Το βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας είναι μια «φωτογραφική ανατύπωση της πρώτης έκδοσης του 1859 με προλεγόμενα του Ιάκωβου Πολυλά». Μια με σεμνά λόγια απόδοση μιας μνημειώδους έκδοσης που θεώρησε καθήκον του ο εκδοτικός οίκος ΕΠΟΨ να βγάλει από την αφάνεια και να την προσφέρει στους Έλληνες που αγαπούν την ταραχώδη ιστορία τους και αυτούς που πάλεψαν για να επιβιώσει η Ελλάδα μέχρι σήμερα, παρά την πανταχού παρούσα διχόνοια και τα τεράστια λάθη που πληρώσαμε και συνεχίζουμε να πληρώνουμε μέχρι σήμερα. Δεν πλησιάσαμε ποτέ στην στιγμή που θα τραγουδήσουμε
Και να αδερφέ μου που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα, ήσυχα, ήσυχα κι απλά…
Μόλις ξεμυτήσαμε από το σκοτάδι της κατοχής από τις ορδές των εσαεί πρωτόγονων μαμελούκων αρχίσαμε τα ίδια, πλησίστιοι προς το επόμενο λάθος. Ανεχθήκαμε τους βαρβάρους που μέχρι σήμερα δεν έχουν προσφέρει το παραμικρό σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα επι 368 χρόνια και γίναμε ραγιάδες, πράγμα απίστευτο όσο και καταστροφικό για το πνευματικό επίπεδο που μας επέβαλε η ιστορία μας. Και συνεχίσαμε, μόλις μας δόθηκε η ευκαιρία να παραδώσουμε στα χέρια των θλιβερών νομάδων ιερούς τόπους, όπως η Έφεσος, η Μίλητος, η Ελέα και άλλους ων ουκ έστι αριθμός. Σε αυτήν την Ελλάδα ήρθε ο μυημένος στα αρχαία ελληνικά μυστήρια Λόρντ Μπάιρον και σ΄αυτόν τον τόπο επέστρεψε ο Διονύσιος Σολωμός, εγκαταλείποντας μια παγκόσμια ποιητική αναγνώριση και τις προδιαγεγραμμένες διακρίσεις που τον περίμεναν. Αυτόν μας παρουσιάζει ο Ιάκωβος Πολυλάς στο βιβλίο αυτό και είναι ένα μικρό μόνο – αλλά τόσο σημαντικό – δείγμα της προσφοράς του στο γένος. Τα προλεγόμενα του είναι ό,τι καλύτερο έχει να παρουσιάσει ο κριτικός λόγος στην χώρα μας.
Ο Σολωμός είναι ο εθνικός μας ποιητής γιατί έγραψε τον εθνικό μας ύμνο; Όχι βέβαια! Αυτή είναι η άποψη των αδαών, αυτή που μας σερβίρουν στα σχολεία για να αποστηθίσουμε τσάτρα-πάτρα κάποιους στίχους: …..Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη περπατώντας η δόξα μονάχη μελετά τα λαμπρά παλικάρια………και έτσι να καλλιεργήσουνε το εθνικό μας φρόνημα! Ο Σολωμός είναι ο Εθνικός μας Ποιητής, με κεφαλαία, γιατί μας έδωσε την ποιητική ιδιοφυία του, το ήθος του, την Αρετή του και έσβησε τις φιλοδοξίες του προσφέροντας τα πάντα στην αναγέννηση του έθνους – ακόμα και το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Θα έδινε και την ζωή του χωρίς δεύτερη σκέψη αν πολεμούσε με το σπαθί και όχι με την πέννα του. Εγκατέλειψε την Ιταλία και εγκαταστάθηκε στην Ζάκυνθο, από όπου έδωσε τον αγώνα του.
Μήγαρις έχω άλλο στο νού μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;
Ο Σολωμός πίστευε και είχε την σοφή άποψη ότι οι Έλληνες, βγαίνοντας από το σκοτάδι της σκλαβιάς και αποτινάζοντας τον ζυγό με τον οποίο τον έσφιγγε μια αγέλη ζώων, προσπαθώντας να εξαφανίσει την πνευματική του παράδοση, χρειαζόντουσαν δασκάλους και καλλιτέχνες του γραπτού λόγου που θα διαλέγονταν μαζί τους στην γλώσσα που μιλούσαν, την δημώδη: ας εργάζεται το ποίημα αδιάκοπα για την αληθινή ουσία αλλά όχι εις τρόπον ώστε να μη το καταλάβουν ειμή οι νόες οι γυμνασμένοι και βαθείς… Αυτή ήταν και η κύρια αιτία της τοποθέτησης του απέναντι στους σοφολογιότατούς, οι οποίοι υποστήριζαν την αρχαϊζουσα στα πλαίσια της αντιπαράθεσης για το γλωσσικό ζήτημα.
