Αισχύλος, Επτά επί Θήβας, Εκδόσεις του εικοστού πρώτου

Έχει μεγάλη σημασία να ξεκαθαρίσουμε με τον εαυτό μας πώς διαβάζουμε και γενικά πως προσλαμβάνουμε (δεξιωνόμαστε είναι μια άλλη ωραία λέξη) μια αρχαία ελληνική τραγωδία. Αυτό εξαρτάται ευθέως από το πόσο «επαρκείς» αναγνώστες είμαστε, πράγμα που ισχύει βέβαια για ολόκληρη την μεγάλη λογοτεχνία. Χρειάζεται λοιπόν τουλάχιστον να διαβάσουμε το δράμα και μια ανάλυση του ποια είναι τα νοήματα και τα μηνύματα που θέλει να μας μεταφέρει, για να μην την υποβιβάσουμε στο επίπεδο μιας τραγικής ιστορίας σαν όλες τις άλλες ή ένα μουσειακό είδος τουριστικού ενδιαφέροντος. Αυτό μας προσφέρει αυτό το βιβλίο και μάλιστα με μια εισαγωγή που μας βοηθά πολύ να δούμε μια παράταση ενός έργου που έχουμε ίσως ξαναδεί με άλλο μάτι και άλλη διάθεση. Όχι να πάμε γιατί «πρέπει» αλλά για να συμμετάσχουμε και να φύγουμε λίγο καλύτεροι από πρίν, όπως έκαναν οι θαυμαστοί πρόγονοι μας.

Αυτή η τραγωδία είναι η μόνη που έφτασε σε μας από μια τετραλογία του Αισχύλου, που περιελάμβανε επίσης τον  Λάιο, τον Οιδίποδα και την Σφίγγα, που δεν έχουν σωθεί, και που αναφέρεται στον οίκο των Λαβδακιδών – από το όνομα του Λάβδακου, του πατέρα του Λάιου και την κατάρα που τον βάραινε. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να καταλάβουμε τι θέλει να μας μεταφέρει ο κορυφαίος των Ελλήνων τραγωδών με τους Επτά επι Θήβας αντί να χύνουμε κροκοδείλια δάκρυα για τις άλλες που χάθηκαν. Όταν άκουγε κάτι τέτοια ο Νίτσε μας παρέπεμπε στην παραβολή του Ιησού για την τρύπα της βελόνας: κι αυτά πού έχουμε είναι αρκετά για να διδαχτούμε. Η Στωική λογική που μας καλεί να είμαστε ευτυχείς γι αυτά που έχουμε και όχι δυστυχείς γι αυτά που δεν έχουμε. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην επτάπυλη μυθική Θήβα, την πόλη του Κάδμου, το γνωστότερο ίσως τοπωνύμιο παγκοσμίως, αφού συνδέεται με το όνομα του Οιδίποδα, του Διονύσου και του Ηρακλή, έπεται του δράματος του Οιδίποδα και προηγείται της θυσίας της Αντιγόνης. Τρείς γενιές Λάιος – Οιδίποδας – Πολυνείκης/Ετεοκλής/Αντιγόνη αναλώνονται για να σβήσει η κατάρα της ανυπακοής του Λάιου, η Ύβρις προς τον Απόλλωνα. Από την άλλη πλευρά οι Αργείοι, οι Έλληνες της Ιλιάδας του Ομήρου, που κατηγορήθηκαν με το περίφημο Αιδώς Αργείοι για την ολιγωρία τους στην άλωση της Τροίας, όπου εδώ εμφανίζονται ανδρείοι πολεμιστές που καλούνται, εκόντες – άκοντες να ανταποκριθούν στις βουλές του Απόλλωνα. 

Η αρχαία ελληνική τραγωδία – και αυτό είναι το μεγαλείο της αν διαβαστεί σωστά – έθετε πάντοτε στον θεατή και επεξεργαζόταν με διαφορετικούς όρους στην εξέλιξη της, όπως μας εξηγεί ο Νίτσε στην διατριβή του, τα μεγάλα ερωτήματα του ανθρώπου για την ύπαρξη με την μορφή του παρ-ειμι (είμαι εδώ ανάμεσα στους άλλους, σε σχέση με τους άλλους, τι πρέπει να κάνω;), άρα την ζωή, τον θάνατο, το πεπρωμένο ή την ελεύθερη βούληση, την συνείδηση σαν εκδήλωση της ψυχής και την Αρετή. Οι οντολογικοί θεοί των Ελλήνων, που δεν φέρουν καμία ευθύνη για την Δημιουργία, αλλά εκπροσωπούν τους νόμους, καθολικούς και κατ’ επέκταση συνειδησιακούς, είναι παρόντες στην σκηνή και συνδιαλέγονται με τους θεατές. Το έργο αυτό έχει χαρακτηριστεί ως Μεστόν Άρεως, γεμάτο από το νείκος και την αμάχη του Ηράκλειτου, κυριαρχούμενο από το Διονυσιακό στοιχείο της άλωσης αλλά και της αυτοθυσίας, του ενστίκτου. Στο τέλος αποκαθίσταται η τάξη και η αρμονία, εν προκειμένω με την άρση της Ύβρεως. Η ύπαρξη εδώ εμφανίζεται με την μορφή της σχέσης μεταξύ δύο αδελφών, προϊόντων ανήκουστης αιμομιξίας, που θα ήταν καλύτερα αν δεν είχαν γεννηθεί καθόλου, όπως θα έλεγε ο Σειληνός και άρα πρέπει να πάψουν να υπάρχουν. Η αλληλοεξόντωση είναι η κορύφωση αυτής της ανάγκης. Στην Αντιγόνη το θέμα της τραγικής ηρωίδας δεν είναι αυτό, αλλά η στέρηση του δικαιώματος της ταφής του ενός αδελφού της και της επανένωσης του με την μητέρα γή.

