Δημήτρης Καμπουράκης, Η γυναίκα του Δία και άλλες ιστορίες θεϊκής παράνοιας, Εκδόσεις Πατάκη

Δεν είναι διόλου τυχαίο πως η μυθολογία και οι μύθοι συγκινούν και πάντα θα αποτελούν σημείο αναφοράς για κάθε πολιτισμό. Η ελληνική μυθολογία, αποτέλεσμα των ανθρώπων της εποχής να εξηγήσουν και να ερμηνεύσουν τα σημεία των καιρών και τις ορέξεις των θεών στους οποίους πίστευαν, είναι μια ανθρώπινη ανάγκη βαθιά και εσωτερική. Είναι μια λαχτάρα των ανθρώπων να εξηγήσουν τα πολλές φορές δύσκολα σημάδια που τους στέλνονται καθώς ξεδιπλώνεται η καθημερινότητα και η ζωή. Είναι αδιαμφισβήτητα μια κατεξοχήν ανθρώπινη ανάγκη να έρθουν πιο κοντά στην θεία βούληση και σε όσα οι ανώτερες δυνάμεις επιβουλεύονται, αυτές οι ορέξεις των θεών είναι πολλές φορές ανεξήγητες και δυσερμήνευτες, οι άνθρωποι αδυνατούν να τις σταχυολογήσουν και για αυτόν τον λόγο επιστρατεύουν μύθους για να εκλογικεύσουν το παράλογο που τους συμβαίνει στις ζωές τους. Δεν έπαψε ο άνθρωπος να χτίζει μύθους, ούτε και θα πάψει ποτέ όπως επίσης δεν θα πάψει να χρειάζεται να πιστεύει κάπου.

Ο μαγικός κόσμος της μυθολογίας για μια ακόμα φορά ενώπιόν μας για να ζήσουμε τον παλμό του

Ο Δημήτρης Καμπουράκης σε αυτό το δεύτερο βιβλίο αφιερωμένο στην ελληνική μυθολογία και πιο ειδικά στην γυναίκα του Δία, καθώς στον πρώτο τόμο ασχολήθηκε με τον ίδιο τον παντοκράτορα Δία, θα προσπαθήσει με εύληπτο, σκωπτικό αλλά πολύ ευφάνταστο τρόπο να μας παρουσιάσει τα όσα συνέβαιναν στο μυαλό των τότε ανθρώπων και έδιναν χαρακτηριστικά στις γυναικείες μορφές της μυθολογίας. Έχοντας για οδηγό του τον Νίκο Τσιφόρο και την δική του ευφάνταστη και εύπλαστη Ελληνική μυθολογία, ο Καμπουράκης μας προσκαλεί να ανακαλύψουμε τα διάφορα και πολυεπίπεδα πρόσωπα της Ήρας και των άλλων μελών του δωδεκάθεου ενώ δεν χάνει την ευκαιρία να σατιρίσει την εποχή μας αναδεικνύοντας όχι μόνο την θεϊκή παράνοια των τότε μύθων αλλά και την ερμηνεία τους με βάση τις σημερινές συνθήκες μιας άλλης τρέλας, αυτής της τεχνολογικής επανάστασης. Όλοι έχουμε μνήμες από την παιδική μας ηλικία, όταν και είχαμε πρωτοέρθει σε επαφή με τους ελληνικούς μύθους και είχαμε μια εικόνα για τον κάθε θεό. Κάποιοι και κάποιες μας ήταν πιο συμπαθείς, κάποιοι ακατανόητοι και κάποιες εντελώς αντιπαθητικές. Ο καθένας και η καθεμία εξάλλου διαμορφώνουν στο μυαλό και τις συνειδήσεις τους τις θεϊκές εκείνες μορφές που έμελλε να αντικατασταθούν από τους μετέπειτα αγίους.

Οι ζωές των θεών και τα χαρακτηριστικά τους είναι μια προσπάθεια των τότε Αρχαίων Ελλήνων να φέρουν στα μέτρα τους και τις αδυναμίες τους τα πρόσωπα των θεών τους οποίους και λάτρευαν, όπως εμείς λατρεύουμε σήμερα τον Χριστό και τους διάφορους Αγίους ανά την Ελλάδα. Μέσα από αυτό το βιβλίο, θα έχουμε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε όχι μόνο τους θεούς και τις ιδιοτροπίες τους αλλά συνάμα να κατανοήσουμε και πληθώρα εκφράσεων που χρησιμοποιούμε ακόμα και σήμερα και παραπέμπουν σε εκείνους τους κατά γενική ομολογία αξεπέραστους και ανεξάντλητους μύθους, μύθους τους οποίους αφηγούμαστε και σήμερα σαν να γράφτηκαν χθες, αυτή είναι άλλωστε και η μαγεία τους, το γεγονός δηλαδή πως μετά από τόσες χιλιετίες παραμένουν ενεργοί και διαχρονικοί, καθώς και διδακτικοί. Διότι μπορεί οι εποχές να αλλάζουν, οι άνθρωποι όμως όχι. Ποια ήταν η θεά Αθηνά λοιπόν και πώς γεννήθηκε, ποια η θεά Αφροδίτη και γιατί είναι ταυτισμένη με την ομορφιά, ποιος ο ρόλος της θεάς Ήρας στον Όλυμπο και πώς άντεξε τις ερωτοτροπίες του άντρα της, ποιες μυθικές θεότητες δεν γνωρίζουμε και όμως αξίζει τον κόπο να τις μάθουμε; Σε αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα απαντά το βιβλίο, ένα μυθικό ταξίδι στον χρόνο και τον χώρο των θεών.

