Χάϊνριχ Φον Κλάιστ, Η Μαρκησία Ο…, Εκδόσεις Οξύ

Η σειρά Απνευστί των εκδόσεων Οξύ είναι μια κιβωτός πολιτισμού και γνώσης, κείμενα που αποτελούν οδηγό και εγχειρίδιο για μια καλύτερη ζωή μέσω της ανάγνωσης βιβλίων, τα οποία έχουν λόγο και ουσία ύπαρξης. Τα κείμενα αυτά αποτελούν μια παρακαταθήκη τόσο για εμάς που τα διαβάζουμε σήμερα ως αναγνώστες, όσο όμως και για τους αναγνώστες του μέλλοντος. Πρόκειται για βιβλία ξεχωριστά, λογοτεχνικά διαμάντια που σκοπό και στόχο έχουν να αποτελέσουν θεμέλιους λίθους για τον αέναο και ακούραστο αναγνώστη. Είναι ευχής έργον να κυκλοφορούν τέτοια βιβλία που εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας και μας προβληματίζουν ως προς την σύλληψη του κόσμου όπου ζούμε με οδηγό το παρελθόν, γιατί ένας κόσμος δίχως παρελθόν είναι ένας κόσμος αναμφίβολα δίχως μέλλον. Ο Χάϊνριχ Φον Κλάιστ είναι ένας από εκείνους τους αινιγματικούς συγγραφείς που έβαλε με τον δικό του τρόπο το λιθαράκι σε αυτό που ονομάζουμε παγκόσμια λογοτεχνία. Σε αυτό το ιδιάζον όσο και πολύ ιδιαίτερο κείμενο, ο Φον Κλάιστ παίζει με τον αναγνώστη του και τον καθιστά κοινωνό των προβληματισμών και των αγωνιών πραγματευόμενος ένα ζήτημα ιδιαίτερα ευαίσθητο, αυτό της γυναικείας επιθυμίας αλλά και της ηθικής που την περιβάλλει. 

Αναζητώντας απαντήσεις σε δύσκολες ερωτήσεις και σε μια εποχή συντηρητικών απόψεων

Είναι πράγματι από τους πιο αντισυμβατικούς και εκκεντρικούς συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ένας συγγραφέας με σύντομο βίο λόγω του πρόωρου τέλους του. Ωστόσο, το έργο του είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό για αυτά τα λίγα χρόνια που έζησε, ένα έργο όπου κινείται ανάμεσα στο παράλογο και το λογικό, το φυσικό και το μεταφυσικό, το παράδοξο και το ορθόδοξο. Ο Φον Κλάιστ για άλλη μια φορά επιβεβαιώνει τα δικά του προσωπικά αδιέξοδα και τα ερωτήματα που ακόμα και εδώ παραμένουν αναπάντητα, η ζωή του ίδιου παρέμεινε τελικά ένα ατελείωτο ερωτηματικό. Η νουβέλα αυτή εντάσσεται στην συνολική του θεωρία της ζωής όπου όλα είναι ρευστά, όλα υπό αίρεση και καμία σιγουριά ή ασφάλεια δεν υπάρχει. Τι κρύβεται άραγε πίσω από την περίεργη όσο και αλλόκοτη ιστορία της Μαρκησίας και ποιες ευθύνες μπορεί να φέρει η ίδια για ένα γεγονός που την ξεπερνά; Σε μια κοινωνία, όπως αυτή του 19ου αιώνα, όπου όλα είναι ανδροκεντρικά και η γυναίκα βρίσκεται στο στόχαστρο και έρμαιο των στερεοτύπων το κείμενο του Κλάιστ έρχεται να επιβεβαιώσει πως η Μαρκησία είναι και αυτή όμηρος και αιχμάλωτη ενός λάθους που διαιωνίζεται.

