Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμαζόφ, Εκδόσεις Γκοβόστη. Μια φιλοσοφική ματιά

Πολλή συζήτηση έχει γίνει γύρω από την παραβολή και την σύγκριση μεταξύ των ιδεών που προσπάθησαν να επεξεργαστούν ο Ντοστογιέφσκι και ο Νίτσε. Η συμπερίληψη της προβαλλόμενης με πηχυαίους τίτλους ροπής τους προς τον πεσιμισμό η, στην ακραία του μορφή, τον μηδενισμό, ελάχιστα εδράζεται σε αξιόπιστες ερμηνείες των γραπτών τους ενώ πολύ περισσότερο στοχεύει σε εντυπωσιασμό και δημοσιότητα, αφού ο όρος «πουλάει».  Δεν θα ασχοληθούμε εδώ καθόλου με την εφαπτομένη, την επικάλυψη η την κοινή συνισταμένη της φιλοσοφίας των δυο μεγάλων στοχαστών, των εξοχότερων – κατά πολλούς και δίκαια – πνευμάτων της σύγχρονης εποχής παρά μόνο όπου οι νύξεις είναι αναγκαίες για να υποστηριχθεί η να φωτισθεί περισσότερο κάποιο επιχείρημα. 

Έτσι κι’ αλλιώς μικρή σημασία – όσο και ανεξιχνίαστη – έχει αν ο Ντοστογιέφσκι προέβλεψε την φιλοσοφία του Νίτσε, αν ο Νίτσε βασίστηκε ή εμπνεύστηκε από τις ιδέες του Ντοστογιέφσκι η αν κατά το entanglement της κβαντομηχανικής οι δυο γίγαντες της σκέψης χωρικά απομακρυσμένοι και θεωρητικά ανεπηρέαστοι μεταξύ τους αντέδρασαν στο ίδιο ερέθισμα με τον ίδιο τρόπο όπως θα αντιδρούσαν δυο υποσωματίδια. Διότι είναι ολοφάνερο ότι ο ένας ερμηνεύει τον άλλον η φωτίζουν ο ένας τις ιδέες του άλλου , την διαφορετική θεώρηση η την αντίθεση, ξεμπλεγμένοι σε έναν συνεχή διάλογο. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν έχει καταταχθεί από τους αυτοαναγορευθεντες στοχαστές μέχρι σήμερα ο Ντοστογιέφσκι στο πάνθεο των μεγάλων σύγχρονων φιλοσόφων, άλλα θεωρείται απλώς ένας μυθιστοριογράφος. Ίσως γιατί θα ήθελαν να αποφύγουν την σύγκριση. Του έδωσαν λοιπόν τον επίζηλο τίτλο του μεγάλου καλλιτέχνη προσπαθώντας να τον κρατήσουν έξω από τα χωράφια τους. 

Ο Ντοστογιέφσκι ασχολήθηκε με την ζωή στην ροή της και όχι με την προέλευση της ή το τέλος της. Τα θίγει μεν, βρίσκονται στο υπόβαθρο της σκέψης του, είτε το θέλει είτε όχι, αλλά δεν ενδιαφέρεται να τα αναλύσει. Τον ενδιαφέρει η ζώσα ζωή, άρα η φιλοσοφία στην πράξη, αυτή που βελτιώνει τους κοινούς ανθρώπους διότι αγαπούσε τους ανθρώπους όπως είναι (καλοί, κακοί, ασυνείδητοι, κακούργοι , ιδιοτελείς, έκλυτοι, μοχθηροί)  και όχι όπως θα έπρεπε να είναι. Αν και μερικούς, όπως π.χ. αυτούς που κάνουν κακό σε παιδιά δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να τους συγχωρήσει. Στα έργα του δεν φοβάται αλλά επιδιώκει να αντιμετωπίσει όλα τα ερωτήματα που θέτει η ζωή στον άνθρωπο και να τα μαζέψει, με ωριμασμένη πια την σκέψη και το πνεύμα ελεύθερο, στο oeuvre του, τους Αδελφούς Καραμαζωφ, όπου φτάνει μέχρι το τέλος, απαντώντας – χωρίς να μπαίνει σε λεπτομέρειες και στο ερώτημα: Τι πρέπει να κάνουμε λοιπόν; Την απάντηση του με την πρόταση του Οικουμενικού Ανθρώπου, που αντικαθιστά(;) τον Θεό δεν του άφησε τον χρόνο η ζωή να την αναλύσει με το τελευταίο του βιβλίο για τον Αλιοσα, που δεν έγραψε ποτέ. 

