Kaouther Adimi, Η εχθρική χαρά, Εκδόσεις Πόλις

Ο Πάμπλο Πικάσο, ο οποίος πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα της Αντιμί, είχε πει κάποτε πως η τέχνη ξεπλένει την σκόνη από την καθημερινότητά μας και μας ωφελεί. Την τέχνη λοιπόν επιστρατεύει η Αντιμί στο νέο της βιβλίο προσπαθώντας να συνδέσει την ιστορία της ζωγράφου Μπάγια Μαχιεντίν, τα έργα της οποίας θαύμασε ο Πικάσο, με τη δική της προσωπική ιστορία. Η Αντίμι συνδέει το παρελθόν της οικογένειάς της και της ίδιας της χώρας της, της Αλγερίας, με το καλλιτεχνικό γίγνεσθαι καθώς παντρεύει τις αναμνήσεις της με τη ζωή μιας εκ των σπουδαιότερων γυναικών καλλιτεχνών. Μέσα από μια σπαρακτική και συγκινησιακά φορτισμένη αφήγηση, η Αντιμί αντλεί έμπνευση από τις μνήμες μιας παιδικής ηλικίας που ήταν εμποτισμένη από πολιτικές αναταράξεις και επικίνδυνες καταστάσεις τόσο για την ίδια όσο και για την οικογένειά της. Εξάλλου, ζωή χωρίς μνήμη και αναδρομή στο παρελθόν είναι μια ζωή χωρίς παρόν και μέλλον. Τα ιστορικά γεγονότα αποτελούν πάντα το καλύτερο μονοπάτι για να πορευτούμε έχοντας επίγνωση των λαθών και των παραλείψεων μιας καθώς η επανάληψή των δεν συγχωρείται από την ίδια την ιστορία.

Ανάμεσα σε τέχνη και πραγματικότητα, ανάμεσα σε μνήμη και πικρόχολη χαρά

Η Αλγερία, αποικία των Γάλλων για πολλές δεκαετίες, ανεξαρτητοποιήθηκε το 1962 ύστερα από μια μακραίωνη αποικιοκρατική κατοχή 132 χρόνων. Ο πόλεμος της Αλγερίας, αυτός ο ολέθριος και αιματηρός πόλεμος που κόστισε τη ζωή σε τόσους και τόσους ανθρώπους, στρατιώτες και αμάχους διήρκησε 8 χρόνια από το 1954 έως το 1962 βάφοντας με αίμα και πόνο την περίφημη ανεξαρτησία για την οποία πάλεψαν πολλοί και δίκαια, μια ανεξαρτησία που δεν πρόλαβε όμως να απολαύσει εις εκ των υπερασπιστών της, ο σπουδαίος Νομπελίστας Αλγερινός Αλμπέρ Καμύ. Ο ίδιος βέβαια κατακρίθηκε για το γεγονός πως δεν πίστευε στα όπλα και λοιδορήθηκε – υπάρχει σχετική ταινία που αναφέρεται στα γεγονότα αυτά – από τους σύγχρονούς του για την ψύχραιμη ματιά του και την ειρηνική του διάθεση. Διότι αυτά που περιγράφει η Αντιμί στο βιβλίο είναι αυτά τα οποία προσπαθούσε να προλάβει ο Καμύ απευθυνόμενος στους συμπατριώτες του, οι οποίοι δεν δίστασαν να τον προπηλακίσουν και να του επιτεθούν για τις ιδέες που πρέσβευε. 

Με αίμα βάφτηκε, εκτός από τον πόλεμο, και η επόμενη μέρα στην Αλγερία, ύστερα δηλαδή από την ανεξαρτητοποίησή της από τους Γάλλους κατακτητές. Η Αντιμί με τους γονείς της αποφασίζουν να επιστρέψουν το 1994 σε μια Αλγερία που φλέγεται από μια βίαιη κατάσταση, μια εικόνα εμφυλίου πολέμου, σε μια χώρα που μαστίζεται από ανασφάλεια και διάλυση. Η τύχη μιας χώρας που έζησε τα πάνδεινα στα χέρια των κατακτητών, τώρα συνεχίζει να ζει στο χάος, απόρροια μιας πολιτικής αναταραχής που προκαλείται σε αυτές τις περιπτώσεις από ακραία στοιχεία. Εξτρεμιστικές οργανώσεις βρίσκουν το κενό εξουσίας και αποφασίζουν να καταλάβουν την εξουσία με τα όπλα, προκαλώντας τον πανικό και θέτοντας σε κίνδυνο την οικογένεια της Αντιμί. Αποτρόπαιες καταστάσεις, λεηλασίες, σφαγές και λοιπές εγκληματικές δράσεις λαμβάνουν χώρα δίχως κανέναν λόγο μιας και εχθρός δεν υπάρχει πια. Ωστόσο, ακόμα και όταν εχθρός δεν υπάρχει, πολλές φορές αρκεί να τον εφεύρουμε. 

