Αυτήν την έκδοση των διηγημάτων του Λε Φανού την περιμέναμε πως και πως οι αναγνώστες που μπορούν να εκτιμήσουν το μέγεθος ενός συγγραφέα που επηρέασε πλήθος επιγόνων του, έναν συγγραφέα που είναι αξεπέραστος όχι γιατί το γράφουν οι ειδικοί της ιστορίας της λογοτεχνίας αλλά διότι πρόκειται για έναν Γκόγια της λογοτεχνίας. Εκεί που το σκοτάδι παραμονεύει και το αλλόκοτο τείνει να κατακτήσει τα πάντα και να τα παρασύρει στο πέρασμά του, ο Λε Φανού το καταδιώκει, το πολιορκεί και τελικά το φυλακίζει για να το μεταφέρει στο χαρτί εν είδει ιστορίας. Οι ιστορίες του Λε Φανού γραμμένες στον καιρό τους, είναι όμως ιστορίες που μιλούν στο σήμερα, όχι επειδή είμαστε παρελθοντολάγνοι αλλά γιατί τέτοια διηγήματα και άλλα αυτής της απαράμιλλης ομορφιάς δυστυχώς δεν θα ξαναγραφτούν εύκολα ειδικά στους χαλεπούς καιρούς της άχρωμης και άγευστης τεχνητής νοημοσύνης που θεωρεί πως όλα μπορεί να τα κάνει αλλά τελικά παραμένει κενό γράμμα. Μακάρι να διαψευστούμε στο εγγύς μέλλον αν και δεν τρέφω τόσο μεγάλη αισιοδοξία.
Ένας ρηξικέλευθος περιπατητής της αφήγησης, περίεργες σκιές και φαντάσματα που κατοικούν σε επικίνδυνες στοές
Πίσω στον Σεριντάν Λε Φανού, η αναφορά στον Γκόγια δεν ήταν τυχαία. Ο Γκόγια όπως και ο Σεριντάν Λε Φανού μοιάζει να διάγουν παράλληλους βίους αν και δεν έζησαν την ίδια χρονική περίοδο, ο πρώτος έζησε κυρίως τον 18ο αιώνα, ο δεύτερος τον 19ο. Ωστόσο και οι δύο υπήρξαν πρωτοπόροι, ο μεν Γκόγια ανακοίνωσε με το εμβληματικό του έργο καλλιτεχνικά κινήματα του 19ου και 20ου αιώνα, ενώ ο Λε Φανού αδιαμφισβήτητα κρύβεται πίσω από σπουδαίους λογοτέχνες του 20ου αιώνα, τον Μπόρχες, τον Κάφκα, τον Μπέκετ, την Αγκάθα Κρίστι, τον Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και πολλούς άλλους, είδη λογοτεχνίας διαφορετικά μεταξύ τους. Οι ιστορίες του είναι εμποτισμένες με το μεταφυσικό, το παράδοξο, το φανταστικό, είναι σαν να βλέπουμε τις τρομακτικές μορφές του Γκόγια και το ασπρόμαυρο των σχεδίων του και των χαρακτικών του μέσα από τον Λε Φανύ. Ο Γκόγια ξυπνούσε τα χαράματα καθώς ταραζόταν από πολλούς και επίμονους εφιάλτες, σαν φαντάσματα να επισκέπτονταν τον ύπνο του και κάτι ανάλογο φαίνεται και στις ιστορίες του Λε Φανού. Ο μυστηριώδης ένοικος που είναι και η κεντρομόλος δύναμη, η πρωταγωνίστρια ιστορία αυτής της εκπληκτικής έκδοσης αυτό καταμαρτυρά.
Ο Λε Φανύ όμως πραγματεύεται εκτός από το φανταστικό και το παράξενο που στοιχειώνει πολλές φορές τις ζωές των ανθρώπων και ένα άλλο στοιχείο, την σχέση Θεού και ανθρώπου, την έλευση του δαίμονα δηλαδή, αυτής της μοχθηρής δύναμης που αντιπαλεύεται το καλό και τείνει όπως άλλωστε και στον Φάουστ του Γκαίτε να κατακλύσει τις ζωές μας και να τις κλέψει. Ο Μεφιστοφελής προσπαθεί με κάθε τρόπο να διεισδύσει στα ενδότερα της ανθρώπινης σκέψης, να τρυπώσει στο μυαλό του ανθρώπου και να παίξει με τον νου του ώστε να τον πάρει με το μέρος του και τελικά να κερδίσει την εμπιστοσύνη του, να τον αποπροσανατολίσει, να τον εξουθενώσει με πλείστους πειρασμούς σε τέτοιο βαθμό που θα ξεχάσει κάθε τι καλό, το κακό πάντα μπορεί να εδραιωθεί εύκολα ενώ για το καλό απαιτείται μόχθος και αντίσταση. Εδώ μάλλον λειτουργεί πρώιμα και το ανθρώπινο υποσυνείδητο, ο Λε Φανύ έχει ήδη εγγράψει στα διηγήματά του στοιχεία ψυχανάλυσης ανακοινώνοντας εμμέσως πλην σαφώς τις φροϋδικές θεωρίες κατά μία έννοια.