Εκείνο που μπορεί να αναγνώσει κάνεις αβίαστα διαβάζοντας την βιογραφία του τα έργα του, τις σημειώσεις του και το ημερολόγιο του, είναι η πνευματική του εξέλιξη και η απελευθέρωση του από τα οποία δεσμά των καταβολών του. Αυτή την εξέλιξη την βλέπουμε στα έργα του και αναγνωρίζουμε συγκλονισμένοι στους Αδελφούς Καραμαζώφ ένα ελεύθερο πνεύμα. Ο Ντοστογιέφσκι θα μπορούσε να είχε γράψει μια σειρά από φιλοσοφικά δοκίμια, τα οποία λίγοι θα διάβαζαν και λιγότεροι θα τα αγοράζαν για να καλύψουν τις ανάγκες του Παίκτη. Είχε όμως την ικανότητα αυτή η ιδιοφυΐα να διασπείρει και να καταχωνιάσει με απαράμιλλη τέχνη όλη την φιλοσοφία του μέσα στην δαιδαλώδη πλοκή της μυθοπλασίας με δυο τεράστια – για εμάς  αλλά και για τις ιδέες του -αποτελέσματα: Πρώτον να προστατεύσει μερικές από τις σκέψεις του από τους αμαθείς όσο μπορούσε και δεύτερον να τα τις ανοίξει απλόχερα σε όλους, ώριμους, αναλφάβητους, κεθευδοντες μακαρίους αλλά και ανήσυχους, αναζητητές, που άρχισαν να ανακαλύπτουν και να διαβάζουν έκπληκτοι τις δίκες τους ερωτήσεις διατυπωμένες απλά, ρεαλιστικά και ελεύθερα μακριά από δογματισμούς, ηθικές εντολές και νουθεσίες σαν κι’ αυτά με τα οποία τους βομβαρδίζουν καθημερινά οι διάφοροι «δάσκαλοι», κληρικοί, ψυχολόγοι και «αυθεντίες» κάθε λογής. Από αυτήν την άποψη η προσφορά του στην παγκόσμια σκέψη η αν θέλετε στην παγκόσμια ψυχή είναι τεράστια. 

Το ίδιο έκαναν και άλλα μεγάλα ελευθέρα πνεύματα όπως ο Δάντης, ο Γκαίτε κλπ. χωρίς όμως την απλότητα του Ντοστογιέφσκι με αποτέλεσμα να μην απευθύνονται στο ευρύ κοινό που αρέσκεται στις ιστορίες, τα ερωτικά τρίγωνα κλπ. για να ψαρέψουν τους εκκολαπτόμενους στοχαστές. Το να γράφει τόσο απλά και με τόση τέχνη για τόσο δύσκολα θέματα αναδεικνύει την ιδιοφυΐα του. Διαβάζοντας τα βιβλία του και έχοντας υπ’ όψιν τα δεσμά της κληρονομίας του, μπορεί κανείς να διαπιστώσει τον Ηράκλειο αγώνα του μέχρι να μπορέσει να απελευθερωθεί από τον Ρούσικο Θεό και την υπεροχή του δόγματος της Ορθοδοξίας απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη δοξασία και να φτάσει στο ο Θεός αγάπη εστί, τίποτε άλλο από αυτό το απρόσιτο και δεν είναι ούτε Ρούσικος, ούτε του Αβραάμ ούτε του Ισαάκ ούτε του Μωάμεθ. Μην παρεξηγήσετε την ταλάντευση του για τον Θεάνθρωπο Χριστό, στο τέλος εξηγεί δειλά μεν αλλά με περισσή σαφήνεια ότι μιλάει για τον απόλυτο δάσκαλο της αγάπης και εφ’οσον είναι ολόκληρος πλασμένος από αγάπη και τίποτε άλλο, είναι Θεός! Αυτό είναι το κυριότερο συστατικό της ωριμασμένης φιλοσοφικής του σκέψης γι’ αυτό και βιάστηκα να το βάλω πρώτο αφήνοντας την όποια επιχειρηματολογία για αργότερα. Έτσι φτάνει να προτείνει τον ιδανικό άνθρωπο, ο οποίος θα προσπαθεί  συνεχώς να αγαπά αδιάκριτα τους πάντες και τα πάντα και να πλησιάζει ολοένα και περισσότερο την τελειότητα, το θείο. Είναι σαφής η απαλλαγή του από τα δόγματα. 

