Carl Gustav Jung, Ψυχολογία και θρησκεία, Εκδόσεις Gutenberg

Γιατί οι άνθρωποι θέλουν να πιστεύουν, δηλαδή να έχουν εμπιστοσύνη στον Θεό, ενώ στην πραγματικότητα αμφιβάλλουν; Για ένα πράγμα δεν έχω καμία αμφιβολία: ότι αμφιβάλλω, είπε ο Αυγουστίνος. Αυτό ανάμεσα σε πολλά έρχεται να μας εξηγήσει με όρους ψυχολογίας ο Καρλ Γιούνγκ, στην πολύ προσεγμένη αυτή έκδοση και πολύ καλή απόδοση του βιβλίου που θα συζητήσουμε. H πληθώρα σημειώσεων των δημιουργών της έκδοσης – όπως άλλωστε μας έχει συνηθίσει ο Gutenberg – μας βοηθούν πολύ να κατανοήσουμε καλύτερα το κείμενο. Ο Καρλ Γιούνγκ πιθανόν να παρέμενε άγνωστος χωρίς τον δάσκαλο του και το έργο του Φρόιντ να μην είχε φωτισθεί, επεκταθεί και διορθωθεί σε κάποια σημεία χωρίς τον Γιούνγκ. Οι δύο τους – χωρίς να ξεχνάμε τον Γιάσπερς – άνοιξαν το μονοπάτι που θα οδηγήσει κάποτε την Ψυχολογία στο ξέφωτο του Χάιντεγκερ.

Έχουμε λοιπόν την ψυχολογία από την μια και την θρησκεία από την άλλη και την προσπάθεια της πρώτης, μέσω ενός από τους εξοχότερους εκπροσώπους της, να προσπαθεί να εξηγήσει την ανάγκη του ανθρώπου να αποκαταστήσει μια επικοινωνία με το θείο, μέσω μιας τελετουργικής όσο και συμβολικής διαδικασίας. Από τους ορισμούς που δίνει στις δύο αυτές έννοιες προκύπτει αβίαστα η σχέση μεταξύ τους και η επιρροή της ψυχο-σύνθεσης του ατόμου στην διαμόρφωση της στάσης του απέναντι στην θρησκεία.

Ας ξεκινήσουμε από την Ψυχολογία. Η πρώτη ερώτηση που θα απηύθυνε η ανθρώπινη περιέργεια στον ψυχολόγο είναι: τι είναι κατά την γνώμη της επιστήμης αυτό που ονομάζουμε ψυχή; Υπάρχουν δύο κυρίαρχες απόψεις: Ο δυισμός, που υποστηρίζει ότι ψυχή και σώμα είναι δυο ξεχωριστά πράγματα, ύλη και πνεύμα (που μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε το υλικό σώμα), που συνδέονται, αλληλοεπηρεάζονται, το σώμα είναι η φυλακή της ψυχής, η ψυχή είναι αθάνατη και μετενσαρκώνεται και χίλιες δυό εκδοχές που έχουν καταναλώσει τόνους μελάνης αλλά δεν είναι του παρόντος. Η δεύτερη άποψη είναι η υλιστική που υποστηρίζει ότι αυτό που ονομάζουμε ψυχικές εκδηλώσεις δεν είναι παρά προϊόν υλικών διεργασιών. Δεν πρόκειται παρά για ένα επιφαινόμενο, ένα υποπροϊόν οργανικών εγκεφαλικών διεργασιών, λέει επι λέξει ο Γιούνγκ. Δεν παίρνει θέση, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν είναι φιλόσοφος αλλά ψυχίατρος που πρέπει να βασιστεί στην εμπειρία. Διευκρινίζει όμως ότι, κατά την γνώμη του, η ψυχή είναι κάτι αχανές και η συνείδηση είναι ένα μικρό μόνο κομμάτι της. Αλλά, προς τιμήν του, φιλοσοφεί αδιάκοπα όπως και ο δάσκαλος του. Προχωρά λοιπόν γρήγορα, στην προσωπικότητα που….αποτελείται από δύο πράγματα: πρώτον τη συνείδηση και το περιεχόμενο της και, δεύτερον μία ασυνείδητη ψυχή…….

Στην συνέχεια λέει ότι η ολοκλήρωση της προσωπικότητας (που είναι και το αντικείμενο της παρεμβατικής ψυχιατρικής με όπλο την ψυχανάλυση κλπ.) προϋποθέτει την ένωση του συνειδητού με το ασυνείδητο. Αυτό δημιουργεί σε όλους μας μια απορία όσον αφορά την σχέση των εννοιών συνείδηση και συνειδητό. «Για την συνείδηση μας μπορούμε να πούμε ότι είναι η προσωπική μας ψυχική ύπαρξη». Ως εδώ όμως, αλλιώς θα παρασυρθούμε σε φιλοσοφική αναζήτηση. Χρησιμοποιεί τον όρο Σκιά – όχι για πρώτη φορά – για να μας δείξει ότι το ασυνείδητο μας ακολουθεί σε κάθε μας βήμα και δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από αυτό, μας ακολουθεί παντού και μπορεί να εμφανίζεται στα όνειρα μας χωρίς εμείς να μπορούμε να το αντιληφθούμε χωρίς την βοήθεια του ψυχιάτρου. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της προσωπικότητας μας, την καθορίζει και προκαλεί τις νευρώσεις που είναι το αίτιο των διαταραχών μας. Παρομοιάζει την προσωπικότητα μας με ένα πολυώροφο κτήριο που οι κάτω όροφοι είναι το ασυνείδητο και αν κόβαμε αυτούς τους ορόφους το κτήριο θα κατέρρεε βέβαια. 

