροατής δέχεται, αντιλαμβάνεται το κείμενο του ρητορικού λόγου και παραμένει υπό την επήρεια του με την βοήθεια της θελκτικής απροσδιοριστίας της μεταφοράς, για την κατά Αριστοτέλη σπουδαιότητα της οποίας θα μιλήσουμε παρακάτω. Ο δεύτερος είναι η «ενέργεια», ουσιώδες στοιχείο της οποίας είναι η μετατόπιση της εστίασης του λόγου από το αποτέλεσμα (το έργον, το τέλος) στην διαδικασία/διεργασία, στο «ταξίδι για την Ιθάκη», η ενσωμάτωση δηλαδή του αποτελέσματος στην διάρκεια της πράξης για το αποτέλεσμα και συνεπάγεται άκρα προσοχή και στην έκφραση και στο αποτέλεσμα που οδηγεί.

Η «τάξις», η διάταξη του ρητορικού λόγου που προτείνει ο Αριστοτέλης είναι:

  • Προοίμιον
  • Διήγησις
  • Πίστις
  • Επίλογος

και ο,τιδήποτε άλλο το θεωρεί περιττό. Το προοίμιο δεν πρέπει επ’ ουδενί να χρησιμοποιείται για τον επηρεασμό αλλά μόνον για την προετοιμασία του ακροατή, η διήγηση για την παρουσίαση του θέματος, η πίστη για την απόδειξη με επιχειρήματα της υποστηριζόμενης θέσης και ο επίλογος για την επίκληση των συναισθημάτων του ακροατή.

Από τον ρήτορα ζητά σαφήνεια, το πρέπον, δηλαδή ύφος που να ταιριάζει και χρήση της μεταφοράς που θεωρεί ότι είναι το καταλληλότερο μέσον επικοινωνίας των επιχειρημάτων του στον ακροατή και το πιο σημαντικό στοιχείο του ύφους. Με τον όρο σαφήνεια εννοεί τον περιορισμό στο ελάχιστο της απόκλισης του λεκτικού από τα δεδομένα της πραγματικότητας. Με τον όρο πρέπον εννοεί την καταλληλόλητα του ύφους για το συγκεκριμένο θέμα και με τον όρο  μεταφορά, την μεταφορά ενός ονόματος από κάτι σε κάτι άλλο, μια ενέργεια που προσφέρει αποχρώσεις σημασιολογικές που προκαλούν την νόηση του ακροατή και οδηγούν σε εγρήγορση της σκέψης. Η μεταφορά μιας εναργούς εικόνας ομοίωσης παρακινεί την σκέψη του ακροατή να δημιουργήσει την δική του εικόνα για την πραγματικότητα του εν θέματι. Εναπόκειται στην ικανότητα του ρήτορα η επινόηση μεταφορών όχι όμως απομακρυσμένων ή τελείως αφηρημένων, διότι κάθε γλωσσική έκφραση πρέπει να παραπέμπει ευθέως στην πραγματικότητα. Παράδειγμα ο συσχετισμός εικόνων της σύγχρονης ζωής με εικόνες γνωστές από το παρελθόν, όπως οι μύθοι.

Ο Αριστοτέλης, επιτιθέμενος στην μέθοδο διδασκαλίας του Γοργία, που έδινε στους μαθητές του ερωτοαπαντήσεις ή έτοιμους ρητορικούς λόγους για αποστήθιση δράττεται της ευκαιρίας να σημειώσει ότι η αποστήθιση στην εκπαίδευση – η κατ’ εξοχήν «μέθοδος» διδασκαλίας στην σύγχρονη Ελληνική εκπαίδευση που προετοιμάζει τους μαθητές «σαν έτοιμους από καιρό» να αντιγράφουν αλόγιστα τα πάντα από την ανεξέλεγκτη τεχνητή νοημοσύνη – δεν συγκροτεί τέχνη και δεν ωθεί σε σκέψη την νόηση. Διδασκαλία και απόκτηση νέας γνώσης (μάθησις) προϋποθέτουν για τον Αριστοτέλη προπαντός διάλογον με την εκάστοτε κοινότητα μάθησης. Αναφερθήκαμε στον συμβουλευτικό ρόλο της ρητορικής, θα αποφύγουμε για ευνόητους λόγους τον δύσοσμο χώρο της πολιτικής ρητορικής, που δεν έχει την παραμικρή σχέση με όσα διαβάσαμε ακόμα και στις καλύτερες στιγμές της και θα συζητήσουμε την σημασία που έχουν όλα  αυτά που επισημαίνει ή συστήνει ο Αριστοτέλης στην δικανική διαδικασία.

Εδώ μιλάμε για απονομή δικαιοσύνης! Για το ύψιστο συστατικό της αρετής, για το σπουδαιότερο μέσο άσκησης ενάρετου βίου. Οι ρήτορες εν προκειμένω είναι οι αντιμαχόμενοι νομικοί και ακροατήριο η ομάδα των δικαστών που καλούνται να κρίνουν και να αποφασίσουν με βάση αυτά που θα ακούσουν και ο/οι δικαίως ή αδίκως κατηγορούμενος/οι. Για να αντιληφθούμε πλήρως αυτά που διαβάσαμε αρκεί να φαντασθούμε μια δικαστική διαδικασία όπου όλοι έχουν απαιτούμενο ήθος και πάθος και ακολουθούν κατά γράμμα την διδασκαλία του Αριστοτέλη αντί να προσπαθούν να εξαπατήσουν τους δικαστές ή να κρυφτούν πίσω από νομοφανείς διαδικασίες και κενά του νόμου με σκοπό όχι την απόδοση δικαιοσύνης, αλλά την αθώωση ή την καταδίκη για ίδιον όφελος. Τότε θα αισθανθούμε τεράστια ικανοποίηση που διαβάσαμε αυτό το βιβλίο.