Αυτό ακριβώς είναι η καθαρή φιλοσοφία και αυτήν μπορούν να την εκφράσουν μόνο τα Ελευθέρα Πνεύματα που αναζητά ο Νίτσε. Αυτοί που λένε ότι ο Κόσμος ολόκληρος είναι ένα Άγραφο Κείμενο που καλουμεθα εμείς να το διαβάσουμε: να φτάνουμε δηλαδή σε διαφορά ενδεχόμενα συμπεράσματα, τα οποία να είμαστε έτοιμοι να καταγγείλουμε ως λανθασμένα να τα αναθεωρήσουμε και να τα αντικαταστήσουμε με άλλα η να σιωπήσουμε αν δεν έχουμε κάτι να πούμε. Ο Ντοστογιέφσκι στέρεψε τόσο πολύ την προσοχή επάνω του που άκουσε τόσο διθυράμβους και υπερβολές όσο και τα εξ’ αμάξης. Και τα δυο πολλές φορές υποδηλώνουν αδυναμία κατανόησης αυτού που πραγματικά ήθελε να εκφράσει απλώς ως ενδεχόμενο. Είναι γνωστό, όπως είπε και ο Πλάτων, ποσό δύσκολο είναι ένας καλλιτέχνης, όσο ιδιοφυής και αν είναι να εκφράσει στον υπέρτατο βαθμό τις μύχιες σκέψεις του με την τέχνη του, ακόμα και με τον γραπτό λόγο. Αυτό δημιουργεί από μόνο του και καλοπροαίρετα μια σειρά από ερωτήματα- απορίες. Πόσο μάλλον κακοπροαίρετα από αμάθεια, άγνοια, εγωισμό και μισαλλοδοξία. Ο Ντοστογιέφσκι κατηγορήθηκε για πολλά που συνδέθηκαν με την προσωπικότητα του και μερικές φορές καθυβρίστηκε, Δεν θα ασχοληθώ καθόλου με αυτά και θα περιοριστώ στην αντιπαράθεση ιδεών και μονον, όπως ότι είναι άθεος, πεσιμιστής, κήρυκας του μηδενισμού, αμοραλιστής κλπ., όπως αποδεικνύουν τα βιβλία του. 

Το κείμενο αυτό αν εμπλουτιζόταν με αποσπάσματα του έργου και συγκρίσεις με απόψεις άλλων, αναφορές σε βιβλιογραφικά στοιχεία κλπ. σίγουρα θα συγκροτούσε ένα πολυσέλιδο τόμο η μια ογκώδη πραγματεία αφού αναφέρεται σε ένα από τα κορυφαία βιβλία που γράφτηκαν ποτέ και σχολιάστηκαν όσο ελάχιστα. Δεν πρόκειται καθόλου γι’ αυτό γιατί ο στόχος δεν είναι καθόλου αυτός. Ο στόχος είναι μια – πάντα ενδεχόμενη – φιλοσοφική ερμηνεία απλή και κατανοητή σε όλους ακολουθώντας το δικό του πρότυπο με σεβασμό αλλά και κυνικότητα. Είναι μια ευχή να «ξαναδιαβάσει» κανείς αυτό το δημιούργημα. Οι απόψεις που θα διαβάσετε εδώ δεν είναι ούτε πρωτότυπες, ούτε θέσφατα. Είναι απλώς σύντομες όσο κα απλές ενδεχόμενες ερμηνείες των γραπτών του ειπωμένες από την σκοπιά της καθαρής φιλοσοφίας άρα της ελεύθερης σκέψης. Δεν θα αναφερθώ σε απόψεις τρίτων, όπως κάνει ο Stellino στην διατριβή του καταφεύγοντας στην βαρύνουσα από κάθε άποψη γνώμη του Νίτσε για τον καλλιτέχνη αφ’ ενός και το έργο του αφ’ ετέρου, όπως είναι υποχρεωμένος να κάνει σε μια συγκριτική μελέτη-διατριβή.

Το πρώτο θέμα είναι ο πεσιμισμούς γιατί το άθεος δεν είναι άξιο σχολιασμού. Κατ’ αρχήν ο ορός δεν υπάρχει είναι πλαστός και είχα την ευκαιρία να  επεξεργαστώ αυτόν τον ισχυρισμό μου εν εκτάσει αλλού. Θα αναφέρω μόνο το εξής για αν μην αφήσω μεγάλο κενό: όποιος δεν δέχεται την έννοια Θεός σαν έκφραση της Αιτιώδους αρχής (άσχετα με το πως καταλήξαμε σε αυτόν ανθρωπομορφικό επόπτη και τιμωρό των αμαρτωλών) τότε καλείται να μας δώσει μια λογική άλλη εξήγηση για την Δημιουργία. Όχι σας παρακαλώ ότι όλα είναι ύλη που παρήχθη από το μηδέν!  Ο ένθερμος υποστηρικτής της ζώσας ζωής, ο οικογενειάρχης Ντοστογιέφσκι, που διάβαζε στα παιδιά του μετά μανίας Ντίκενς, που επιδίωκε την εύνοιά της τύχης με πάθος, που αγαπούσε την χώρα του και πίστευε σ’ αυτήν και τον λαό της όσο λίγοι, που θαύμαζε τον Πούσκιν, που υπέμεινε απίστευτες δοκιμασίες στην ζωή του καρτερικά ήταν πεσιμιστής. Αυτός που διακήρυττε πόσο καλό του έκαναν αυτές οι δοκιμασίες στην προσπάθεια του να γνωρίσει τον εαυτό του και τους συνάνθρωπους του, που ανακάλυψε τόση δύναμη και ομορφιά στους εγκληματίες, που πίστεψε στον Ρούσικο Θεό, που αγάπησε τον Χριστό, που διακήρυττε με ενθουσιασμό πόσο καλό του έκανε το κάτεργο ήταν πεσιμιστής κατά τους μη γνωρίζοντες ανάγνωση. 

