“Τη νύχτα, συνδεόμασταν με τα μεγάφωνα που είχαν εγκαταστήσει στους δρόμους οι Γερμανοί για τις ανακοινώσεις τους και παίζαμε τον εθνικό ύμνο της Πολωνίας. Όσο περισσότερο πετυχαίναμε τους σκοπούς μας καταφέρνοντας να ξεγλιστράμε, τόσο περισσότερο θέλαμε να συνεχίσουμε. Ήταν σαν ναρκωτικό. Παρ’ όλα αυτά, έπρεπε να προσέχουμε, αφού οι ναζί όχι μόνο είχαν διαλέξει το Λούμπλιν ως επιχειρησιακό τους κέντρο, αλλά παντού σε όλη την υπόλοιπη Πολωνία οι Γερμανοί κατάσκοποι είχαν αρχίσει να εντοπίζουν τις αρχηγούς του πρώην Σώματος Πολωνών Οδηγών και να τις συλλαμβάνουν”. Η μαρτυρία αυτή είναι μία από τις πολλές της Κάσια, της μίας εκ των ηρωίδων του βιβλίου που αφηγείται σημεία και τέρατα που έλαβαν χώρα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Ράβενσμπρικ, εκεί όπου τόσοι και τόσοι άνθρωποι, αποκλειστικά γυναίκες, αντιμετωπίστηκαν ως μιάσματα και αποβράσματα και εξολοθρεύτηκαν δίχως κανέναν προφανή λόγο παρά μόνο από παράνοια από μία ομάδα ψυχοπαθών βασανιστών.
Ο αγώνας της επιβίωσης ήταν μία καθημερινή ανηφορική διαδρομή και ένας Γολγοθάς για αυτές τις γυναίκες, η αντίσταση δεν ήταν εύκολη υπόθεση αλλά οι γυναίκες που βρίσκονταν στο στρατόπεδο αυτό, κυρίως Πολωνές και Εβραίες, επιχειρούσαν να οργανώσουν έστω και υποτυπωδώς το δικό τους σχέδιο ώστε ο υπόλοιπος κόσμος να μάθει τα βασανιστήριά τους και την εκμετάλλευσή τους ως πειραματόζωα από τους κατ’ επίφαση γιατρούς που υπηρετούσαν εκεί. Η Χέρτα Ομπερχόιζερ, η έτερη πρωταγωνίστρια που είχε τον ρόλο της εκτελέστριας των άνωθεν εντολών περί αδιανόητα οδυνηρών χειρουργικών επεμβάσεων στις γυναίκες κρατούμενες, είναι η προσωποποίηση του διαβολικού σχεδίου εξόντωσης ανθρώπων που δεν έφταιξαν σε τίποτα και βρέθηκαν αιχμάλωτες στις ορέξεις των ναζιστών που διψούσαν για θανατικό.



