Ελένη Λετώνη, Του Όθωνα τα χρόνια, Εκδόσεις Παπαδόπουλος

Η δολοφονία του πρώτου κυβερνήτη της χώρας, του Ιωάννη Καποδίστρια το 1831 αποτέλεσε ένα θλιβερό γεγονός το οποίο και τροφοδότησε ραγδαίες εξελίξεις καθώς η χώρα έμεινε ακυβέρνητη σε μια περίοδο τόσο κρίσιμη όσο ήταν εκείνη που μόλις ξεκινούσε έναν χρόνο πριν με την επίσημη δημιουργία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Ο Καποδίστριας, τον οποίο τόσοι αγάπησαν, ο απλός λαός δηλαδή και ακόμη περισσότεροι μίσησαν, έμελλε να γίνει το μήλον της έριδος και να θυσιαστεί. Αυτή του η θυσία όμως ήταν η αρχή μιας νέας εποχής, της έλευσης ενός βασιλιά εκ Βαυαρίας, ενός βασιλιά ουσιαστικά φυτευτού από τις τότε μεγάλες δυνάμεις, τη Γαλλία, τη Βρετανία και τη Ρωσία. Δεν θα μπορούσε ο βασιλιάς να προέρχεται από μια εκ των προαναφερθεισών δυνάμεων, έπρεπε να είναι ουδέτερος και έτσι έγινε. Ο βασιλιάς Όθωνας ήρθε στην Ελλάδα, στη μικρή ακόμα Ελλάδα, σε ηλικία μόλις 17 ετών και μέχρι να ενηλικιωθεί μια επιτροπή αντιβασιλείας ήταν εκείνη που θα κυβερνούσε αντί αυτού. 

Χρόνια ταραγμένα, χρόνια δύσκολα, χρόνια όπου βασίλευαν οι συγκρούσεις

Η Ελένη Λετώνη στο εξαιρετικά εμπεριστατωμένο βιβλίο της περιγράφει και αναλύει τα γεγονότα γύρω από την παρουσία του βασιλιά και της γυναίκας του Αμαλίας, προσφέρει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να γνωρίσει εκείνα τα πρώτα κρίσιμα χρόνια του ελληνικού κράτους, όπου τα προβλήματα ήταν πλείστα και οι προκλήσεις ακόμα περισσότερες. Η σύγκρουση μεταξύ βασιλιά και Ελλήνων αξιωματούχων ήταν συνεχόμενη καθώς ένας ξενόφερτος βασιλιάς ήταν αυτός που θα όριζε πια τις τύχες και θα κυβερνούσε μόνος, τουλάχιστον ως το 1843 όπου ο λαός εξεγέρθηκε για να απαιτήσει το περίφημο Σύνταγμα στην πλατεία που πήρε το όνομά της. Από το 1843 και μετά ξεκινά μια άλλη περίοδος συγκρούσεων όπου οι κυβερνήσεις πέφτουν μα ο βασιλιάς μένει, ένας βασιλιάς που η ιστορία απέδειξε πως όχι μόνο δεν ήταν ικανός να κυβερνήσει και να διαχειριστεί ορθόδοξα τις τύχες μιας χώρας αλλά βρισκόταν συνεχώς στο μεταίχμιο της ύπαρξης και της παραίτησης. Αυτή που τον συμβούλευε, αν και μικρότερη, ήταν η δυναμική και σαφώς πιο αποφασιστική Αμαλία, η οποία έφτασε στην Ελλάδα το 1837 και στάθηκε στο πλευρό του. Εξάλλου, μην ξεχνάμε πως το Αμαλία μάλλον προέρχεται από τη γερμανική λέξη αμαλ που σημαίνει δυναμική, δραστήρια.

Η Αντιβασιλεία και ο Όθωνας, μέσω του πατέρα του, ήταν αυτοί που όρισαν την Αθήνα, λόγω της λατρείας τους για την Αρχαία Ελλάδα, ως πρωτεύουσα της χώρας μεταφέροντας δηλαδή τον τίτλο από το Ναύπλιο που είχε επιλέξει ο εκλιπών Καποδίστριας. Στην νέα του πόλη, θα έχτιζε και το παλάτι του, τη Βουλή, όπου θα έμενε ως το 1862 οπότε και εκδιώχθηκε κακήν κακώς από τη χώρα, αφού δεν τον δολοφόνησαν και αυτόν, τυχερός ήταν. Οι οξυμένες πολιτικές ίντριγκες της εποχής έδιναν και έπαιρναν κατά τη διάρκεια της μοναρχίας, ειδικά ανάμεσα στα διάφορα κόμματα που το καθένα προσέκειτο σε μια εκ των τριών μεγάλων δυνάμεων και πίεζε ουσιαστικά το βασιλιά και ύστερα τη βουλή για τα συμφέροντα της κάθε χώρας την οποία εκπροσωπούσε. Αυτή η συνεχής αναστάτωση, οι διενέξεις μεταξύ των πολιτικών εκπροσώπων και οι πιέσεις απέξω δημιουργούσαν ένα φορτισμένο κλίμα, ένα άστατο πολιτικό σκηνικό που δεν άφηνε τον έτσι και αλλιώς νωχελικό και διστακτικό βασιλιά να πάρει σωστές αποφάσεις εις όφελος του λαού. Πρόκειται για μια περίοδο ιδιαίτερα τεταμένη από το γεγονός πως ο βασιλιάς, άγνωστο και περίεργο πως, πίστευε πως θα ενθρονιστεί στην Κωνσταντινούπολη νέος αυτοκράτορας παρασυρμένος από τον μύθο της Μεγάλης ιδέας – δηλαδή της ανάκτησης εδαφών των λησμονημένων πατρίδων – που τόσο μας κόστισε ιστορικά, τόσο τότε όσο και αργότερα. 