Η πραγματικότητα λέει ότι η ζωή, με τόσο πόνο, φτώχεια και αδικία γύρω σου, όσο και η καταδίκη σου σε αναπόδραστο θάνατο για κάποιο λόγο που δεν καταλαβαίνεις, εύκολα, μπορεί να σε κάνει πεσιμιστή. Ο θάνατος (εφ’ όσον υπάρχει Θεός, πόθεν το κακό?) του δήθεν δίκαιου, παντοδύναμου και φιλεύσπλαχνου Θεού στον οποίο σε σύστησαν, σε αφήνει μετέωρο γιατί εξαφανίζει κάθε ελπίδα για μετά θάνατον ζωή μπορεί να σε κάνει πεσιμιστή, Αλλά εδώ δεν έχουμε καμία τέτοια περίπτωση. Ο Ν περιγράφει την ζωή όπως είναι: απρόσμενα σκληρή στον αγώνα για επιβίωση, εκμετάλλευση των παιδιών, αρρώστιες, πόλεμοι, δολοφονίες, μίση και πάθη και όχι μέσα από τα ροζ γυαλιά των ιδεαλιστών αλλά με μεγάλη δόση ρομαντισμού και αγάπης μέχρις αυτοθυσίας. Πολλά πράγματα στο έργο του δεν έχουν το happy end που ονειρεύονται οι δειλοί που δεν έχουν το σθένος να αντιμετωπίσουν την ζωή κατάματα. Πόση νοητική μυωπία χρειάζεται για να χαρακτηρίσεις μια έντιμη και αντικειμενική περιγραφή της τότε καθημερινής ζωής πεσιμισμό και όχι ρεαλισμό? Μόνον αν απομονώσει κανείς φράσεις και χαρακτήρες από το συγκείμενο η το περιβάλλον αντίστοιχα μπορείς να στηρίξει κακοπροαίρετα η μυωπικά έναν τέτοιο ισχυρισμό. Αν δεν φταίει η μυωπία τότε τα κίνητρα δεν είναι σαφή και δεν ενδιαφέρουν κανένα. Επειδή λοιπόν αυτός ο ισχυρισμός είναι απλώς άδικος αλλά δεν έχει φιλοσοφικές προεκτάσεις θα σταματήσω εδώ.

Το βασικό επιχείρημα αμφισβήτησης του Θεού των προγόνων μας – αυτό δεν σημαίνει απόρριψη της ιδέας του Θεού με την έννοια της Άφατης Αιτιώδους Αρχής – από πολλούς μεγάλους στοχαστές με προεξάρχοντα τον Καμύ, είναι τα παιδιά που υποφέρουν, πεινάνε, κρυώνουν, κακοποιούνται και πεθαίνουν. Αυτό το μεγάλο Γιατί εκφράζεται έντονα και από τον Ντοστογιέφσκι μέσω του Ιβάν και του Αλιόσα. Το δεύτερο θέμα είναι ο μηδενισμός: τίποτε δεν έχει σημασία αφού το τέλος θέλουμε δεν θέλουμε είναι ο θάνατος, δεν υπάρχει καμία συνέχεια και άρα τίποτε δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον παρά μόνο η απόλαυση της εφήμερης ζωής μας. 

