Ευριπίδης, Ηρακλείδες, Εκδόσεις του εικοστού πρώτου

Το βιβλίο για το οποίο θα συζητήσουμε αφορά ένα έργο του Ευριπίδη, τους Ηρακλείδες, λίγο πολύ άγνωστο στο κοινό μιας και, όπως μας πληροφορεί ο μεταφραστής στην εισαγωγή, παρουσιάστηκε για τελευταία φορά στους θεατές το 1071. Μια μετάφραση, η οποία προσπαθεί να αποδώσει όσο το δυνατόν πιστότερα το κείμενο, πράγμα που εξαρτάται βέβαια άμεσα από την οπτική και την πρόσληψη του μεταφραστή. Σαν επίμετρο περιέχει μια ανάλυση του έργου από τον Peter Burian. Η ανάλυση αυτή είναι πολύτιμη όσον αφορά την τοποθέτηση του έργου σε ιστορικό πλαίσιο, την σύνδεση του με τον μύθο, το μυθικό Άργος των Δαναΐδων, τον ρόλο και την συμμετοχή του Χορού και την συμμετοχή των θεών. Το πιο σημαντικό κομμάτι της ανάλυσης αυτής είναι η αναφορά της στις Ικέτιδες του Ευριπίδη και η σύγκριση με τις Ικέτιδες του Αισχύλου, με αφορμή την έννοια και το νόημα της ικεσίας, που αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο του έργου  και που μας βοηθά να τοποθετήσουμε το Ευριπίδη στην σωστή θέση που του ανήκει στο πάνθεον των Ελλήνων τραγωδών. 

Οι Ηρακλείδες είναι ένα πολιτικό και ψυχολογικό δράμα με την έννοια ότι  εκτυλίσσεται γύρω την άσκηση της εξουσίας και την πάλη του ενστίκτου με την λογική, θέμα προσφιλές στον Ευριπίδη, που κορυφώνεται στο αριστούργημα του, τις Βάκχες. Το έργο προσπαθεί να συνδυάσει την πλοκή και την δράση με τις Ιδέες, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Το έργο είναι ρηχό σε Ιδέες και πλούσιο σε πλοκή. Η «επισύναψη» της λίγο πολύ άκαιρης αλλά και αδικαιολόγητης αυτοθυσίας της Μακαρίας, ξενίζει τόσο πολύ, που θεωρήθηκε από διάφορους μελετητές ότι αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη πού δεν αποτυπώνει το αυθεντικό πρωτότυπο κείμενο του έργου. Ούτως ή άλλως όμως δεν είμαστε σε θέση να αποφανθούμε για κάτι τέτοιο μιάς και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε γενικά πόσο «πρωτότυπα» είναι γενικά τα έργα, στην μορφή που έφθασαν στα χέρια μας. Την διατάραξη της Πλατωνική ισορροπίας λογικής και ενστίκτου με την επικράτηση του ενστίκτου εκφράζει η Αλκμήνη όταν συντάσσεται με τον Θεράποντα και υποστηρίζει πως τίποτα δεν είναι πιο γλυκό από το να δείς τον εχθρό σου να υποφέρει……… και μετά …..Θα τον σκοτώσω εγώ και ύστερα θα παραδώσω την σωρό του στους δικούς του. Έτσι το σώμα του δεν θ’ αρνηθώ να παραδώσω για ταφή κι αυτός με θάνατο τα εγκλήματα του θα πληρώσει. Ο Ευριπίδης εδώ πελαγοδρομεί ανάμεσα στην τυφλή εκδίκηση και την αποφυγή της Ύβρεως του Κρέοντα στην Αντιγόνη του Σοφοκλή. 

Η εκδίκηση όμως δεν μπορεί να είναι ολίγον τυφλή. Επιπρόσθετα ποιητική αδεία, παραποιεί τον μύθο σύμφωνα με τον οποίο ο Ευρυσθέας σκοτώθηκε στην μάχη και δεν συνελήφθη ούτε μεταμελήθηκε, για να αναδείξει μέσω της Αλκμήνης την απεχθή έννοια της μνησικακίας, ως αποφευκτέο συναίσθημα. Ως γνωστόν η μνησικακία τον μόνο που επηρεάζει αρνητικά είναι τον καταλαμβανόμενο από αυτό το συναίσθημα και καθόλου το αντικείμενο της. Είναι χαρακτηριστικότατη επικράτηση του ενστίκτου έναντι της λογικής που θα εκφραζόταν με μεγαλοθυμία ή ακόμα και απλή αδιαφορία. Η αρχαία Ελληνική τραγωδία ακόμα κι όταν δεν φοράει τα καλά της ακλόνητο στόχο έχει την διαπαιδαγώγηση αυτού του υπέροχου όσο και θαυμαστού τότε κοινού. Εξ ου κυρίως και η ψυχολογική διάσταση που δόθηκε στο έργο, ενώ η αλαζονική συμπεριφορά του Ευρυσθέα, η μεταμέλεια του και η υποταγή του αναδεικνύουν την πολιτική ηθική υπεροχή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και συνεκδοχικά την πολιτική διάσταση του έργου. 

