Rodrigo Rey Rosa, Σεβερίνα, Εκδόσεις Κυψέλη

Μπορεί η αγάπη για τα βιβλία να μας παρασύρει σε έναν απρόβλεπτο κυκεώνα συναισθημάτων τέτοιον που να χαθούμε στα μονοπάτια του και να προβούμε σε παράνομες ενέργειες χωρίς να το θέλουμε; Μπορεί από την άλλη μεριά το μυστήριο μιας γυναίκας να μας εκτροχιάσει και να μας γίνει εμμονή, να γίνει δηλαδή το παράλογο λογικό και η κοινή λογική να γίνει φτερό στον άνεμο, κενό γράμμα δίχως αντίκρυσμα; Ο Ροντρίγκο Ρέι Ρόζα δεν υμνείται τυχαία από τον μοναδικό Ρομπέρτο Μπολάνιο, καθώς με το βιβλίο του αυτό καταφέρνει να μαγέψει τον αναγνώστη του και να τον παρασύρει σε δρόμους γεμάτους τρυφερότητα αλλά και αγωνία για το τι μέλλει γενέσθαι όταν μια κοπέλα που επισκέπτεται ένα βιβλιοπωλείο γίνεται μια κλέφτρα βιβλίων και ο βιβλιοπώλης από μανιακός κυνηγός της παρανομίας της καθίσταται ο πιο ένθερμος και φανατικός θαυμαστής της. Ο τρόπος γραφής του συγγραφέα είναι αινιγματικός σαν μια προσωπογραφία που κρύβει πολλά μηνύματα κάθε φορά που καλείται ο θεατής να την αντικρύσει.

Η απύθμενη λαχτάρα για το βιβλίο και το κυνήγι της αινιγματικής γυναίκας

Στη νουβέλα αυτή παρατίθενται και πρωταγωνιστούν κάθε είδους βιβλία, τα βιβλία εκείνα που κάθε φορά επιλέγει η πρωταγωνίστρια να κλέψει για δικούς της λόγους. «Τα βιβλιοπωλεία είναι σαν μυρμηγκοφωλιές ιδεών. Τα βιβλία είναι έντομα που πάλλονται και ψιθυρίζουν, συνήθιζε να λέει ένας από τους συνεταίρους μου, ο οποίος ήταν και ποιητής, ένας έξυπνος (όχι, βέβαια, τόσο έξυπνος, όσο πίστευε) και αρκετά συμπαθής τύπος. Υπάρχει μια δόση αλήθειας σε αυτό, κει εκεί, στο ράφι δίπλα στην ταμειακή μηχανή, βρίσκονταν για πολλές μέρες τα τρία ρωσικά βιβλιαράκια που πάλλονταν και ψιθύριζαν διατηρώντας την ανάμνηση εκείνης που δεν επέστρεφε». Ο βιβλιοπώλης μόλις αντιλαμβάνεται τις κλοπές γίνεται πυρ και μανία αλλά αυτή η αινιγματική γυναίκα που είναι βγαλμένη από μυθιστόρημα του Ζορζ Σιμενόν τον μετατρέπει σε επιθεωρητή που προσπαθεί να διαλευκάνει την υπόθεση και να ερμηνεύσει τους λόγους που κλέβει τα βιβλία, βιβλία που καταλαβαίνει εύκολα πως λείπουν. Είναι τελικά μια προσωπική μανία κλοπής ή είναι κάτι άλλο βαθύτερο και πιο εξωφρενικό που χρήζει παρακολούθησης και ανάλυσης; 

Το στήσιμο της ιστορίας εντός ενός τέτοιου βιβλιοπωλείου αποδεικνύει πως τα βιβλία είναι κιβωτός αισιοδοξίας και θησαυρός αναντικατάστατος. Το να βρεθείς στην θέση να κλέβεις βιβλία δεν έχει καμία ομοιότητα με άλλη κλοπή διότι σημαίνει πως παρακινείσαι από άλλα κίνητρα αν αναλογιστούμε πως το βιβλίο δεν μπορεί να λογίζεται ως προϊόν όσο και αν το σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα το έχει εντάξει ως τέτοιο. Το βιβλίο εγκιβωτίζει την γνώση, την πνευματική διαύγεια, την προσήλωση σε κάτι που ξεπερνά την ύλη, είναι σχεδόν άυλο, αέρινο και μας ταξιδεύει σε άλλες σφαίρες μακρινές και τόσο γοητευτικές. Όλη νουβέλα έχει κάτι το εξαιρετικά μαγικό σαν να ζούμε σε μια άλλη διάσταση, σαν το βιβλίο να γίνεται το μέσο σύνδεσης μεταξύ του βιβλιοπώλη και της γυναίκας που θα βρεθεί μπροστά του να του αναστατώσει τη ζωή και την καθημερινότητα. Εκεί που το βιβλιοπωλείο είναι το σημείο αναφοράς του και η μόνη του σκέψη, τώρα η γυναίκα αυτή μετατρέπεται στην πιο έντονη εμμονή του και την αναζητά παντού σαν άλλος Προυστ, μοιάζει αυτή η γυναίκα να είναι το νόημα ζωής το οποίο τόσο καιρό αναζητούσε.