Γενικά ο Ντοστογιέφσκι θέτει επανειλημμένα το θέμα σαν φαινόμενο που εμφανίστηκε τότε και  διαδόθηκε σαν πανούκλα στην Ρωσία. Όχι μόνο δεν εμφανίζεται ως οπαδός του μηδενισμού αλλά τον κατακεραυνώνει σαν εφιάλτη που πρωτοεμφανίζεται στους δυτικόφιλους νεαρούς Ρώσσους, τους βαριεστημένους και βολεμένους κυρίως και αντιπαραθέτει τον μουζίκο Μάρεϊ σαν το πρότυπο του σκληρά εργαζομένου καρτερικού Ρώσου σαν πρότυπο της παράδοσης την οποία αγαπά σαν το μόνο πράγμα που συνδέει ετερόκλητες προσωπικότητες με διαφορετικές επιδιώξεις και συγκροτεί τον «λαό», αλλιώς πάμε στον όχλο. Προηγούμενα θεωρούσε ότι αυτό το κονίαμα είναι η κοινή θρησκεία αλλά στο σκοτάδι του μηδενισμού η θρησκεία παύει να υπάρχει, αφού απορρίφθηκε ο Θεός των προγόνων μας και μείναμε μετέωροι και αγωνιούντες. Ο Ντοστογιέφσκι λέει ας ψάξουμε να βρούμε νέα ερείσματα για να μην γιγαντωθεί ο εφιάλτης του μηδενισμού που οδηγεί στην αυτοκτονία η τον Βουδισμό. Όλη η επιχειρηματολογία αυτών που συνδέουν τον Ντοστογιέφσκι με τον μηδενισμό περιστρέφεται γύρω από το ρητό «αφού δεν υπάρχει αλήθεια τα πάντα επιτρέπονται», το οποίο ο Ντοστογιέφσκι πουθενά δεν υιοθετεί.

Γενικά ο Ντοστογιέφσκι βάζει τα θέματα, όπως θεωρεί – και έχει – την υποχρέωση να κάνει, τα μετατρέπει σε ερωτήματα και δίνει θαρραλέες απαντήσεις η δεν έχει απάντηση να δώσει και αφήνει αυτόν τον ρόλο σε άλλους με την σεμνότητα που χαρακτηρίζει ένα Ελεύθερο Πνεύμα. Πως είναι δυνατόν να βάζεις ταμπέλες σε κάποιον ο όποιος έχει την ικανότητα και την τόλμη να ανιχνεύει και να εξερευνά άγριες και δυσπρόσιτες περιοχές του νου και της ζωής, αυτό είναι πρόβλημα στενοκεφαλιάς αυτών που το κάνουν. Από φιλοσοφική άποψη ο Ντοστογιέφσκι κάνει αυτό που η Φύση επιτάσσει: του δίνει μια δύναμη περιμένοντας ότι θα την χρησιμοποιήσει για το καλό όλων και την ανύψωση της ανθρωπότητας μοιράζοντας μαζί της τις σκέψεις του. Ο Ντοστογιέφσκι όμως κατηγορήθηκε ακριβώς γι’ αυτό από αυτούς που δεν μπόρεσαν να ατενίσουν την σκέψη του σαν μια ενιαία φιλοσοφική έκφραση και όχι μεμονωμένα ατάκτως ερρημένα αποσπάσματα μιας αδιαμόρφωτης ακόμα φιλοσοφίας. Είναι όμως πολύ γνωστό ότι πολύ λίγοι άνθρωποι μπορούν να δουν το Όλον και χάνονται σε ανούσιες λεπτομέρειες έχοντας το θράσος να βγάζουν συμπεράσματα σοφά και αδιαφιλονίκητα κατά την γνώμη τους.

Το τρίτο και πολυσυζητημένο θέμα είναι το περίφημο ρητό του τάγματος των Ασασινων «αφού δεν υπάρχει αλήθεια, τα πάντα επιτρέπονται», που παραφράστηκε κατά καιρούς με διάφορους τρόπους και χρησιμοποιήθηκε από διάφορους ηγέτες και διάφορες σκέτες μηδενιστών, φονταμελιστων, φανατικών, οπορτουνιστών, ιδρυτών κινημάτων με αλλότριους και δυσδιάκριτους στόχους κατά καιρούς κατά πως τους βόλευε η καταπώς το ερμήνευσαν. Ο Ιβάν το θέτει ουσιαστικά ως εξής: «αφού δεν υπάρχει Θεός (τον σκοτώσαμε η τον βρήκαμε νεκρό δεν έχει και πολύ σημασία για τον Θεό) τα πάντα επιτρέπονται». Η ροή της σκέψης του Ντοστογιέφσκι είναι ότι ο θάνατος του Θεού πήρε μαζί του και την ηθική, άσχετα αν ουσιαστικά η παράλογη αυτή ηθική είναι αυτή που ουσιαστικά οδήγησε στον θάνατο του Θεού. Αφού λοιπόν δεν υπάρχει ηθική δεν υπάρχουν πλέον ούτε κανόνες ούτε όρια, άρα «τα πάντα επιτρέπονται». Ο Ιβάν δίνει λοιπόν μια ηθική καθαρά διάσταση στο ρητό συμπεραίνοντας ότι μπορεί ακόμα και να σκοτώσει. Όλα αυτά βέβαια, όπως δηλώνει ξεκάθαρα ο Ιβάν, αναδεικνύοντας το επίπεδο της Καθαρής Γνώσης του Ντοστογιέφσκι, αφορούν τα καθ’ ημάς, τους κοινούς Ευκλείδειους ανθρώπους των τριών ή τεσσάρων διαστάσεων και όχι τους Ηρακλείτειους που βλέπουν με το μάτι του Θεού των απείρων διαστάσεων έξω από τον χώρο και τον χρόνο. Αυτή η αναφορά είναι από τα σημαντικότερα σημεία του έργου – ίσως το σημαντικότερο – και έρχεται να δικαιολογήσει τα κατάλοιπα του Θεού και της ηθικής και γιατί αυτά παραμένουν στον Ιβάν όπως και στον κάθε μετέωρο άνθρωπο μετά τον εξοβελισμό του Θεού με τα χαρακτηριστικά που του δώσαμε.   