Το συνειδητό λοιπόν είναι εμπειρίες που μπορούμε να αντέξουμε ή μάλλον με τις οποίες μπορούμε να συμβιώσουμε και το ασυνείδητο είναι η αποθήκη είτε των εμπειριών που απωθούμε ή τις βάζουμε σε τεχνητό κώμα (π.χ. λήθη) είτε κληρονομημένων γενετικά πρόσφατων σχετικά ή και αρχέγονων εμπειριών (Τοτέμ και Ταμπού, Φρόιντ). Όσο περισσότερες από τις πρώτες φέρουμε στην επιφάνεια και τις αντιμετωπίσουμε τόσο η Σκιά μας θα γίνεται αραιότερη και η προσωπικότητα μας θα ολοκληρώνεται. Όσο περισσότερο ψάξουμε στις δεύτερες, τόσο καλύτερα θα μπορέσουμε να εξηγήσουμε την στάση μας απέναντι στην θρησκεία. Αυτά τα δύο κάνει ο Γιούνγκ: το πρώτο σαν ψυχίατρος και το δεύτερο σαν μελετητής ενός θέματος που αντιμετωπίζει με τους ασθενείς του και συγγραφέας αυτού του βιβλίου.

Άρα το πρώτο δεν είναι ανεξάρτητο από το δεύτερο αλλά σημαντικό μέρος του, από ότι αντιλαμβανόμαστε από τις περιγραφές των συζητήσεων με ασθενείς του με διαταραγμένη ή επι το ηπιότερον, μη ολοκληρωμένη, διασπασμένη, προσωπικότητα. Στην διαδικασία εντοπισμού και ανάδυσης από το σκότος της Σκιάς των απωθημένων ή σε λανθάνουσα κατάσταση εμπειριών που καταχωνιάζονται ηθελημένα ή μη στο ασυνείδητο ο Γιούνγκ δίνει τεράστια σημασία, όπως και ο δάσκαλός του άλλωστε, στα όνειρα. Εκεί ψάχνει και βρίσκει καθαρές αυθεντικές εικόνες για να παρακάμψει την φυσική τάση απόκρυψης του ασθενούς πίσω από μία μάσκα και εμφάνιση μιάς απατηλής ωραιοποιημένης  και συνάμα αναληθούς εικόνας στον «έναντι» που εν προκειμένω είναι ο ψυχίατρος.

Συνεχίζουμε με την θρησκεία. Έχουμε ένα κρίσιμο στοιχείο: Ο Γιούνγκ ξεκαθαρίζει από την αρχή με αξιέπαινη ειλικρίνεια ότι είναι Προτεστάντης. Δεν σπρώχνει στο ασυνείδητο τις θρησκευτικές του καταβολές αντί να τις βάλει πάνω στο τραπέζι για συζήτηση, όπως έκαναν πολλοί για να αποκτήσουν τον επίζηλο τίτλο του Ελεύθερου Πνεύματος. Εξ άλλου αυτό δεν επηρεάζει παρά ελάχιστα τον στόχο του: να αναζητήσει στην ψυχολογία του ατόμου τα αίτια του θρησκευτικού του συναισθήματος ή τις ενοχές του από την άρνηση αναγνώρισης του ή την σκόπιμη απώθηση του. Ο ορισμός που χρησιμοποιεί ο Γιούνγκ – διαβάζουμε και στον πρόλογο του εκδότη – βασίζεται στο σημαινόμενο της λατινικής λέξης religere από την οποία προέρχεται (religion) που είναι προσεκτική και ευσυνείδητη παρατήρηση «μιας δυναμικής οντότητας ή ενός δυναμικού αποτελέσματος, το οποίο δεν προκαλείται από κάποια εκούσια πράξη, αλλά αντιθέτως επιβάλλεται στο ανθρώπινο υποκείμενο και το καθορίζει, με το υποκείμενο να είναι μάλλον το θύμα του μάλλον παρά ο δημιουργός του. Είναι ακούσιο δημιούργημα του νού και σαν τέτοιο είναι φυσικά αντικείμενο ψυχολογικής έρευνας.