Ο Sheridan Le Fanu όμως θα ήταν σίγουρα περήφανος για αυτήν του την έκδοση στα ελληνικά διότι ο επιμελής και επαΐων Γιώργος Θάνος με την εξαιρετική μετάφραση, την ανθολόγηση και το εισαγωγικό του σημείωμα έχει προσδώσει άλλη χάρη στο εκδοτικό αυτό γεγονός – γιατί ας είμαστε ειλικρινείς και γενναιόδωροι περί αυτού πρόκειται – και με τις εύστοχες παρατηρήσεις του μας προϊδεάζει για αυτά που πρόκειται να συναντήσουμε εντός των τειχών. «Τα φαντάσματα του Λε Φανού είναι σκιές της παλαιάς ζωής, υπενθυμίσεις αμαρτιών αναμολόγητων, θανάσιμες προειδοποιήσεις ή συνέπειες άνομων πράξεων · το μεταφυσικό λειτουργεί εδώ ως ευθεία αμφισβήτηση της ηθικής τάξης, ως διασάλευση του ορθού κόσμου» γράφει χαρακτηριστικά. Η αλήθεια είναι πως ο αιώνας αυτός, ο 19ος δηλαδή, είναι ένας αιώνας τεκτονικών αλλαγών σε ιστορικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο αλλά πρόκειται και για τον αιώνα των αλλαγών και σε άλλους τομείς, ειδικά της επιστήμης και της τεχνολογίας, ένας αιώνας που αρχίζει να βγάζει τον κόσμο από το σκοτάδι προηγούμενων αιώνων τόσο μεταφορικά όσο και κυριολεκτικά. Όλα αυτά που επέρχονται άραγε δύνανται να είναι διαχειρίσιμα, οι μηχανές θα έχουν την δυνατότητα ελέγχου από τον άνθρωπο, η επιστήμη θα δημιουργήσει τέρατα και ο Φρανκενστάιν της Μαίρη Σέλευ θα μείνει στο χαρτί ή θα μεταπηδήσει σε μια κανονική πραγματικότητα; Τα ερωτήματα είναι πολλά, οι απαντήσεις λίγες και όχι άδικα οι αγωνίες και οι ανησυχίες των ανθρώπων έκδηλες και δικαιολογημένες μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα των αλλαγών.
Οι άνθρωποι προσπαθούν με κάθε τρόπο να εξηγήσουν το ανεξήγητο και το δυσερμήνευτο, οι καλλιτέχνες και δη οι συγγραφείς έχουν τον πρώτο λόγο με τον Σεριντάν Λε Φανού να δέχεται ερεθίσματα, τα οποία τα μετακυλύει στο χαρτί με όρους αφηγηματικής αναστάτωσης. Στο πρώτο διήγημα με τίτλο Ένα παράξενο συμβάν από τη ζωή του Σάλκεν, του ζωγράφου είναι μόνο ένα δείγμα της ασύγκριτης έμπνευσης του Λε Φανού που μοιάζει να ξαναζωντανεύει την τέχνη του Μπρύγκελ μέσα από ένα επεισόδιο της ζωής του μαθητή ενός εκ των κορυφαίων της φλαμανδικής σχολής, του Χέρριτ Ντάου. Ο ίδιος γράφει στο τέλος της ιστορίας: «Όλο το έργο είναι ένα εξαίρετο δείγμα της περίτεχνης και μοναδικής κατανομής του φωτός και της σκιάς που έκανε το όνομα του Σάλκεν αθάνατο ανάμεσα στους καλλιτέχνες της χώρας του». Για να γράψεις μια τέτοια ιστορία πρέπει πρώτα να γνωρίζεις, άρα απαιτεί να έχεις προσλαμβάνουσες και παιδεία, αισθητική, κριτική σκέψη και όλα αυτά ο Λε Φανού τα διαθέτει σε μέγιστο βαθμό. Καταφέρνει λοιπόν να παντρέψει την ζωγραφική με την λογοτεχνία και ο γάμος αυτός παράγει τρόμο και φαντασία, η οποία κινείται σε άλλα επίπεδα.
“Δεν ήμαστε επαρκώς προετοιμασμένοι για το τέλος {…}. Με παρηγορεί ωστόσο η σκέψη ότι βρίσκεται στον Παράδεισο, μια και κανένας δεν θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερος άνθρωπος απ’ ότι υπήρξε ο ίδιος. Δεν ζούσε παρά μόνο για μας, και η ζωή του ήταν γεμάτη ανησυχίες και προβλήματα”. Αυτά γράφει στις 9 Φεβρουαρίου 1873 η κόρη του εκλιπόντος Sheridan Le Fanu τιμώντας τον αξιαγάπητο πατέρα της ενώ ο λογοτεχνικός κόσμος της εποχής θρηνεί έναν πρωτοπόρο της. Ο Χένρι Τζέιμς είχε πει για τον Le Fanu, από τον οποίο άλλωστε εμπνεύστηκε το “Στρίψιμο της βίδας” πως οι ιστορίες του ήταν “το ιδανικό ανάγνωσμα για μεταμεσονύχτιες ώρες σ’ ένα σπίτι στην εξοχή ενώ ο M.R. James πως “κατορθώνει να εμπνέει τον μυστηριώδη τρόμο καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον συγγραφέα”. Να λοιπόν η κληρονομιά και η παρακαταθήκη του Λε Φανού, ενός συγγραφέα που θα συνεχίσει να διαβάζεται εις το διηνεκές ενώ άλλοι διάττοντες αστέρες της σύγχρονης λογοτεχνίας απλά θα ξεχαστούν από τον χρόνο που είναι αμείλικτος κριτής.
«Και τι είδα – Χριστέ μου! Τη γριά, να φοράει τα σατέν και τα βελούδα της, όπως τη νεκροντύσαμε, να χαμογελάει αλλόκοτα, με τα μάτια ορθάνοιχτα σαν πιατάκια του τσαγιού, και με πρόσωπο σαν του διαόλου του ίδιου. Τη γυρόφερνε ένα κόκκινο φως, σαν να καιγόταν το φόρεμά της κάτω κάτω»
Από το διήγημα ‘Το φάντασμα της κυρίας Κρόουλ’.