Για να γίνει πιο ξεκάθαρη η θέση του Ιβάν θα κάνω μια παρένθεση υπενθυμίζοντας τον δεδομένο θαυμασμό του Ντοστογιέφσκι για τον Βοναπάρτη που εκδηλώνεται με το ερώτημα του Ιβάν αν σε τέτοιους μοναδικούς ανθρώπους «τα πάντα επιτρέπονται» η το ερώτημα του Ρασκολνικωφ, του κατά φαντασίαν εξαιρετικού ανθρώπου, αν δικαιολογείται η δολοφονία ανθρώπων βλαβερών για το σύνολο. Γιατί όχι; Τα δυο αυτά ερωτήματα εύκολα ενοποιούνται σε ένα: τι σημασία μπορεί να έχει η ανάλωση μερικών χιλιάδων η εκατομμυρίων στην δική μας εποχή, κατά την γνώμη μας, βλαβερών η ακόμα και κοινών ανθρώπων μπροστά στη επίτευξη ενός μεγάλου σκοπού που μπορεί να είναι η ωφέλεια για το σύνολο από την επικράτηση του στρατηλάτη η  αντίστοιχα από την κάθαρση της κοινωνίας από εκλύτους ή τοκογλύφους; Ο Ντοστογιέφσκι όμως καταδικάζοντας τους ήρωες του απορρίπτει τον εξαίρετο άνθρωπο, τον άνθρωπο-Θεό και τον μηδενισμό συλλήβδην ενώ μέσω της γνωστής  εξομολόγησης του Κυριλοβ αφήνει ανέγγιχτο τον Χριστό.

Ο Ιβάν δεν είναι «άθεος», απλώς εκφράζει την άποψη του ο άνθρωπος με το Ευκλείδειο, επίπεδο μυαλό του είναι αδύνατον να συλλάβει την έννοια του Θεού. Ο θεός που δημιούργησε λοιπόν είναι μια φαντασιοπληξία στην οποία έμεινε προσκολλημένος μέχρι να το αντιληφθεί και να τον σκοτώσει. Σκότωσε τον, κατά Φόιερμπαχ, ανθρωπομορφικό Θεό που δημιούργησε σαν προέκταση του φόβου του για τον θάνατο και την αναζήτηση της αθανασίας και διατήρησε την απροσπέλαστη γι’ αυτόν έννοια του Θεού. Ο Ιβάν λοιπόν θεωρεί ότι μπορεί να σκοτώσει αλλά, προσέξτε, όχι οποιονδήποτε αλλά έναν έκλυτο. Με αυτό μας δείχνει αριστοτεχνικά ο Ν ότι ο μηδενιστής Ιβάν παραπαίει ακόμα: έχει μια ηθική δικαιολόγηση να σκοτώσει έναν έκλυτο, άρα ο Θεός και η ηθική του δεν είναι εντελώς νεκροί μέσα του, όπως πραγματικά αισθανόμαστε όλοι. Έχει ακόμα – αναπόφευκτα -ένα  κατάλοιπο ηθικής. Ο μηδενισμός λοιπόν δεν έχει καμία ελπίδα! Θα συνεχίσει να μας καλύπτει σαν ομίχλη αλλά εμείς διακρίνουμε μορφές μέσα στην ομίχλη, δεν μας έπνιξε ακόμα. Έχουμε χρόνο να βρούμε νέα ερείσματα, ο Ντοστογιέφσκι μας προτείνει τρόπους, όπως είδαμε προηγουμένως και όπως θα ξαναδούμε παρακάτω. 