Στον πρόλογο της έκδοσης, ο εξαιρετικός συγγραφέας Ξενοφών Μπρουντζάκης, αναφέρει τα εξής πολύ ενδιαφέροντα αναφορικά με το βιβλίο: «Η Μαρκησία Ο… σε πρώτο επίπεδο μοιάζει να είναι μια ιστορία για την τιμή μιας γυναίκας, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για κείμενο που εδράζεται στην αμφισημία της επιθυμίας, στα όρια της βίας και της συγχώρεσης, στην ανάγκη του ανθρώπου να βρει δικαιοσύνη εκεί όπου η κοινωνία αρνείται να την αναγνωρίσει». Η Μαρκησία Ο… μένει έγκυος δίχως να το γνωρίζει και ενώ έχει μείνει χήρα προ πολλού. Το γεγονός της εγκυμοσύνης της είναι ιδιαίτερα περίεργο και δυσερμήνευτο καθώς η ίδια δεν είχε επαφή με κανέναν άντρα ούτε καν με τον Ρώσο αξιωματικό, ο οποίος την γυροφέρνει και της ασκεί πίεση με γράμματα και κολακείες. Η ίδια βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση και απέναντι μάλιστα σε έναν κοινωνικό περίγυρο ιδιαίτερα αυστηρό και πολύ συντηρητικό στον οποίο οφείλει να εξηγήσει τα ανεξήγητα. Η αφήγηση του Κλάιστ είναι εξαιρετικά αινιγματική σε σημείο που φέρνει τον αναγνώστη του ενώπιον αποριών και γρίφων για το τι τελικά συνέβη στην γυναίκα αυτή. Εμείς, ως αναγνώστες και κοινωνοί της ιστορίας, καλούμαστε να αντλήσουμε τα συμπεράσματά μας και να την κρίνουμε για τις πράξεις ή τις παραλείψεις της. Είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που βλέπει μικροπρεπώς και σίγουρα όχι γενναιόδωρα, ρίχνοντας στην πυρά την γυναίκα για κάθε τι που ακούγεται. 

Η ίδια η Μαρκησία δεν είναι σε θέση να εξηγήσει αυτό που της συμβαίνει, την διέπει μια αναστάτωση και η κλήση του γιατρού δεν την βοηθάει να διαλευκάνει την υπόθεση. Είναι ταραγμένη και ο διάλογος με τη μητέρα της είναι χαρακτηριστικός της αγωνίας που την διακατέχει: «Μα τι σε έχει ταράξει;» ρώτησε η μητέρα της. «Τίποτα παραπάνω από τη γνώμη του γιατρού; Τίποτε παραπάνω από τα πιο ενδόμυχα συναισθήματά σου;» «Τίποτα παραπάνω, αγαπημένη μου μητέρα», απάντησε η Μαρκησία, και έφερε το χέρι στην καρδιά της». Τα λόγια είναι σαφή και αποκύημα μιας κατάστασης που κοντεύει να αποτρελάνει την Μαρκησία για αυτό το απόκοσμο γεγονός που της έτυχε. Η ίδια η κοινωνία, όπως και στον μεσαίωνα, βγάζει τα δικά της γρήγορα και μικροπρεπή συμπεράσματα αδυνατώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία της και να μην κακολογήσει ή να καταδικάσει έναν αθώο. Οπότε στα μάτια της κοινωνίας η Μαρκησία είναι ένοχη χωρίς καν να έχει η ίδια τη δυνατότητα να αποδείξει την αθωότητά της. Στο κάτω κάτω αυτό που της συνέβη αφορά μόνο την ίδια και κανέναν άλλο, δεν διαπράττει κανένα έγκλημα, είναι όμως η ηθική που κλονίζεται και αυτό θα την στιγματίσει.

Ο Ξενοφών Μπρουντζάκης εξηγεί το ευρύτερο πλαίσιο της εποχής του Κλάιστ καθώς ο «Κλάιστ, σε αντίθεση με τους σύγχρονούς του, δεν αναζητά καταφύγιο στον ιδεαλισμό του γερμανικού κλασσικισμού, αλλά εκθέτει τις σκοτεινές αντιφάσεις της ανθρώπινης φύσης. Την ίδια στιγμή που ο Γκαίτε και ο Σίλλερ προσέφεραν μορφές υψηλού ανθρωπισμού και αισθητικής αρμονίας, εκείνος στρεφόταν σε διλήμματα ακραία, σε ιστορίες όπου η λογική και το συναίσθημα συγκρούονται μετωπικά». Ο Κλάιστ θα είχε πολλά ακόμα να μας αφηγηθεί και άλλες ιστορίες να συγγράψει αν δεν έφευγε τόσο πρόωρα και τόσο τραγικά. Η τραγικότητα και το δραματικό στοιχείο μαζί με το σκοτεινό και το αλλόκοτο είναι αυτά που τον χαρακτηρίζουν, για αυτό και η Μαρκησία είναι σάρκα εκ της σαρκός του και πνεύμα εκ του πνεύματός του αφήνοντας μας με την φαντασία μας να οργιάζει για το τι τελικά είναι το αποτέλεσμα αυτής της τόσο παράξενης ιστορίας.

«Αποφάσισε να αποτραβηχτεί εντελώς στον εαυτό της και να αφοσιωθεί αποκλειστικά και με ζήλο στη μόρφωση των δύο παιδιών της, και να φροντίσει με πλήρη μητρική αγάπη και στοργή το δώρο που της είχε χαρίσει ο Θεός με τη μορφή του τρίτου παιδιού»