Thomas Mann, Τόνιο Κρέγκερ, Εκδόσεις Μεταίχμιο

Ο Τόμας Μαν γεννήθηκε το 1875 και πέθανε το 1955, το 2025 λοιπόν γιορτάσαμε 150 χρόνια από την γέννησή του και 70 χρόνια από τον θάνατό του, μια ευκαιρία λοιπόν να ξαναθυμηθούμε το μεγαλείο της σκέψης και της γραφής αυτού του εμβληματικού συγγραφέα και στοχαστή. Διαβάζοντας τα βιβλία του ξανά και ξανά επιβεβαιώνεται αυτό που κάποτε είχε πει ο Ίταλο Καλβίνο, πως κλασσικό – και διαχρονικό θα πω επίσης – είναι τελικά ένα βιβλίο το οποίο δεν έχει ολοκληρώσει αυτά που έχει να πει. Διάβασα δις την νουβέλα Τόνιο Κρέγκερ – θα την ξαναδιαβάσω – και ακόμα προσπαθώ να συλλάβω τους συλλογισμούς και τις αγωνίες ενός συγγραφέα, το μέγεθος του οποίου δύσκολα αγγίζεται. Είναι τόσο αινιγματικός, εφευρετικός, πολυεπίπεδος, πολυδιάστατος, διαβασμένος και εμπνευσμένος που ό,τι και αν πει κάποιος πάλι λίγο θα είναι. Βιβλία σαν και αυτό μας θυμίζει πόσο μικροί είμαστε απέναντι στην γνώση και πόσο δίκιο είχε ο Σωκράτης ότι ένα ξέρει πως δεν ξέρει τίποτα. Ο Τόμας Μαν μεταλαμπαδεύει το πνεύμα του Νίτσε, του Σοπενχάουερ, του Βάγκνερ και ήδη από νωρίς χτίζει τον ναό της διανόησης, του πνεύματος και της γνώσης που όλο την κυνηγάμε αλλά ποτέ δεν θα την αποκτήσουμε. Ας είμαστε ταπεινοί και ας την αναζητήσουμε.

Αναζητώντας την ψυχή του μέσα στην τέχνη περιπλανήθηκε και βασανίστηκε με ερωτήματα

Στον Τόνιο Κρέγκερ συμπυκνώνει όλα εκείνα που τον απασχολούν, για τα οποία αγωνία, με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος και θέτει τον εαυτό του σε μόνιμη αμφιβολία. Τι είναι άραγε η τέχνη, πώς ορίζεται ένας καλλιτέχνης, προς τα πού βαδίζει και αν προς τα κάπου βαδίζει ο δρόμος είναι ορθόδοξος και με πυξίδα άφιξης σε κάποιο σημείο ή απλά περιπλανιέται σαν άλλος Απολιναίρ δίχως συγκεκριμένο τόπο καθέλκυσης; Πλείστα τα ερωτήματα, δύσκολες οι απαντήσεις και για αυτό ίσως ο Τόνιο Κρέγκερ αποφασίζει να φύγει από τον τόπο του και να πάει στην Δανία για να βρει εκεί με κάποιον τρόπο την γαλήνη και την ησυχία του, όσο αυτό καθίσταται δυνατό για μια ψυχή που πάλλεται από πάθος για την τέχνη και αναζητά συνεχώς το επόμενο βήμα. Ο Τόμας Μαν όταν γράφει αυτή την νουβέλα είναι δεν είναι 30 χρονών και άρα φλέγεται από το μικρόβιο της αμφιβολίας για τον δρόμο της τέχνης του και αμφιβάλλει ως γνήσιος καλλιτέχνης. Για να πραγματοποιήσει ενδοσκόπηση και εσωτερικό διάλογο αποφασίζει την επιστροφή στην φύση, αυτήν που ζωγράφισε τόσο γλαφυρά ο συμπατριώτης του Κασπάρ Νταβίντ Φρίντριχ, αυτός που μετουσίωσε σε τέχνη το πνεύμα του Νίτσε.

Η φύση είναι το απόλυτο καταφύγιο για μια ψυχή ταραγμένη που έχει μέσα της κενά και πάντα αναμετριέται με τον καθρέφτη της. Τόσο ο Σωκράτης με τους ακολούθους του, όσο και ο Πλάτωνας με την Ακαδημία και ο Αριστοτέλης με το λύκειό του στην φύση επεξεργάζονταν τις πληροφορίες κει εκεί στέκονταν και κυκλοφορούσαν για να δεχτούν την φώτιση μιας πλάσης που πλημμυρίζει από ενέργεια. Έτσι λοιπόν και ο Τόνιο Κρέγκερ «πήρε τον δρόμο προς την ενδοχώρα, σε μονοπάτια μέσα στα λιβάδια, μέσα στη μοναξιά. Σύντομα βρέθηκε σ’ ένα δάσος με οξιές, που απλωνόταν σε λόφους μακριά. Κάθισε πάνω στα βρύα, ακουμπισμένος σ’ έναν κορμό, έτσι που οι άλλοι κορμοί άφηναν άνοιγμα και μπορούσε να διακρίνει μια λωρίδα θάλασσας. Πότε πότε ο άνεμος του ‘φερνε τον ήχο του κύματος: ήχο σαν από ξύλινα δοκάρια που σωριάζονται το ένα πάνω στ’ άλλο». Σαν άλλος ασκητής που καταφεύγει στην έρημο για να βρει το θείο και να συνομιλήσει με κάτι ανώτερο, έτσι και ο Τόνιο Κρέγκερ αφήνει για λίγο τον Χανς που τόσο αγαπούσε, την Ίνγκε και την Λιζαβέτα για να ξεκουράσει τον νου του, να δει τι πραγματικά είναι τελικά, ένας καλλιτέχνης ή ένας ξιπασμένος; Είναι σκληρός με τον εαυτό του, λυγίζει, αυτομαστιγώνεται και σταυρώνεται στον βωμό της τέχνης.