Ο άνθρωπος μη έχοντας πρόσβαση στην οντότητα (Δημιουργό) ούτε στα φαινόμενα που παρατηρεί (την Φύση με την αρχαιοελληνική σημασία του Όλου) τους προσάπτει διάφορα ονόματα «δυνάμεων» που επηρεάζουν την ζωή του. Ο Θεός Όν, ο Ών, το Ωόν, όντας έννοια απρόσιτη στον ανθρώπινο Νού, παίρνει την μορφή όντος και αιτίου (Αιτιώδης Αρχή) για να γίνει προσιτό στον άνθρωπο και σαν τέτοιο λατρεύεται μέσω της θρησκείας. Η αναζήτηση νοήματος στην ζωή και ο φόβος του θανάτου επιτείνουν την ανάγκη μιας τέτοιας συνειδησιακής προσέγγισης, μιας «ανθρωπομορφικής προέκτασης», όπως την ονομάζει ο Φόιερμπαχ. Σε επιβεβαίωση των πιο πάνω ο συγγραφέας λέει ότι ….η επιλογή του θεού ανήκει στον άνθρωπο…. Η επίθεση του στον Νίτσε για τον θάνατο του Θεού είναι υπερβολική και αδικαιολόγητη διότι ο Νίτσε δεν συνέστησε την θανάτωση του Θεού, αντίθετα υποστήριξε ότι τώρα δεν έχουμε κλαδί να πιαστούμε και στην απελπισία μας ακόμα και έναν γάιδαρο αν μας προτείνανε θα τον κάναμε θεό μας. Επίσης δεν υποκατέστησε ούτε αναγόρευσε τον εαυτό του θεό. Η υπογραφή Διόνυσος μπορεί να σημαίνει ότι θεώρησε ότι διέρρηξε την άβυσσο και βρήκε το Είναι του.

Σε σημείωση του επιμελητή διαβάζουμε επίσης ότι την λέξη θρησκεία ο Γιούνγκ με την έννοια του ορισμού του Κικέρωνα: Θρησκεία σημαίνει απόδοση σεβασμού και προσφορά λατρείας σε μια ανώτερη φύση, την οποία αποκαλούμε θεϊκή. Ο Γιούνγκ είναι πεπεισμένος ότι η θρησκευτική πίστη δημιουργείται στο ασυνείδητο. Αυτή η πεποίθηση του τον ωθεί να αναζητά την όποια λογική ή άλογη σχέση του ανθρώπου με την θρησκεία, τον φόβο ακόμα και τον τρόμο σαν αίτιο απώθησης ή τυφλής υποταγής την αναζητά στο ασυνείδητο, όπου έχουν στριμωχτεί αρχέγονες εμπειρίες και ιδέες, προτού μάθουν οι άνθρωποι να δημιουργούν σκέψεις και έρχονταν οι σκέψεις και τους έβρισκαν. Οι άνθρωποι δεν σκέφτονταν αλλά βίωναν τις πνευματικές τους λειτουργίες.

Όπως αναφέραμε και πιο πάνω ο Γιούνγκ δίνει πολύ μεγάλη σημασία στα όνειρα. Η άποψη του, συνθέτοντας διάφορες αναφορές του, που διαφωνεί με αυτήν του Φρόιντ ότι: τα όνειρα είναι απλώς ένα παραπέτασμα που φτιάχνεται για να κρύψει κάτι συγκεκριμένο, αντιτάσσει αιχμηρά ότι: το όνειρο είναι η ίδια του η ερμηνεία. Είναι αυτό που είναι και δεν υπάρχει προφανής λόγος να υποθέσουμε ότι (αυτό το φυσικό γεγονός) πρόκειται για τερτίπι της φαντασίας, η οποία τάχα προσπαθεί να μας ξεγελάσει. Τα όνειρα μας αποκαλύπτουν τις ίδιες συγκρούσεις και τα ίδια συμπλέγματα με αυτά που μπορούμε να συναγάγουμε ότι υπάρχουν μέσω ενός απλού συνειρμικού τεστ.

Έτσι μεγάλο μέρος του βιβλίου αφιερώνεται στην ανάλυση συγκεκριμένων ονείρων ασθενών του. Η εμμονή του στην ανάλυση παλαιών και νεότερων συμβόλων σε μεγάλη έκταση, που αναγνωρίζει και ο ίδιος, νομίζουμε ότι οφείλεται στην εύκολη αναγνώριση τέτοιων συμβόλων στις περιγραφές των ονείρων. Βέβαια φτάνει στην υπερβολή ότι ην τετρακτύς του Πυθαγόρα συνδέεται με τον αριθμό των Ευαγγελίων. Εδώ αφήνει τον Προτεσταντισμό να θολώσει την κρίση του, όταν είναι σε όλους γνωστά τα αίτια και ο τρόπος που επελέγησαν τα τέσσερα Ευαγγέλια. Το ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ είναι ένα πολύ ωφέλιμο βιβλίο γι’αυτούς που θέλουν να συζητούν τα πάντα με σεβασμό και κυνικότητα και ευχαριστούμε ειλικρινά τον εκδότη και τους συντελεστές της έκδοσης