Γεγονότα ιστορικά σημάδεψαν τις τύχες Ελλήνων και Αρμενίων καθώς αμφότερες οι κοινότητες των εθνών αυτών σημαδεύτηκαν από την βαρβαρότητα και τη βαναυσότητα των Νεότουρκων στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ο όρος γενοκτονία, ο οποίος έχει πλέον αναγνωριστεί από πολλά κράτη για αυτό που πέρασαν οι Αρμένιοι με ορόσημο το 1914 αλλά και αργότερα, είναι ένα κοσμοϊστορικό γεγονός που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Την ίδια τύχη είχαν όμως και οι Έλληνες του Πόντου, οι Έλληνες της Σμύρνης, οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης το 1955 με το περίφημο πογκρόμ στην κορύφωσή του. Δύο έθνη λοιπόν συναντώνται σε αυτό το εξαιρετικό μυθιστόρημα, δύο έθνη που πόνεσαν και πληγώθηκαν επειδή έτυχε να είναι άλλης πίστης και επειδή έτυχε να είναι διαφορετικών πεποιθήσεων. Η Τσβιέρτνια μας αφηγείται τις τύχες μιας οικογένειας στην Βρέμη της Γερμανίας η οποία πηγαίνει πίσω στις ρίζες και τον χρόνο για να εντοπίσει το χρονικό μιας ζωής που άλλαξε άρδην καθώς πολλοί Αρμένιοι και Έλληνες αναγκάστηκαν να βιώσουν τον ξεριζωμό και να μεταναστεύσουν σε χώρες όπως η Γερμανία.
Ταξιδεύοντας πίσω στον τόπο της γιαγιάς Μάριαμ, των μυρωδιών και των αναμνήσεων
Η έννοια της μετανάστευσης δεν είναι ένα εύκολο εγχείρημα, ποτέ δεν ήταν μια εύκολη αποστολή καθώς καλείται ο άνθρωπος που βιώνει δυσκολίες στον τόπο του να μεταναστεύσει για να στήσει μια νέα ζωή κάτω από καλύτερες συνθήκες τόσο ασφάλειας όσο και ελευθερίας. Αυτή είναι λοιπόν η ιστορία της Τσβιέρτνια, η οποία ξετυλίγει το κουβάρι των αναμνήσεων της Κάρλα καθώς η τελευταία βρίσκει σε ένα συρτάρι του σπιτιού της γιαγιάς της Μάριαμ ένα σημείωμα. Από εκεί ξεκινάει ένα ταξίδι πίσω στον τόπο της μνήμης καθώς εκείνος που ξεχνάει τις ρίζες του παύει να έχει μέλλον. Η Κάρλα με τον πατέρα της θα επιστρέψουν στο μέρος εκείνο όπου έλαβαν χώρα τα ιστορικά γεγονότα, μια πληθώρα στιγμών βαμμένα με αίμα, πόνο και αγριότητα και ένα απέραντο γιατί πλανιέται πια στο μυαλό της Κάρλα, καθώς ανακαλύπτει πόσο σκληρός και κακός μπορεί να γίνει ο άνθρωπος. Η γιαγιά της, η Μάριαμ, βιώνει την βαρβαρότητα στην ίδια της την χώρα από ένα κύμα μίσους και εκκαθαρίσεων που σκοπό έχουν να ξεκληρίσουν μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων, να σβήσουν το όνομά τους από κάθε κιτάπι.
Στη Γερμανία, όπου μετανάστευσε η γιαγιά της πριν πολλά χρόνια και όπου εργάστηκε ως εργάτρια, η αντιμετώπιση δεν ήταν η καλύτερη ούτε και η δέουσα. Ο φόβος για τους μετανάστες, η καχυποψία, η ρατσιστική συμπεριφορά ήταν στο καθημερινό δελτίο της ζωής εκείνων των ανθρώπων, οι οποίοι είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τον πόνο και την δυσκολία προσαρμογής, εκτός από την εγκατάσταση σε έναν εντελώς διαφορετικό τόπο και τα βλέμματα των γηγενών κατοίκων. Οι τελευταίοι δεν έβλεπαν με καλό μάτι την εγκατάσταση των μεταναστών, δεν είχαν διόλου την επιθυμία να τους ενσωματώσουν ούτε και να τους συνδράμουν σε αυτό το δύσκολο ταξίδι. Η Μάριαμ λοιπόν θα προσπαθήσει να επιβιώσει σε δύσκολες συνθήκες, να βρει τα πατήματά της και να δει με αισιοδοξία, όσο αυτό γίνεται, το μέλλον της. Στη Γερμανία όπου εγκαθίσταται θα πρέπει να χτίσει τη νέα της ζωή, να ξεχάσει το παρελθόν που πονάει και πληγώνει και να ορθώσει ανάστημα.