Σε κάθε μεγάλο συγγραφέα, ζωγράφο, ποιητή, γλύπτη ή συνθέτη, και τα παραδείγματα είναι πολλά, γεννιέται πάντα το μικρόβιο της αμφιβολίας, αν το έργο του αξίζει, αν βαδίζει ορθά και αν έχει αξία το ότι πραγματώνει. Ο Τόνιο Κρέγκερ είναι ένας καθρέφτης του ίδιου του Τόμας Μαν, ο ίδιος ταξίδεψε και περιπλανήθηκε ενώ αργότερα λοιδορήθηκε και στιγματίστηκε από το ναζιστικό καθεστώς άρα κατά μία έννοια, τα όσα γράφει είναι προφητικά. Εξάλλου, ο Τόμας Μαν προέβλεψε τα όσα ιστορικά ακολούθησαν. Ωστόσο, εδώ είναι η ίδια η ύπαρξη που τίθεται εν αμφιβόλω και μέσω του ήρωά του καταθέτει όλες του τις ανησυχίες, τις αγωνίες, τις θύελλες και τις τρικυμίες που τον ταλαιπωρούν και τον απασχολούν. «Σκέφτηκε τις άγριες περιπέτειες που πέρασε – των αισθήσεων, των νεύρων και του νου · είδε τον εαυτό του διαβρωμένο από την ειρωνεία και το πνεύμα, ερημωμένο, παραλυμένο από τη γνώση, μισοδιαλυμένο απ’ τους πυρετούς και τα ρίγη της δημιουργίας, χωρίς έρεισμα, βασανισμένο απ’ τις ενοχές, έρμαιο ανάμεσα σε σκληρές αντιθέσεις, ανάμεσα στην αγιότητα και τη σάρκα · εκλεπτυσμένο, μα φτωχεμένο, εξαντλημένο απ’ τις ψυχρές και τεχνητά εκλεκτές εξάρσεις · χαμένο, ρημαγμένο, καταπονημένο, άρρωστο – και ξέσπασε σ’ έναν λυγμό όλο μετάνοια και νοσταλγία». Δεν χρειάζεται να ψάξουμε πολύ για εξηγήσεις του πώς νιώθει ο Τόνιο Κρέγκερ καθώς ο ίδιος ο Τόμας Μαν μας δίνει τις απαντήσεις και μάλιστα συγκινησιακά φορτισμένα και δραματικά.

Ο Τόνιο Κρέγκερ αποκαλύπτει τις αμφιταλαντεύσεις και την εσωτερική διχοτόμηση που νιώθει ο ίδιος ο Μαν σαν να έχει κοπεί από έναν ισχυρό σεισμό η ψυχή του στα δύο. Είναι το άραγε το αναγκαίο μαρτύριο που οδηγεί κάθε καλλιτέχνη προς το μονοπάτι της αυτοπραγμάτωσης, άρα ένας μονόδρομος που δεν έχει εναλλακτική; Η Έμυ Βαϊκούση στο εξαιρετικό επίμετρο της έκδοσης αναφέρει πως «ο Τόνιο Κρέγκερ, όπως σημειώνει ο Ρανίτσκι έγινε το αγαπημένο ποιητικό εγχειρίδιο όλων εκείνων που η θέση τους βρίσκεται μέσα ή ανάμεσα σε δύο κόσμους, όσων δεν μπόρεσαν να βολευτούν πουθενά, σε καμιά κατάσταση ή τόπο · όσων δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα με τις ανάρμοστες όψεις της ύπαρξής τους · όσων συχνά διστάζουν να περιγράψουν την ανθρώπινη συνθήκη ή να κρίνουν την περιγραφή της από άλλους, φοβούμενοι μην αποτύχουν ή μήπως αυτό τους απομακρύνει ακόμα περισσότερο απ’ τους ανθρώπους». Ο Τόνιο Κρέγκερ είναι το πρόσωπο όλων εκείνων που παλεύουν να ισορροπήσουν την ανθρώπινή τους υπόσταση με το καλλιτεχνικό δαιμόνιο που τους αποξενώνει από τα γήινα, το τίμημα της δημιουργίας άραγε;

«Μα τον Θεό, έχετε δίκιο σ’ αυτό που λέτε για τη μελαγχολία! Εγώ είμαι σχεδόν πάντα λυπημένος, μα περισσότερο τα βράδια σαν το αποψινό, όταν τ’ αστέρια στέκουν ψηλά στον ουρανό»