Ο Ναμπόκοφ παίζει ανοιχτά το παιχνίδι της ρήξης, δηλαδή καθιστά τον ήρωα έρμαιο του ίδιου του εαυτού και δημιουργεί μία πραγματικότητα γεμάτη ερωτήματα, απορίες και αγωνίες. Ο ήρωας στην Πρόσκληση σε έναν αποκεφαλισμό είναι ένα υποκείμενο-υποχείριο των φόβων του, αυτής της αέναης αναζήτησης του χαμένου εγώ σε έναν λαβύρινθο ψυχολογικό που τον καταρρακώνει. Είναι κουρασμένος από τον χρόνο, βυθισμένος σε μία θλίψη, αδύναμος μπροστά στο κοινωνικό σύνολο και μπροστά στην μοίρα του ενώ βιώνει την κατρακύλα που δεν έχει τελειωμό καθώς οι βασανιστές του δεν έχουν κανένα απολύτως έλεος, μάλλον τον χλευάζουν παρά τον συμπονούν.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες δημιουργεί έναν παράλληλο κόσμο για να μπορέσει να ξεχάσει, να θεραπεύσει τις έγνοιες του και ως μέσο απαλλαγής από τις ολοένα και πιο οδυνηρές στιγμές που περνάει εφευρίσκει ένα δωμάτιο για να μπορεί να παρακολουθεί την ίδια του την ζωή, αλλά ασφαλής πλέον γιατί τίποτα δεν τον αγγίζει. Η επαφή του με την γυναίκα του ενόσω είναι φυλακισμένος είναι αυτό που θα του δώσει νέα ζωή, αλλά αυτό είναι μόνο μία παραίσθηση, ένα όνειρο θερινής νυκτός και εκείνος δεν το παραδέχεται διότι το θολό τοπίο παραμείνει ακέραιο.