Ο μηδενισμός του Ιβάν δεν εκφράζει παρά ακραία μια  μετέωρη κατάσταση στην οποία βρέθηκε ο άνθρωπος σκοτώνοντας τον Θεό. Την αναζήτηση μιας νέας προοπτικής. Την κατάσταση που με αγωνία εκφράζουν με διαφορετικούς τρόπους ο Ντοστογιέφσκι, ο Νίτσε και ο Καμύ: Δεν είναι δυνατόν να επιβιώσουμε χωρίς κανόνες, αυτό δεν είναι ελευθερία, είναι σκλαβιά. Πεθαίνοντας ο Θεός ως υπέρτατη αλήθεια δεν άφησε κανένα υπόλειμμα αλήθειας και άφησε τον άνθρωπο να ψάχνει ένα «δοκάρι» να πιαστεί. Ένα περιπλανώμενο πνεύμα. Τον μετέτρεψε σε πίθηκο κρεμασμένο από ένα κλαδί που για να το αφήσει πρέπει να βρει ένα άλλο, όποιο άλλο, για να πιαστεί – αυτός είναι ο κίνδυνος να κανει μέσα στην αγωνία του τον γάιδαρο Θεό, που επισημαίνει ο Νίτσε. Τα κλαδιά λοιπόν είναι οι Σκιές του Θεού. Γι’ αυτό έχει τεράστια σημασία η ανάλυση της πρότασης του Ντοστογιέφσκι για τον Θεάνθρωπο. Τώρα θα επανέλθω στο τόσο παρεξηγημένο ρητό, για το οποίο κατηγορήθηκε ότι υιοθέτησε ο Ντοστογιέφσκι και ακόμα περισσότερο – τελείως άδικα – ο Νίτσε και το οποίο θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε από φιλοσοφική έννοια. 

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν το τάγμα των Ασασίνων είχε φτάσει σε τόσο υψηλό επίπεδο σκέψης ώστε να διαβλέψει την αντινομία του Σοπενχάουερ, που συνίσταται στην συμβίωση της καθολικότητας του «φαινομενικού» με το «καθ’ αυτό». Εφ’ όσον «δεν υπάρχει αλήθεια», πράγμα που απέδειξε περίτρανα η σύγχρονη Φυσική ξεκινώντας με την Γενική θεωρία της σχετικότητας και επιβεβαιώνοντας το με την κβαντομηχανική, τότε δεν μπορεί να υπάρχει τίποτε «καθ’ αυτό» – ούτε ο Θεός όπως τον αντιλαμβανόμαστε, ούτε αθανασία παρά μόνον η Αιτιώδης Αρχή, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση. Αν η απάντηση είναι καταφατική για το τάγμα – υπόθεση εργασίας είναι αυτή – τότε και το δεύτερο μέρος-συμπέρασμα του ρητού «τα πάντα επιτρέπονται» δεν μπορεί να σημαίνει την κατάργηση κάθε κανόνα και κυρίως κάθε κανόνα δίκαιου πέραν της οποίας ηθικής, αλλά την προτροπή σε εξέταση νέων ενδεχομένων η νέων κανόνων πέραν του καλού και του κακού αφού και αυτά δεν υπάρχουν «καθ’ αυτά», δεν είναι αληθινά.

Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιη και η αντίθετη ισοπεδωτική ερμηνεία ότι επιτρέπεται ακόμα και ο φόνος με τον αναπόδεικτο ιστορικά ισχυρισμό ότι το τάγμα των Ασασινων διέπραξε δολοφονίες. Άρα η χρήση του ρητού από τον Ιβάν και τον Ίσκιο του Ζαρατούστρα κατά το δεύτερο μέρος του «τα πάντα επιτρέπονται» μπορεί να έχει λογικά μόνο φιλοσοφική χροιά: την διάνοιξη νέων προοπτικών και όχι την προτροπή προς το έγκλημα. Μόνο έτσι θα μπορούσαν να το «υιοθετήσουν» τόσο ο Ντοστογιέφσκι όσο και ο Νίτσε, ενώ ποιητική αδεία μπορούν να το χρησιμοποιήσουν στα γραπτά τους κατά το δοκούν. Ένας σημαντικός σταθμός στην εξέλιξη της σκέψης του Ν είναι η απόρριψη του ανθρώπου-Θεού από τον όποιο πέρασε και ο Νίτσε, παραπαίοντας ανάμεσα σε αυτόν, τον Υπεράνθρωπο και τις Νέες Αξίες, τις οποίες κάποιος από αυτούς τους δυο πρέπει να βάλει ως νέος Μωυσής. Ο Κυριλοβ, ο άνθρωπος-Θεός, ο αυτεξούσιος, δεν υπάρχει στους Αδελφούς Καραμαζωφ με οποιαδήποτε μορφή, ενώ ο ιδιώτης Μίσκιν- Χριστός παραμένει σαν συστατικό του Αλιόσα. 

