Ο Ραντιγκέ σε αυτό το μυθιστόρημα μοιάζει να καθρεφτίζει τη δική του ζωή, διότι δεν είναι τυχαίο πως τα περισσότερα μυθιστορήματα, εκούσια ή ακούσια, ερμηνεύουν στιγμές ή βιώματα των ίδιων των γραφόντων. Αιωρείται εκ των όσων διαβάζουμε μία μελαγχολία που πλανάται πάνω από τη ζωή του νεαρού ήρωα. Ρουφάει τη ζωή όσο δύναται περισσότερο σαν να αισθάνεται πως αυτός ο έρωτας είναι φανταστικός.
Ζει έναν έρωτα ανήθικο και κάπως νωρίς φερμένο στη ζωή του με την αίσθηση πως όλα πρέπει να γίνουν άμεσα και δίχως καθυστέρηση. Σαν να συμπυκνώνεται δηλαδή όλη του η ζωή σε μερικά κλάσματα χρόνου γιατί ο παρονομαστής με τον αριθμητή αδυνατούν να οδηγήσουν σε επόμενη εξίσωση. Μπορεί αυτός ο συνειρμός να έχει μια μαθηματική χροιά ωστόσο ο έρωτας του νεαρού δεν περιέχει κανέναν μαθηματικό συνδυασμό, η μόνη πράξη που εκτελείται είναι η κατά μέτωπο ομολογία ενός κεραυνοβόλου έρωτα. Η ποιητική διάθεση και ο ρομαντικός οίστρος του συγγραφέα μέσω του ήρωά του είναι μία πραγματικότητα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί όπως άλλωστε και το μεγαλείο του νεαρού συγγραφέα.