Έχει σημασία σε αυτό το σημείο να παραθέσουμε την άποψη του Σεφέρη, ένθερμου υποστηρικτή της χρήσης της καθομιλουμένης, αν θέλουμε η ποίηση να απευθυνθεί στο ευρύτερο ακροατήριο. «Οι τρείς μεγάλοι πεθαμένοι ποιητές μας που δεν ήξεραν Ελληνικά» γράφει αναφερόμενος στον Σολωμό, τον Κάλβο και τον Καβάφη. Η νίκη του Σολωμού στην απαραίτητη κατά τον Σεφέρη για κάθε ποιητή «πάλη με την γλώσσα» μετά από τιτάνιο αγώνα θα ήταν ευεξήγητη «αν ο Σολωμός ήταν η κατάληξη μιας παράδοσης στην οποία θα είχαν προηγηθεί αρκετοί άλλοι ποιητές προετοιμάζοντας τον δρόμο του». Ο Σολωμός όμως ήταν ο πρώτος Έλληνας ποιητής. Αυτό που αναφέρει ο Σεφέρης το είχε πλουσιοπάροχα ο Σολωμός όσον αφορά την ποίηση και καθόλου όσον αφορά την γλώσσα. Το τι κατάφερε ο Σολωμός με την γλώσσα ξεκινώντας από το απόλυτο μηδέν ο Σεφέρης το περιγράφει ως εξής: «Ο Σολωμός έχει μια ποιητική ευαισθησία δυσανάλογα ανεπτυγμένη για την γλώσσα της εποχής του. Βλέπουμε πως η γλώσσα με δυσκολία και κομματιαστά μπορεί να παρακολουθήσει τον Σολωμό. Αντικρύζει την γλώσσα με μια συνείδηση τόσο κοφτερή που είναι ο πρώτος Έλληνας ποιητής που ανήκει καθολικά στην ευρωπαϊκή ποιητική παράδοση και σαν ίσος προς ίσους». Ενώ αποφθεγματικά δηλώνει αλλού ότι ο Σολωμός είναι ο μεγαλύτερος ποιητής του κόσμου.
Ο Σολωμός είναι ο εθνικός μας ποιητής λοιπόν για όλους αυτούς τους λόγους αλλά κυρίως γιατί αρνήθηκε την Αριστοτελικά επιτασσόμενη μεγαλοψυχία δηλαδή την διεκδίκηση της αναγνώρισης που του ανήκε, πιστεύοντας ότι το καθήκον του ήταν να διαλύσει το σκοτάδι φέρνοντας το φώς και να αναβιώσει την πνευματική δόξα των Ελλήνων, που ήταν θέμα συζήτησης εκτός Ελλάδος, αλλά ως εκεί. Κατά τα άλλα η ρεάλ πολιτίκ προτάσσει το κοντόφθαλμο συμφέρον που η υποκρισία καλύπτει πολύ αποτελεσματικά. Ο Σολωμός επετέθη στην Βρετανία που είναι κορυφαία ηθοποιός – μέχρι σήμερα – σε αυτόν τον περιοδεύοντα θίασο αλλά αναγκάστηκε να αφαιρέσει τους σχετικούς στίχους προφανώς για την διατήρηση του ήρεμου κλίματος, που επειδή διατηρήθηκε επιτυχώς χάσαμε και την Σμύρνη το ’22.
Ο Ιάκωβος Πολυλάς είναι ο κατ’ εξοχήν, ίσως ο μοναδικός, αρμόδιος να μας δώσει μια εικόνα του θνητού Διονυσίου Σολωμού και του αθάνατου ποιητή, για δύο λόγους: πρώτον διότι γνώριζε ολόκληρο το ποιητικό του έργο, καθώς ο Σολωμός μοιραζόταν μαζί του ότι έγραφε εκτός από αυτά που κατέστρεφε υπό την επήρεια της Διονυσιακής μέθης ή γιατί θεωρούσε ότι τον απομάκρυναν από το εθνικό καθήκον στο οποίο είχε αφιερώσει τον εαυτό του και την τέχνη του και δεύτερον λόγω της στενής προσωπικής τους σχέσης που μας μεταφέρει νοερά στην σχέση Γκαίτε – Έκερμαν, η οποία τον οδήγησε να περιλάβει στα ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΑ, μόνο ολοκληρωμένα έργα του, αποφεύγοντας τα ημιτελή, τα αποσπάσματα και ο,τιδήποτε θα μπορούσε να παρερμηνευθεί ακούσια ή ηθελημένα από αυτόκλητους «ειδικούς». Διαβάσαμε ότι ο Σολωμός θα μπορούσε να εξελιχθεί σε Έλληνα Σίλερ αλλά ευτυχώς απέφυγε τις κακοτοπιές του ρομαντισμού που αλλοίωσε την φιλοσοφική έννοια της δημιουργικής αγάπης και ελευθερίας και την περιόρισε σε απλή εκδήλωση ανθρώπινων συναισθημάτων.
Τελειώνοντας δε μπορούμε παρά να εξάρουμε το έξοχο επίμετρο του καθηγητή Δημ. Πολυχρονάκη που στέκεται ευθυτενές στο επίπεδο της έκδοσης και μας δίνει, εκτός πολλών άλλων, την διάσταση του Σολωμού φιλοσόφου, που μπορούμε να σκιαγραφήσουμε σε κάποια από τα ποιήματα και τα σονέτα του και να αντιληφθούμε το βάθος της διείσδυσης του στις φιλοσοφικές ιδέες. Θερμές ευχαριστίες στον εκδότη για την προσφορά του και ευχόμαστε να βρει ευρεία ανταπόκριση ώστε ο Σολωμός να πάψει να υποβιβάζεται σε στιχουργό του Εθνικού μας Ύμνου.