Η λέξη ηλίθιος με την σημερινή της έννοια είναι μια ατυχής μεταφορά της αρχαίας Ελληνικής ιδιωτείας, που ενώ στην λατινική της έκφραση idiocity κρατά την ρίζα της Ελληνικής αλλά όχι το σημαινόμενο, η λέξη ηλίθιος απομακρύνεται τελείως από αυτήν και έχει μόνο υποτιμητική έννοια. Η πρόταση του Ντοστογιέφσκι για τον Οικουμενικό Άνθρωπο είναι ιδεαλιστική όπως κάθε τέτοια πρόταση δεν μπορεί να είναι παρά ιδεαλιστική. Δεν γνωρίζουμε την ιδιοσυγκρασία του αλλά μερικά χαρακτηριστικά του μπορούμε να τα διακρίνουμε τόσο στον ίδιο τον Αλιοσα όσο και στις τοποθετήσεις άλλων χαρακτήρων του έργου. Ο Ζωσιμάς ευαγγελίζεται την εκδήλωση απεριόριστης αγάπης προς όλα και όλους σαν προοπτική προσέγγισης του θείου, ο Ιβάν  αμφισβητεί την δυνατότητα να αγαπάς τους πάντες, πόσο μάλλον τον πλησίον σου, δηλώνοντας αδυναμία και ο Αλιόσα το επικεντρώνει στα παιδιά. Μια πιο προσγειωμένη άποψη που έχει περάσει από φίλτρο ρεαλισμού την άποψη του στάρετς. Η συνείδηση του υπερτροφική, όπως την εκφράζει ο ίδιος ο Αλιοσα, ενώ όλες οι μορφές συνειδήσεων, όπως τις αναλύει ο μέγας ψυχολόγος Ν, περνούν από μπροστά μας και διαλεγόμαστε μαζί τους στο βιβλίο. Υπερτροφική αλλά συγκροτημένη, δουλεμένη, έτσι ώστε να είναι μεν υπερτροφική αλλά στον αντίποδα του ανθρώπου του υπογείου: δεν έχει ίχνος μνησικακίας. Οι κανόνες του, πέραν του καλού και του κακού, δεν αποκλείουν την έκρηξη κατά του κακού κατά το πρότυπο του Υιού του ανθρώπου, έτσι η στάση του δεν είναι καθόλου παθητική, δεν είναι υπεράνω. Η άποψη του για την αθανασία είναι στο κέντρο της διδασκαλίας του Ιησού: το ιδανικό ενσαρκώνεται στην γη, άρα μέσω της γήινης παρουσίας μας, της ζώσας ζωής,  θα πέτυχουμε την αθανασία. Δεν υπάρχει για τους θνητούς ούτε παράδεισος ούτε κόλαση, μόνον η πονεμένη γη.  Ο Οικουμενικός άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος μέσα στη ζωή, που ενδιαφέρεται για όλα και παρά την ευαισθησία του έχει αντοχές να υποστεί πόνο, θλίψη και δοκιμασίες. Στον Μεγάλο Ιεροεξεταστή θέτει ο Ν το θέμα της ελευθέριας και κατά πόσον θα μπορούσαμε να την διαπραγματευτούμε ως προς την έκταση της με αντίτιμο την κάλυψη των καθημερινών αναγκών επιβίωσης η έλλειψη των οποίων αποτελεί την κύρια πηγή του κακού. Έλα όμως που δεν υπάρχει ελευθέρια χωρίς αγάπη ούτε αγάπη χωρίς απεριόριστη ελευθέρια. Άρα ο Οικουμενικός άνθρωπος προϋποθέτει εξασφάλιση των αναγκών του για να είναι απόλυτα ελεύθερος. Εφαρμογή λοιπόν του φυσικού νόμου της Δικαιοσύνης: εκάστω το ανήκον.

Ο Ντοστογιέφσκι προφανώς θα δεχόταν ασμένως την φλογερή πρόταση του Νίτσε να ήταν αυτός ο μέγας ψυχολόγος σύγχρονος του Ιησού για να τον ψυχαναλύσει. Παρ’ όλον ότι δεν είχε αυτήν την ευκαιρία, με την απαράμιλλη δυνατότητα του να διεισδύει στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής αισθάνεται ότι έχει αρκετά στοιχεία, ώστε προσαρμόζοντας μερικά από αυτά στο περιβάλλον να σχηματοποιήσει έναν Οικουμενικό άνθρωπο-Χριστό, ο οποίος να μπορεί να επιβιώσει για να προσφέρει και να διδάσκει με την παρουσία του. Έναν Χριστό της καθημερινότητας που θα αφήσουμε τα παιδιά να πάνε προς αυτόν.