H μνήμη όπου και αν την αγγίξεις πονεί. Περιδιαβάζοντας τα ημερολόγια καταστρώματος του Γ. Σεφέρη, Εκδόσεις Αρμός

Το βιβλίο αυτό είναι μια συλλογή ομιλιών για την ποίηση του Σεφέρη γενικά, χωρίς να ζωγραφίζει, να ψυχαναλύει και να αποτιμά το έργο και την ποίηση του Σεφέρη μέσα από τα Ημερολόγια καταστρώματος. Ξεφεύγει – πώς να γίνει διαφορετικά – με τον ίδιο τρόπο που το χέρι του ποιητή αναζητά στο άδειο χαρτί το ποίημα που ήδη περιδιαβάζει στον αιθέρα σαν τ’ όνειρο, όπως το χέρι του Μιχαήλ Άγγελου ξέφευγε σφυροκοπώντας την σμίλη για να βρει στον άμορφο όγκο του μαρμάρου το άγαλμα που έκρυβε στα σωθικά του. Το πετυχαίνει άραγε ποτέ ο καλλιτέχνης  αυτό; Μας απαντά ο T.S. Elliott, που είχε στενή επαφή με τον ποιητή μας, έχοντας μεταφράσει στα Ελληνικά την Έρημη χώρα: «Είναι αδύνατον να πω ακριβώς αυτό που εννοώ».

Έτσι καλύπτει θέματα που δεν μπορεί παρά να ενδιαφέρουν αυτούς που διαβάζουν Σεφέρη, ενώ είναι μια εξαιρετική εισαγωγή γι’ αυτούς που ξεκινούν τώρα. Θέματα όπως η επικαιρότητα του ποιητή όταν η μεγάλη ποίηση και τα  μεγάλα νοήματα της είναι αποσυνδεδεμένα από τον χρόνο, που δεν μπορεί να την περιορίσει ακόμα κι αν χρησιμοποιεί την ιστορία για να πετύχει τους στόχους της. Η μη σχέση ποίησης και ιστορίας ορίσθηκε από τον Αριστοτέλη στα Ποιητικά του, ενώ η χρήση της είναι πολύ χρήσιμη στον συμβολισμό και την μεταφορά, το καλύτερο όπλο του δια λόγου εκφραζόμενου, όπως επαναλαμβάνει συνεχώς στην Ρητορική του. Ο Σεφέρης σαν άνθρωπος, ο Σεφέρης και οι άλλοι, ο Σεφέρης και η μουσική, οι νεότεροι ποιητές και ο Σεφέρης και άλλα.

Η αναφορά στον Σωκράτη στην Κίχλη του επιτρέπει να αναδείξει τις έννοιες του δικαίου, του θανάτου και γιατί πρέπει να τον προτιμήσει ο φιλόσοφος, του θεού και της μετά θάνατον κατάστασης. Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί, είτε αφορά τον Σωκράτη, είτε τον Χριστό είτε το ξερίζωμα του ’22 και την χαμένη πατρίδα. Ο ποιητής Σεφέρης και ο διπλωμάτης Σεφεριάδης συμβίωσαν κυρίως λόγω σεβασμού. Ο καθένας απ’ τους δύο σεβόταν τον άλλον και την ιδιωτική  του ζωή. Ο ποιητής ποτέ δεν επηρέασε τα καθήκοντα τού διπλωμάτη με την συνεχή μετακίνηση του στις τέσσερις άκρες της γής. Τι μας προσέφερε αλήθεια ο ποιητής Σεφέρης; Θα παραθέσουμε τα λόγια του Παντελή Μπουκάλα στην εισαγωγή του στην έκδοση του Ίκαρου: 

ΕΚΟΜΙΣΕ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ

Τον βαθύ και ήρεμο ποιητικό αλλά και δοκιμιακό στοχασμό του για το πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδας, καθώς και για το πρόσωπο του ανθρώπου στον έρωτα του, στη μοναξιά του, στην απόγνωση του. Την καίρια συμβολή του στην ανανέωση του ποιητικού λόγου. Την αδιαφορία του για τα στιχουργημένα κηρύγματα. Την δύναμη του να μιλάει στα ποιήματα του για τα δράματα του τόπου χωρίς να ενδίδει στην ρητορική του μελοδραματισμού. Τη στέρεη γλώσσα του, μια δημοτική που εμπιστεύεται την χάρη και τον πλούτο της. Τη γενναία, συναρπαστική πίστη πως «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα τραγούδια μας». Μία μέθοδο τίμιας συνομιλίας με την λογοτεχνική παράδοση, από τις αρχαίες ρίζες της, στο έργο του Ομήρου και των τραγωδών, έως το δημοτικό τραγούδι, που το εγκωμίασε ως πρότυπο γλωσσικού ήθους, τον Ερωτόκριτο και τους μεγάλους ποιητές του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ου. Τη σκέψη του για τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Καβάφη – και τον Μακρυγιάννη. Τη σχέση του με την διεθνή ποίηση, η οποία αποτυπώθηκε και στις μεταφράσεις αλλόγωσσων ποιητών. Νόμπελ λογοτεχνίας το 1963. 

Άφησε πολύτιμη παρακαταθήκη στους μετέπειτα ποιητές με τα δοκίμια του και τις εκτενείς απόψεις του για την ποίηση. «Μεγάλη ποίηση είναι αυτή που έχει μεγάλα νοήματα». Η ποίηση του καλύπτει το εύρος από το αγωνιώδες όραμα του για την ανθρώπινη μοίρα με την αναζήτηση μιας λύτρωσης, μιας συμφιλίωσης με το αίσθημα της φθοράς και του θανάτου, μέχρι την διακωμώδηση της ανθρώπινης καθημερινότητας. Οι πολιτικές του θέσεις αλλά και οι τοποθετήσεις του στα διαδραματιζόμενα ξεκάθαρες και ειλικρινείς χωρίς την παραμικρή παραβίαση του διπλωματικού απορρήτου. Το μόνο ερωτηματικό ήταν αν ο τρομοκρατημένος Σεφέρης για την καταστροφή που θα προκληθεί με την κατάρρευση του θιάσου της χούντας (η Κυπριακή τραγωδία) μιλούσε σαν ενορατικός ποιητής ή σαν έμπειρος διπλωμάτης που ήξερε ότι η Ελλάδα κάνει συνεχώς τραγικά λάθη και τα πληρώνει ακριβά. Πιστεύοντας ακράδαντα στην αμεσότητα του διαλόγου του ποιητή με το κοινό θεωρούσε ανεκτίμητο τον πλούτο της δημοτικής γλώσσας και την χρησιμοποίησε με αριστοτεχνικό τρόπο. Γι’ αυτόν τον λόγο είχε τοποθετήσει τόσο ψηλά τον Μακρυγιάννη σαν γνήσιο καλλιτέχνη, ενώ για τον ίδιο λόγο θαύμαζε τους «τρεις πεθαμένους ποιητές», τους ξενόγλωσσες Σολωμό, Κάλβο και Καβάφη που η ποίηση τους εκινείτο σε τέτοια  επίπεδα που ξεπερνούσαν την γλώσσα σαν μέσο έκφρασης. Τέλος με την τοποθέτηση του Διονυσίου Σολωμού στις κορυφές της παγκόσμιας ποίησης, αναγνώριζε την ποιητική ιδιοφυία του, τον τιτάνιο αγώνα του και την τεράστια προσφορά του στο έθνος που κουβαλά στην πλάτη του τόσο ένδοξο παρελθόν.