Η Κάρλα αφηγείται τα όσα έζησε με τον πατέρα της στην Αρμενία, στο Γερεβάν, το οποίο επισκέφτηκε και μαγεύτηκε από την απλότητα των ανθρώπων. «Οι άνθρωποι εδώ είναι ήσυχοι. Κανένας πωλητής δεν μας φωνάζει προκειμένου να πλησιάσουμε στον πάγκο του. Στους πάγκους όπου κοντοστεκόμαστε, οι άνθρωποι μας χαμογελούν με επιφυλακτικότητα στη συμπεριφορά. Οι πάγκοι επίσης φαίνονται ασυνήθιστα τακτοποιημένοι και καθαροί. Δεν υπάρχουν πεταμένα χαρτιά κάτω, τα εμπορεύματα είναι βαλμένα πάνω στα τραπέζια με απίστευτη τάξη. «Για τα γούστα μου, οι Αρμένιοι θα μπορούσαν να είναι και λίγο πιο έξω καρδιά» ψιθυρίζει ο πατέρας μου. «Μπορεί να ‘ναι έτσι ήσυχοι επειδή ζουν στα βουνά». Αυτή είναι λοιπόν η εμπειρία από έναν τόπο, ο οποίος κινείται με άλλες ταχύτητες, με άλλα ήθη και έθιμα από αυτά της Γερμανίας, από μια χώρα με διαφορετική ταυτότητα και νοοτροπία, από μια χώρα που θυμίζει στην Κάρλα την γιαγιά της, την οποία γνώρισε και μπόρεσε έστω και για λίγο. Τώρα, εκεί στον τόπο της μνήμης, η ίδια η Κάρλα θα γευτεί μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα και θα συγκινηθεί από τα όσα παρατηρεί, σαν η ίδια να αποτελεί μέρος τους. Θα συνομιλήσει με ανθρώπους και θα μοιραστεί μαζί τους τις αναμνήσεις της, θα μάθει νέα πράγματα για το παρελθόν του τόπου αυτού, θα γεμίσει το σεντούκι των βιωμάτων της με νέα εφόδια.
Δεν την εντυπωσιάζουν όμως μόνο οι άνθρωποι αλλά και η συνολική εμπειρία από τα όσα δοκιμάζει. Είναι πολλές οι προσλαμβάνουσες της Κάρλα και αυτό το ταξίδι είναι για εκείνην ένας τρόπος να συναντήσει και πάλι την αγαπημένη της γιαγιά Μάριαμ μέσα από το φαγητό και τις μυρωδιές. «Όσο δοκιμάζω τα φαγητά αυτής εδώ της χώρας, τόσο περισσότερο η Αρμενία μού μοιάζει με γαστρονομικό χωνευτήρι. Στο Γερεβάν υπάρχει χούμους που είναι το ίδιο νόστιμο με το χούμους στα ισραηλινά ή στα λιβανέζικα εστιατόρια. Οι σαλάτες εδώ μου θυμίζουν εκείνες που έχω φάει στις ελληνικές ταβέρνες. Υπάρχει χατσαπούρι που είναι γεωργιανή παράδοση και κεμπάπ όπως το τρώνε στην Τουρκία. Και τα πάντα βέβαια συνοδεύονται με λαβάς και μπόλικα φρεσκοκομμένα μυρωδικά. Όταν έρχονται πιάτα, ο πατέρας μου γεμίζει το δικό μου πρώτα μέχρι πάνω. Είναι πρώτη φορά σε αυτό το ταξίδι που τρώω τόσο ανόρεκτα». Η Τσβιέρτνια μας χαρίζει ένα μυθιστόρημα απαράμιλλης ομορφιάς και τρυφερότητας, ένα παιχνίδι όμως και με την ιστορία, η οποία καταδεικνύει πως οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν πολλά μεταξύ τους και είναι οι αποφάσεις εκείνων που ηγούνται που πολλές καταστρέφουν τις σχέσεις και ξυπνούν μίση και βαρβαρότητα παρασέρνοντας τους λαούς σε εγκληματικά λάθη και ακραίες συμπεριφορές.
«Είχα ακούσει ότι τη δεκαετία του ’50 είχαν γίνει πογκρόμ εναντίον των Ελλήνων. Δεν ήξερα όμως ότι υπήρχαν τόσοι Αρμένιοι μεταξύ των θυμάτων. Η γιαγιά μου ποτέ δεν είχε αναφερθεί στα γεγονότα εκείνης της νύχτας. Ανασήκωσα τους ώμους μου σχεδόν απολογητικά. «Φοβάμαι ότι δεν ξέρω»