«Ένας θείος μου, θεότρελος – αυτό είναι αλήθεια – αλλά που κάποιες στιγμές μπορούσε να είναι ιδιοφυία, πίστευε ή έλεγε ότι πίστευε πως πίσω από τα βιβλία, πίσω από τα αντικείμενα που ονομάζουμε βιβλία, κρυβόταν ένα ταξικό πνεύμα. Όπως σε έναν φουτουριστικό φανταστικό κόσμο, στον οποίο οι μηχανές, οι υπολογιστές, ορισμένα φυτά, τα φυτά από τα οποία εξάγονται οι ναρκωτικές ουσίες, και κάποια μέταλλα, όπως ο χρυσός και ο σίδηρος, έχουν κι αυτά το δικό τους πνεύμα». Αυτό είναι τελικά το βιβλίο, είναι ένας κόσμος από μόνος του, ανοίγεται μπροστά μας ένα ολόκληρο σύμπαν, μια νέα γη της επαγγελίας, το βιβλίο δεν μοιάζει με κανένα άλλο αντικείμενο, δεν είναι καν αντικείμενο με την ευρεία έννοια, είναι ένα αγαθό που μπορεί και μας απογειώνει να ζήσουμε για λίγο τη ζωή κάποιου άλλου, του ήρωα ή της ηρωίδας, να γευτούμε για λίγο τη δράση πέρα από τα στεγανά και τα γήινα, να ανταμώσουμε και να συναντήσουμε τους άριστους άλλων εποχών όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο Καρτέσιος αναφερόμενος στην ανάγνωση των καλών βιβλίων. Διότι τα καλά βιβλία ανοίγουν ορίζοντες, διευρύνουν το πνεύμα, είναι καλοί αγωγοί πνευματικής ανάπτυξης και προσωπικής ευεξίας, είναι θάλασσες απέραντης γαλήνης και ηρεμίας εσωτερικής. 

Σε ένα παράλληλο σύμπαν, το βιβλίο γίνεται η διασταύρωση εκείνη όπου συναντιούνται ένας άντρας και μια γυναίκα που έχουν ένα κοινό πάθος, μια κοινή συνισταμένη ενδιαφερόντων και άρα έχουν κοινό κώδικα επικοινωνίας, μια εμπειρία που μόνο εκείνοι μπορούν να καταλάβουν για αυτό και ο ένας συμπληρώνει τον άλλον μέσα από μια μοναδική συνεύρεση. Σαν η μοίρα να τους ένωσε με έναν μαγικό τρόπο, σαν η επίσκεψη της γυναίκας να ήταν ένα γεγονός προδιαγεγραμμένο. Τι θα συμβεί άραγε αν η μοίρα αυτή φέρει τα πράγματα αλλιώς και η βεβαιότητα της παρέας γίνει μια συνταρακτική και απρόσμενη αβεβαιότητα; Θα μπορούσε ο βιβλιοπώλης να διαχειριστεί μια τέτοια κατάσταση; «Ο Σνίτσλερ, είπα από μέσα μου, είχε δίκιο: «Μια γυναίκα μπορεί να σε εγκαταλείψει επειδή δεν σε αγαπάει, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, για όλους τους λόγους του κόσμου και για κανέναν απολύτως λόγο» γράφει ο Ροντρίγκο Ρέι Ρόζα αποδεικνύοντας πως οι σπουδαίοι συγγραφείς έχουν τις απαντήσεις στις περισσότερες ερωτήσεις και εκεί έγκειται η μαγεία της ανάγνωσης των σπουδαίων αυτών ανθρώπων. Η Άννα ή Σεβερίνα, είναι η προσωποποίηση της ανάγκης του ανθρώπου να κυνηγά το άπιαστο, το περίεργο και το παράξενο, της ανάγκης να ξεφεύγει από τα τετριμμένα και να ζει για λίγο το όνειρο, ένα όνειρο που ίσως μετατραπεί σε απατηλό αλλά το ταξίδι θα μείνει για πάντα χαραγμένο.

«…δεν περίμενα καμία πληρωμή για τα βιβλία που έκλεψε η Άννα Σεβερίνα από τα Λα Εντρενίδα. Επαναλάμβανα ότι η μοναδική μου επιθυμία ήταν να διατηρήσω επαφή με την εγγονή του – μια φιλική και ανιδιοτελή επαφή – και τον διαβεβαίωνα ότι τα συναισθήματά μου για κείνον ήταν ειλικρινούς φιλίας»