Το πιο ενδιαφέρον όμως στην ανάλυση του Burian, όπως είπαμε προηγουμένως είναι η ενδελεχής σύγκριση των Ικέτιδων στις δύο εκδοχές τους: του Ευριπίδη και του Αισχύλου, που μας φέρνει στον νου, τι άλλο παρά την άποψη του Νίτσε για την καθοδική εξέλιξη της αρχαιοελληνικής τραγωδίας (που την ονομάζει μάλιστα τέλος ή θάνατο) και την κύρια συμβολή του Ευριπίδη σε αυτήν. Βέβαια εδώ θα τολμούσαμε να πούμε ότι η επίθεση του Νίτσε κατά του Ευριπίδη ενέχει και κάποια υπερβολή διότι ο Ευριπίδης δεν πρέπει να κριθεί με την Μήδεια, τους Ηρακλείδες, τις Τρωάδες κλπ. αλλά με το τελευταίο του αριστούργημα, τις Βάκχες, που είναι ένας ύμνος στον Διόνυσο. Ο Νίτσε υποστηρίζει με σθένος και αποδεικνύει με εκπληκτική οξυδέρκεια ότι τα έργα του Αισχύλου και του Σοφοκλή ήταν μεστά Ιδεών, υπαρξιακών προβληματισμών και αναζήτησης   νοήματος  στην ζωή μέσα από έναν αρμονικό συνδυασμό της Απολλώνειας και της Διονυσιακής κοσμοθέασης που συμβολίζεται με την Δελφική συμφιλίωση του Απόλλωνα με τον Διόνυσο. 

Της απατηλής λάμψης του Κόσμου των φαινομένων και της ομορφιάς του ονείρου από την μια και της έκστασης, της μέθης, της χαράς ή της οδύνης από την άλλη (βλ. Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου, εκδόσεις Gutenberg), και τα δύο υπό το άγρυπνο βλέμμα του Μηδέν Άγαν, της σωφροσύνης και γενικότερα της Αρετής με τα τέσσερα συστατικά της: την ανδρεία, την σύνεση, την ανδρεία και την δικαιοσύνη. Εγγυητές οι θεοί απαστράπτοντας παρόντες στην σκηνή. Ο άνθρωπος διαφοροποιείται από το ζώον κατά τούτο: έχει μεταφυσικές ανάγκες και επιζητεί την αλήθεια για τα πάντα και κυρίως  για το Είναι του και την προέλευση του, για τον Λόγο. Δεν του φτάνει ο πολιτισμός και τα καλά του για να γεμίσουν την ζωή του. Ο πόθος του για την αλήθεια τον οδηγεί στον γνόθο που του κρύβει από τα μάτια του τον Θεό. Ή θα καλύψει αυτές του τις ανάγκες και θα γίνει ο Ευτυχισμένος Σίσυφος ή θα παραμείνει Ξένος, με όρους  Αλμπέρ Καμύ. Ή θα υποκύψει στα κελεύσματα του Σειληνού ή θα γεμίσει με νόημα στην ζωή του και θα ενσωματώσει στον κύκλο της τον θάνατο. Ο Νίτσε κατηγορεί τον Ευριπίδη, ότι σε αγαστή συνεργασία με τον φίλο του τον Σωκράτη αφαίρεσε από την τραγωδία το Διονυσιακό στοιχείο του οργασμού της Φύσης, του Όλου, που την κρατούσε κοντά στο αρχέγονο Είναι, εκεί ακριβώς που ήταν και αυτό το θαυμαστό κοινό που συνωστιζόταν στις παραστάσεις εν μέσω πολέμων και σε ταραγμένους καιρούς. Ο Σωκράτης κατέβασε την φιλοσοφία από τον ουρανό στην γή, έκανε τον ανθρωπισμό θρησκεία, γέννησε τον σοσιαλισμό και αυτό δεν του το συγχώρησε ποτέ ο Νίτσε. Ο Ευριπίδης αντικατέστησε τον λυρισμό με την ρητορική και την μεταφυσική με την ψυχολογία προσαρμόζοντας τα έργα του στις διορθώσεις που έκανε ο Σωκράτης.

Κοντά στο τέλος της ζωής του φαίνεται ότι ο Ευριπίδης τα ξανασκέφτηκε όλα αυτά, διέβλεψε την αποχαύνωση στην οποία ο πολιτισμός μας οδήγησε σήμερα, την παράλυση, κατά Τζέιμς Τζόυς και ανέκρουσε πρύμνη. Είναι και αυτό μία εκδοχή. Σαν την Δήμητρα επανένωσε τον διαμελισμένο Διόνυσο και προσπάθησε να τον ξαναβάλει στον θρόνο του. Το πέτυχε; Εν μέρει ίσως γιατί είχε ήδη απομακρυνθεί πολύ. Θα πρέπει ίσως να διαβάσουμε με περισσότερη προσοχή τις Βάκχες και να επανέλθουμε. Τότε θα βάλουμε και στο σωστό ράφι αυτό το βιβλίο που μας βοήθησε να ανοίξουμε αυτήν την συζήτηση.