Το παλάτι, η σημερινή Βουλή, αποτελεί ορόσημο της πόλης όπως και ο Εθνικός κήπος, ένα δημιούργημα της βασίλισσας Αμαλίας, η οποία και φρόντισε να τον διαμορφώσει εκ του μηδενός και με δική της καθημερινή φροντίδα και έγνοια. Έφερε φυτά και δέντρα από όλον τον κόσμο και δημιούργησε έναν πνεύμονα πρασίνου απίστευτου και απαράμιλλου κάλλους σε μια πόλη 7000 τότε κατοίκων, όπου το μόνο που υπήρχε ήταν χέρσα χωράφια και ετοιμόρροπα σπίτια. Ο κήπος λοιπόν ήταν το «παιδί» της Αμαλίας, μιας και δεν απέκτησε ποτέ με τον Όθωνα παιδί παρά τις πολλές και ανεξάντλητες προσπάθειες. Η Αμαλία όμως λόγω της δυναμικότητάς της και της μεγαλύτερης ευφυίας της είχε και άλλες πολλαπλές δράσεις εις όφελος του λαού για αυτό και εκείνος την αγάπησε περισσότερο από τον Όθωνα. «… η Αμαλία πρωταγωνίστησε στην ίδρυση ασφαλιστικού φορέα για τους Έλληνες ναυτικούς. Πρόκειται για το Ναυτικό Απομαχικό Ταμείο, το γνωστό σε όλους μας ΝΑΤ, το οποίο ιδρύθηκε το 1861 και αποτελεί τον πρώτο ασφαλιστικό φορέα που ιδρύθηκε στην Ελλάδα και έναν από τους παλαιότερους στον κόσμο».

Όπως αναφέρει και η συγγραφέας στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, η ιστορία δεν είναι βαρετή και ειδικά όποιος διαβάσει αυτό το βιβλίο θα κατανοήσει καλύτερα μέσα από έναν εύληπτο και απολαυστικά δοσμένο τρόπο γραφής τα όσα οδήγησαν ουσιαστικά στην έξωση του Όθωνα από την Ελλάδα. Η έξωση ήταν ωρίμανση του λαού που δεν άντεχε έναν ξένο δυνάστη ή απλά άλλο ένα τερτίπι από τα πολλά που κατά καιρούς έχουν πλήξει την κυβερνησιμότητα της χώρας; Η ιστορία σε κάθε περίπτωση μας διδάσκει πολλά, όπως έγραφε και ο φιλόσοφος Χέγκελ, και είναι εκείνη που μας δείχνει το δρόμο να μην επαναλαμβάνουμε με την ίδια μαθηματική ακρίβεια τα ίδια λάθη, αφού πρώτα τα έχουμε αναγνωρίσει και έχουμε μάθει από αυτά. Αλλιώς, η ιστορία έχει το προνόμιο να επαναλαμβάνεται ως φάρσα και τότε οι συνέπειες είναι οδυνηρές. Στο τέλος του βιβλίου, παρατίθεται σχετική βιβλιογραφία ώστε ο αναγνώστης αν το επιθυμεί να εντρυφήσει ακόμα περισσότερο και πιο αναλυτικά σε πιο συγκεκριμένα γεγονότα. Τα τριάντα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα και η παρουσία της Αμαλίας στην Ελλάδα καθώς και το περιρρέον πολιτικό περιβάλλον δίνουν το στίγμα για όλα αυτά που πέρασε η χώρα, πολλές φορές, δια πυρός και σιδήρου για να θυμηθούμε και τον Έντζο Τραβέρσο.

«Ο Όθωνας διαβάζει χωρίς να υπογράφει, ενώ η Αμαλία υπογράφει χωρίς να διαβάζει»