Τόμας Μαν, Θάνατος στη Βενετία, Εκδόσεις Ψυχογιός

Οι άνθρωποι, όσα χρόνια και αν περάσουν, δεν θα σταματήσουν να διακατέχονται από το πάθος, τον πόθο και τον ερωτικό οίστρο, τον οποίο μάλιστα πολλές φορές πολύ δύσκολα μπορούν να ελέγξουν και να χαλιναγωγήσουν. Ο Τόμας Μαν, ο συγγραφέας του Μαγικού βουνού και του Τόνιο Κρέγκερ, πραγματεύεται για μία ακόμα φορά αυτές τις φορτισμένες στιγμές της αδύναμης ανθρώπινης φύσης που δύσκολα υπόκειται σε κανόνες όταν η καρδιά ορίζει τις δικές της επιθυμίες και παρασύρεται από αυτές, είναι η ίδια η φύση που εδώ γίνεται το κυρίαρχο θέμα. Ο κόσμος που παρουσιάζει ο Τόμας Μαν στο βιβλίο αυτό δεν είναι ένας κόσμος μακρινός και άγνωστος, είναι σάρκα εκ της σαρκός του ανθρώπου που θέλει να ξεπερνά τα όριά του και να υπερπηδά όλα αυτά που φιμώνουν την ελευθερία του, ακόμα και όταν η ηθική είναι αντίθετη προς τις πράξεις αυτές. Μέσω του πρωταγωνιστή του ακροβατεί ανάμεσα στην λογική, τον κίνδυνο και τον πόθο, ένα συναίσθημα από το οποίο κανείς δεν γλιτώνει όσο δυνατός και αν είναι.

Οδεύοντας στον θάνατο μέσα από την πίστη σε μια νοθευμένη και επίπλαστη ομορφιά

Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για μία από τα πιο εμβληματικές νουβέλες της παγκόσμιας λογοτεχνίας από έναν συγγραφέα/στοχαστή, έναν άνθρωπο πνευματικό που προέβλεψε την ναζιστική απειλή και αντιστάθηκε στο καθεστώς των χιτλερικών με διάφορα γραπτά του ενώ εγκατέλειψε την πατρίδα του με την άνοδο του ναζισμού. Το βιβλίο αυτό είναι ένας ύμνος στον ρόλο του ανθρώπου σε μια κοινωνία όπου η ομορφιά λείπει. Η ομορφιά του κόσμου θα σώσει τον κόσμο, έγραφε ο Ντοστογιέφσκι και αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνει και ο Τόμας Μαν μέσα από αυτό το σπουδαίο μα συνάμα αινιγματικό κείμενο. Είναι μια διαχρονική νουβέλα γιατί, μέσω του πρωταγωνιστή του Γουσταύου Άσενμπαχ, ο Τόμας Μαν ουσιαστικά περιδιαβαίνει σε διάφορα επίπεδα συλλογισμού και φιλοσοφίας, έτσι που ο αναγνώστης αδυνατεί να καθορίσει ακριβώς τι θέλει να πει ο ποιητής. 

Ο κόσμος και οι άνθρωποι είναι ανήθικοι ή μήπως είναι στενά τα όρια και οι άνθρωποι οι ίδιοι πολύ σκληροί όταν πρόκειται να κρίνουν άλλους; Ή μήπως τελικά όντως η καρδιά μας απατά και εμείς αδυνατούμε να το αποδεχτούμε και για αυτό οδηγούμαστε σε χίλια μύρια σφάλματα; Σε αυτό το σκηνικό που ο Τόμας Μαν έχει μεταφέρει τον αναγνώστη του, η ζωή και ο θάνατος είναι εκεί ως δύο πρόσωπα του ίδιου νομίσματος. Ο Γουστάυος Άσενμπαχ ζει τον έρωτα και το πάθος για τον νεαρό που συναντά και ο οποίος τον στοιχειώνει σε τέτοιο βαθμό που αδυνατεί να κατανοήσει πως η φυγή του από την πόλη της Βενετίας είναι απαραίτητη για να σωθεί. Τυφλωμένος σαν άλλος Οιδίποδας από το κάλλος σχοινοβατεί ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, θολωμένος από μια λαχτάρα και μια ηδονή που κατοικεί μέσα του. «Ο Άσενμπαχ δεν αγαπούσε τις απολαύσει. Όποτε και όπου βρισκόταν σε γιορτή και σχόλη, ανάπαυση και ευζωία, τον τραβούσε και πάλι γρήγορα κοντά του με ανησυχία και με το ζόρι ο μόχθος, το ιερό και νηφάλιο καθήκον της καθημερινότητάς του. Αυτό συνέβαινε ιδίως τα χρόνια της νιότης του». Πλέον όμως όλα αυτά κατέρρευσαν μέσα του και δεν ελέγχει τον ίδιο του τον εαυτό, τον έχει κυριεύσει η παρουσία του νέου και όμορφου σαν το σύνδρομο που έπαθε ο Σταντάλ όταν ταξίδεψε στη Ρώμη.

