Ο Κιφ Κέλμαν είναι ένα πρόσωπο με μία ασταθή ζωή, προσπαθεί να βρει την έμπνευσή του και να γράψει το μυθιστόρημα που θα τον κάνει διάσημο, αυτό που θα απογειώσει την καριέρα του, αυτό που θα είναι το πρώτο βήμα μέχρι το επόμενο. Βουτηγμένος στην απαισιοδοξία και την ανέχεια, παλεύει πρώτα από όλα με τα δικά του φαντάσματα και τις δικές του σκιές και αναζητά διαδρόμους και διεξόδους για να βγει από το τέλμα της μη παραγωγής που έως τώρα τον έχει στοιχειώσει. Ο ίδιος σε έναν διάλογο με τον εαυτό του θέτει καίρια ερωτήματα ως προς την πορεία του ως συγγραφέα και αναφέρει χαρακτηριστικά: “Η τέχνη, διάβασα, ήταν να βρεις το κέντρο σου και να γράψεις απ’ αυτό. Δεν ήταν ότι φοβόμουν πως δεν μπορούσα να φτάσω στο κέντρο μου. Απλώς φοβόμουν πως είχα φτάσει. Και δεν υπήρχε τίποτα εκεί”.
Ο Φλάναγκαν τοποθετεί μπροστά στην οθόνη του συγγραφικού του σχεδίου, τον εκάστοτε συγγραφέα, ενδεχομένως τον ίδιο τον εαυτό του κατά μια έννοια, αφού αναφέρεται σε έναν συγγραφέα που πασχίζει να βρει την κατάλληλη ευκαιρία για να γίνει κυρίαρχος των ίδιων του των επιδιώξεων και να κατορθώσει να υψωθεί στο κοινό που θέλει να κατακτήσει. Εξάλλου, σε κάθε άνθρωπο που ασχολείται με τις τέχνες δεν υπάρχει οροφή για την επιτυχία και ο πυρετός της αναγνώρισης είναι πάντα εκεί να ανεβάζει θερμοκρασία. Έτσι και εδώ, ο Κιφ Κέλμαν είναι η προσωποποίηση του άγνωστου και ανώνυμου συγγραφέα που διψά για αναγνώριση, που λαχταρά την ανέλιξή του στο βάθρο ενός επίδοξου βασιλιά της γραφής.