Τα γεγονότα που μας περιγράφει η Αντιμί είναι χαρακτηριστικά της τραγικότητας των στιγμών που ζει η ίδια και η οικογένειά της. «Επιδρομή στα χωριά μέσα στη νύχτα · οι τρομοκράτες κόβουν την ηλεκτροδότηση και σφαγιάζουν τους κατοίκους. Οι μεγάλες πόλεις δεν εξαιρούνται. Οι δημόσιες πλατείες, οι αγορές και τα μέσα μαζικής μεταφοράς αποτελούν σταθερό στόχο. Συλλαμβάνουν γυναίκες μες στα λεωφορεία και τις σέρνουν στα βουνά, όπου τις βιάζουν προτού τις σφάξουν, τις ξεκοιλιάσουν, τις διαμελίσουν. Οι αφηγήσεις αυτών των φρικαλεοτήτων εξαπλώνονται σαν πυρκαγιά. Η παραμικρή διακοπή ρεύματος σ’ ένα σπίτι αρκεί για να προκαλέσει τρόμο». Η επιστροφή σε έναν τόπο μαρτυρίου και καταστροφής στοιχειώνει την Αντιμί και έχοντας για πάντα χαραγμένες στην ψυχή της αυτές τις εικόνες δεν μπορεί παρά να τις καταθέσει με σκοπό να λυτρωθεί από ένα παρελθόν τόσο φρικτό μα τόσο ωμά αληθινό. 

Σε ένα παράλληλο σύμπαν, η Μπάγια ενθουσιάζει κριτικούς και καλλιτέχνες με το αστείρευτο ταλέντο της, τα έργα της κινούνται ανάμεσα στην τέχνη του ναΐφ και του σουρεαλισμού, με χρώματα έντονα και με μια ονειρική διάθεση, ίσως για να ξεφύγει μέσα της από τα όσα συμβαίνουν πίσω στην πατρίδα της που βιώνει δύσκολες στιγμές. Η Μπάγια Μαχιεντίν είναι ό,τι ο Αλμπέρ Καμύ για την λογοτεχνία, μια γυναίκα σύμβολο για την αλγερινή τέχνη, μια γυναίκα που κατάφερε με το ταλέντο της να κατακτήσει την απαιτητική γαλλική καλλιτεχνική σκηνή. Ο Ματίς, ο οποίος επίσης εκθείασε τα έργα της είχε γράψει πως θέλω η ζωγραφική μου να είναι αναπαυτική σαν πολυθρόνα. Φαίνεται πως αυτό χαρακτηρίζει και τα έργα της Μπάγια, ακόμα και αν πολλές φορές προκαλούν ποικίλα συναισθήματα, η τέχνη όμως είναι εκεί για να μας βγάζει από το βόλεμά μας και να μας παρασέρνει σε άλλα μονοπάτια, πολλές φορές άγνωστα προς εξερεύνηση. 

«Ερωτεύομαι την Μπάγια όπως κανείς ερωτεύεται μονάχα μια φορά στη ζωή του · είναι η πραγματική αγάπη, η απόλυτη έκπληξη, το ύψιστο. Ερωτεύομαι το μπλε-βιολετί της και το ινδικό ροζ, τον τρόπο που ζωγραφίζει και σχεδιάζει. Ερωτεύομαι τη χαρά και την οδύνη της, το γέλιο και τη σιωπή της» εξομολογείται η Αντιμί και μέσα από την τέχνη της Μπάγια καθρεφτίζει τον δικό της εαυτό και τις δικές της ανησυχίες. Η τέχνη της γραφής την βοηθά να μην ξεχάσει, να γεφυρώσει μέσα της και να επουλώσει τις πληγές ενός κακού παρελθόντος που την εξουθένωσε καθώς οι παιδικές αναμνήσεις κόβουν περισσότερο, είναι νωπές και τις κουβαλάς μια ζωή. «Το να γράφεις είναι σαν να δίνεις μια παράσταση. Οι συγγραφείς περπατούν όταν γράφουν, γράφουν όταν περπατούν. Αυτό είναι το τρομερό όταν μας συναναστρέφεται κανείς: μπορούμε να ακούμε, να γνέφουμε συγκαταβατικά, ακόμα και να χαμογελάμε, ωστόσο ένα κομμάτι μας βρίσκεται αλλού». Ο κόσμος της Αντιμί είναι η ιστορία της οικογένειάς της και της χώρας της που ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσει.

«Η Αλγερία είναι η θάλασσα, η απεραντοσύνη του γαλάζιου ουρανού, ο ήλιος που χαϊδεύει τα γυμνά μου πόδια, το χωριό των παππούδων μου, η καρτ ποστάλ. Και μια ασαφής βεβαιότητα ότι κάτι με περιμένει εκεί, ακόμα κι αν στα οχτώ μου χρόνια θα δυσκολευόμουν να πω τι ακριβώς. Έχω τρελαθεί απ’ τη χαρά μου»