Ο Γουσταύος Άσενμπαχ είναι ο καθρέφτης της μορφής του Μάλερ όπως διαβάζουμε στο εισαγωγικό σημείωμα, το οποίο έχει επιμεληθεί ο Ηλίας Μαγκλίνης. «Το Adiagetto της Τέταρτης Συμφωνίας του Μάλερ δεν υπήρξε μονάχα το «σάουντρακ» της κινηματογραφικής μεταφοράς του Θάνατος στη Βενετία. Ήταν ευθύς εξαρχής η μουσική υπόκρουση της πρωτότυπης νουβέλας του Τόμας Μαν. Και όταν το συνέθεσε ο Μάλερ ήταν λες και είχε στο πίσω μέρος του μυαλού του μια νουβέλα που κάποτε θα γραφόταν και που στον τίτλο της θα περιλάμβανε μία από τις πιο αλλόκοτες, ονειρώδεις και υγρές πόλεις στον πλανήτη, αυτό το απόσταγμα υψηλού πολιτισμού και ανθρώπινης λοξότητας, και την απόλυτη αλήθεια του ανθρώπινου βίου: το τέλος του». Ο Άσενμπαχ καθίσταται έρμαιο των ίδιων του των επιθυμιών, αδυνατεί να δει πίσω από το πέπλο του πόθου του για τον νεαρό Τάτζιο και υποπίπτει σε ολέθρια σφάλματα εις βάρος της ίδιας του της ζωής. 

Ο Γιενς Πέτερ Γιάγκομπσεν περίπου την ίδια εποχή στη δική του νουβέλα Πανούκλα στο Μπέργκαμο είχε προβλέψει αυτό που είχε γράψει ο Ντάνιελ Ντεφόε στο δικό του μυθιστόρημα Πανούκλα στο Λονδίνο, δηλαδή την επέλαση μιας μολυσματικής ασθένειας που θα αποτελούσε ταφόπλακα για μια ολόκληρη πόλη. Πρόκειται για ένα κείμενο γοτθικό, σαν η σκηνή να εκτυλίσσεται αποκλειστικά μέσα σε καθεδρικό ναό και τα πολλές φορές παράξενα όντα που κοσμούν τον ναό να πρωταγωνιστούν και να κατατρέχουν τους πιστούς. Σκοτεινό διήγημα με έντονους συμβολισμούς από έναν δεξιοτέχνη του λόγου και της αφήγησης που ύμνησαν τόσο ο Ίψεν όσο και ο Ρίλκε, ο οποίος έγραφε: “Απ’ όλα μου τα βιβλία, λίγα μου ‘ναι απαραίτητα ͘  δυο τους βρίσκονται πάντα ανάμεσα στα πράγματά μου όπου κι αν πάω. Τα χω κ’ εδώ, τώρα, κοντά μου: τη Βίβλο, και τα βιβλία του μεγάλου Δανού Jens Peter Jacobsen”. Με διαφορετικό πλαίσιο αλλά με τα ίδια δεδομένα, καθώς η Βενετία καθίσταται απαγορευμένη πόλη, ο Τόμας Μαν επαναφέρει το θανατικό και το τέλος του κόσμου εν μέσω Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Οι συμβολισμοί είναι ισχυροί και ο θάνατος του ανθρώπου και των επιθυμιών του σε πρώτη προβολή. Ο άνθρωπος υποφέρει και η σωτηρία μοιάζει όνειρο απατηλό. 

Στο επίμετρο της έκδοσης ο Χέρμαν Κούρτσκε γράφει: «Στην πορεία της αφήγησης τον καταβάλλει το διονυσιακό στοιχείο. Χάνει την αυτοκυριαρχία του, η κοινωνία του γίνεται αδιάφορη, είναι εκστατικός, σαγηνευμένος, μεθυσμένος, επιδοκιμάζει τη ζωή μαζί με το χάος και τη χολέρα, νιώθει, εντέλει, να ενώνεται μέσα στον θάνατο με το πρωταρχικό Ένα, εκεί όπου τον οδηγεί το νεύμα του Τάτζιο, στο «πολλά υποσχόμενο ανοίκειο». Τα ανθρώπινα πάθη ποτέ δεν έπαψαν να απασχολούν τους ίδιους τους δημιουργούς, για αυτό και ο σκεπτόμενος και ιδιαίτερα ευαίσθητος Τόμας Μαν δεν θα μπορούσε να μην ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό, ένα ζήτημα που πραγματεύεται πολλάκις.

«Το κρεβάτι δεν τον χωρούσε πια. Σηκωνόταν και, κουκουλωμένος ελαφρά για να αντιμετωπίσει την πρωινή δροσιά, καθόταν στο ανοιχτό παράθυρο περιμένοντας την ανατολή του ήλιου. Το θαυμαστό γεγονός γέμιζε κατάνυξη την ψυχή του, εμβαπτισμένη ακόμη στα νάματα του ύπνου. Ουρανός, γη και θάλασσα παρέμεναν στοιχειωμένα σε μια γυάλινη χλωμάδα. Ένα άστρο, σβήνοντας, έπλεε ακόμα στην ανυπαρξία»