Είναι τόσο ωραία αφηγημένες οι ιστορίες από τον Καμπουράκη που δεν περιορίζεται το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθύνεται. Έτσι λοιπόν τόσο ο νέος σε ηλικία αναγνώστης, ο έφηβος για παράδειγμα, μα όσο και ο πιο μεγάλος σε ηλικία, ο πατέρας του εφήβου για παράδειγμα, θα νιώσουν την ίδια ικανοποίηση, την ίδια περιέργεια, την ίδια χαρά, την ίδια αγάπη για αυτό που αποτελεί το οικουμενικό μήνυμα των μύθων προς τους ανθρώπους. Οι θεοί αυτοί και οι  μύθοι που τους ντύνουν ξεπήδησαν από την ανάγκη του ανθρώπου να αφηγείται ιστορίες, να επινοεί πρόσωπα που τον σαγηνεύουν με τις εξάρσεις τους αλλά και τις αδυναμίες τους, να βλέπουν στον καθρέφτη δηλαδή της πλάσης, το δικό τους πρόσωπο και να γνωρίζουν πως υπάρχουν όρια, κανόνες, νόμοι, τιμωρία, μια ισορροπία ζωής, με λίγα λόγια. Οι θεοί αυτοί είναι φυσιογνωμίες με ρώμη, γενναιότητα και θάρρος, είναι εξιδανικευμένα πρόσωπα στους οποίους ο άνθρωπος πάντα θα καταφεύγει για να ανακτήσει το ηθικό του.

Το ερώτημα βέβαια που εύλογα τίθεται είναι το εξής: έχει η ελληνική μυθολογία ερείσματα στη σημερινή εποχή; Είναι οι ιστορίες αυτές ικανές ακόμα και σήμερα να μας διδάξουν και να μας αλλάξουν τον τρόπο σκέψης μας; Την απάντηση την δίνει ο πρώην Υπουργός Παιδείας της Γαλλίας και διανοούμενος Luc Ferry στο βιβλίο του “Μαθαίνοντας να ζούμε” όπου ξεδιπλώνει όλη την σοφία που κρύβουν οι μύθοι και μας προσφέρει τη δυνατότητα να ανατρέξουμε σε αυτούς και να διδαχτούμε αλλάζοντας το νόημα της ζωής μας. Εξάλλου, μη λησμονούμε πως η φιλοσοφία που γεννήθηκε στον ελλαδικό χώρο είναι αποτέλεσμα μελέτης και βαθιάς κατανόησης των μύθων αυτών, οι οποίοι παραμένουν συμπερασματικά διαχρονικοί και πλούσιοι σε μαθήματα για την ευζωία και την ευδαιμονία.

Αυτό που επιχειρεί ο Καμπουράκης είναι να συνδέσουμε εμείς οι αναγνώστες, οι μυημένοι και μη, το σήμερα με το τότε και να καταλάβουμε πως η μυθολογία κατοικεί την καθημερινότητά μας πολλές φορές χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, είναι οι μύθοι μας ένας τρόπος να κατανοήσουμε τον αρχαίο άνθρωπο, τις δεισιδαιμονίες του, τους φόβους, τις αγωνίες και τις ανησυχίες του και να διαπιστώσουμε πως όσο τότε όσο και σήμερα ο άνθρωπος ως τρωτό ον προσπαθεί να ερμηνεύσει τα όσα συμβαίνουν γύρω του. Σε αυτό το δεύτερο βιβλίο λοιπόν καταπιάνεται με τις γυναίκες του Δία αλλά και με τους διάφορους θεούς, καλή ώρα τον Ποσειδώνα, τον Άρη, την Άρτεμη και με τρόπο εύληπτο και ιδιαίτερα ελκυστικό μας τους παρουσιάζει με τα συν και τα πλην τους και έτσι κατανοούμε πως οι άνθρωποι έπλαθαν τους θεούς τους κατ’εικόνα και καθ’ομοίωσιν. 

«Γιατί την έλεγαν Παλλάδα τη θεά Αθηνά; Διότι είχε μια φιλενάδα που την έλεγαν Παλλάδα (Νύμφη ήταν, κόρη της Τριτωνίδας, που ήταν μια λίμνη στα παράλια της Βόρειας Αφρικής). Και κοριτσόπουλα η Αθηνά και η Παλλάδα, αγοροκόριτσα και τα δύο, γυμνάζονταν, λέει, μαζί ασκούμενες στα όπλα. Ο Απολλόδωρος αφήνει βέβαια κάτι αιχμούλες ότι δεν ήταν απλές φίλες, αλλά και σύντροφοι, εμείς όμως ούτε που να τ’ ακούσουμε αυτά»