Η Αρετή αναδύεται πλησίστια στον περιφρονητικό λόγο του Ετεοκλή προς τον Χορό των γυναικών. Η ανδρεία σαν συστατικό της αρετής, που καλούνται να επιδείξουν οι άνδρες υπερασπιστές της πόλης δεν είναι επιτρεπτό να υποδαυλίζεται από τον φόβο των γυναικών. Ο φόβος θολώνει την κρίση, παγώνει την ορμή και σαν τέτοιος δεν είναι αποδεκτός από τους θεούς και οι ικεσίες των γυναικών απευθύνονται σε ώτα μη ακουόντων. Οι θεοί βρίσκονται πάντα στο πλάι των ανδρείων, ποτέ των δειλών: Αιδώς Θηβαίες! Ο λόγος του Ετεοκλή δεν έχει την παραμικρή έννοια μισογυνισμού αλλά κλήσης στο καθήκον. Οι γυναίκες της πόλης καλούνται να φωνάξουν με όλη τους την δύναμη: Ή ταν ή επι τας και όχι να εκλιπαρούν και μάλιστα τα αγάλματα των θεών. Ο ένδοξος θάνατος για την υπεράσπιση της πάτριας γής είναι η κορυφαία δικαίωση της ύπαρξης και η αυτοθυσία το κλείσιμο του κύκλου μιας ενάρετης ζωής. Αν κρυφτείς από το καθήκον σου για να ζήσεις, αν γίνεις ρίψασπις, δεν μπορείς να ζήσεις, βίος ανεξέταστος ουκ έστι βιωτός. Αυτό είναι το δίδαγμα. 

Το θέμα της τυχαιότητας τίθεται σε ένα από τα κορυφαία σημεία της τραγωδίας όπου τα δυο αδέλφια «κληρώνονται» να συναντηθούν και να διασταυρώσουν τα ξίφη τους στη έβδομη πύλη. Είναι γραμμένο από την μοίρα ή από την θεά τύχη; Δεν υπάρχει απάντηση ακόμα και αν το γνωρίζουν. Τα ερωτήματα τίθενται στον θεατή, δεν απαντώνται γιατί δεν είναι δυνατόν να απαντηθούν. Τέλος το θέμα του πεπρωμένου. Σε όλο το έργο το ερώτημα αυτό αφήνεται να πλανάται. Αναπάντητο βέβαια και αυτό. Η τραγική εκκρεμότητα της πατροκτονίας και της αιμομιξίας σαφώς πρέπει να κλείσει, το επιτάσσουν οι νόμοι της Φύσεως, οι θεοί. Αλλά πώς; Με βάση ένα σχέδιο των θεών ή με την εκδήλωση της ελεύθερης βούλησης των εμπλεκομένων; Ο Ηράκλειτος είπε ότι το πεπρωμένο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο χαρακτήρας του ανθρώπου που καθορίζει τις ενέργειες του και άρα την πορεία της ζωής του. Ο Πλάτων αφήνει να εννοηθεί ότι έργο του ανθρώπου είναι να κρατά σε ισορροπία το θυμικό και το βουλητικό. Ο Οιδίποδας γίνεται πατροκτόνος αφήνοντας τα ηνία στο ένστικτο του. Ο Πολυνείκης οδηγείται από το ένστικτο του να αρπάξει με την βία την εξουσία από τον αδελφό του. Και οι δύο ασκούν την απόλυτη ελευθερία τους να πράξουν κατά βούληση, αλλά η βούληση πόσο ελεύθερη είναι όταν καθοδηγείται από τον – δεδομένο – χαρακτήρα τους;

Με αυτές τις σκέψεις έφευγε ο αρχαίος Έλληνας από το θέατρο, όπου πήγαινε για να ψυχ-αγωγηθεί διασκεδάζοντας. Στο ίδιο περίπου θέατρο έχουμε και εμείς την απαράμιλλη τύχη να πηγαίνουμε, τα ίδια λόγια ν΄ακούμε αλλά όχι δυστυχώς την μουσική επένδυση. Αυτό το βιβλίο – μια αξιέπαινη προσπάθεια που ελπίζουμε να συνεχιστεί – θα μας βοηθήσει να φύγουμε από την παράσταση ή απλώς να το κλείσουμε απαλά και να το βάλουμε στο πάνω ράφι, με την σκέψη μας γεμάτη προβληματισμό αν θέλουμε να λέμε ότι είμαστε απόγονοι αυτού του θαυμαστού κόσμου. Ο Αισχύλος εδώ αποφεύγει με επιμέλεια να «ανοιχτεί». Το έκανε στον Προμηθέα Δεσμώτη, όπου αποκαλύπτει – για τους μυημένους – αρκετά από τα άδυτα των Ελευσινίων και ορθώς κατηγορήθηκε γι αυτό. Περισσότερα γι αυτό στην συζήτηση αυτού του έργου ελπίζοντας και αναμένοντας  την έκδοση του από τον ίδιο εκδότη.