Βαν Γκογκ, Γράμματα στον αδελφό του Θεόδωρο, Εκδόσεις Γκοβόστη

Οι εκδόσεις Γκοβόστη έχουν την τύχη να έχουν εκδώσει δύο σπουδαία βιβλία που αφορούν στην ζωή του επιφανούς καταραμένου ζωγράφου Βίνσεντ Βαν Γκογκ. Το ένα βιβλίο είναι το περίφημο Πάθος για ζωή του Ίρβινγκ Στόουν, ένα βιβλίο που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1956 με πρωταγωνιστή τον αείμνηστο Κέρκ Ντάγκλας και αφηγείται με μοναδικό τρόπο την ζωή του «Ιπτάμενου Ολλανδού» και το άλλο είναι η εξαιρετικής σημασίας αλληλογραφία του Βαν Γκογκ με τον αδερφό του Τέο, ο οποίος πέθανε 6 μήνες μετά τον αδερφό του. Εικάζεται μάλιστα πως ο Τέο ήταν άρρωστος και ότι θα πέθαινε και αυτό οδήγησε στον Βαν Γκογκ να βάλει τέλος στη ζωή του γιατί χωρίς τον αδερφό του και τη στήριξη που έβρισκε στο πρόσωπό του δεν θα μπορούσε να ζήσει πια σε έναν αφιλόξενο και σκληρό κόσμο. Η ιστορία αγάπης και τρυφερότητας που κρύβεται πίσω από τις επιστολές που αντάλλασσαν αποτελούν ένα μοναδικό δείγμα αμοιβαίας αγάπης.

Μία όμορφη σχέση διαρκείας στη ζωή και τον θάνατο

Με τον Τέο, ο οποίος ήταν κατά τέσσερα χρόνια μικρότερός του είχε μία παθιασμένη σχέση, η οποία επιβεβαιώνεται από την περίφημη αλληλογραφία που είχαν από το 1873 μέχρι και τον θάνατό τους και αναφέρομαι σε πληθυντικό αριθμό γιατί για τον Τέο η απώλεια του αδερφού του ήταν κάτι παραπάνω από πλήγμα. Δεν άντεξε στην ιδέα αυτή και έφυγε και εκείνος από την ζωή έξι μήνες αργότερα για να τον συναντήσει. Εν τω μεταξύ και μέχρι τον θάνατο του, ο Τέο είχε αναλάβει μετά τον θάνατο του Βίνσεντ και είχε αφιερώσει όλη του την ενέργεια να οργανώσει μία αναδρομική έκθεση των έργων του αδελφού του και μάλιστα σχεδιάζοντας έναν μεγάλο κατάλογο, στον οποίο σκόπευε να περιλάβει και τμήμα της αλληλογραφίας τους. Δυστυχώς όμως η στενοχώρια του τον λύγισε και δεν πρόλαβε να δει τα σχέδιά του να υλοποιούνται. Την προσπάθεια συνέχισαν οι φίλοι των δύο αδελφών και οι δέκα πίνακες που παρουσιάστηκαν στο Σαλόνι των Ανεξάρτητων το 1891 θαυμάστηκαν περισσότερο από κάθε άλλο έργο της έκθεσης.

Starry Night Over the Rhone (V. Van Gogh – 1888).

Από πολύ μικροί πήγαιναν μαζί στην εξοχή, ο Τέο δεν ήταν μόνο ο αδελφός του, ήταν και ο φίλος του, ο  έμπιστος, ήταν ο Τέο που αν και μικρότερός του θα λέγαμε πως του στάθηκε σαν πατέρας του. Ο ένας έβρισκε στήριξη στον άλλον. Ο Τέο με τον Βίνσεντ είχαν συνεχή επαφή που θα μπορούσε να ήταν «ζευγαριού». Η αγάπη του ενός για τον άλλον ήταν υπέρμετρη, πρωτοφανής σε σημεία υπερβολής και άγγιζε τα όρια της ψύχωσης. Ο Τέο για παράδειγμα ήταν εκείνος που πήγε και τον μάζεψε στο Μπορινάζ όταν δεν είχε ούτε στον ήλιο μοίρα, καθώς είχε δώσει τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και τον έβρισκε να κοιμάται στο πάτωμα. Ο Τέο τον στήριζε οικονομικά – μάλιστα του έστελνε κρυφά χρήματα όταν μπορούσε γιατί ήταν κάτι που η οικογένειά του δεν το ενέκρινε – τον συμβούλευε μιας και ήταν από τους εξέχοντες και πιο ευφυείς εμπόρους τέχνης. Να σημειώσω εδώ πως ο Τέο υπήρξε οξυδερκής και καινοτόμος έμπορος έργων τέχνης, υποστήριξε τους ιμπρεσιονιστές όταν ακόμα η ζωγραφική τους θεωρούνταν σχεδόν παιδαριώδης. Άκουγε τα προβλήματα του, τις αγωνίες του, τις ενδόμυχες σκέψεις του, επιτρέποντας του να εισχωρήσει σε κάθε διάθεσή του. Εν ολίγοις, αδυνατούσε να αναλογιστεί την ζωή του χωρίς τον αδελφό του.

Σε μία από τις επιστολές του ο Βαν Γκογκ αναφέρει απευθυνόμενος στον αδερφό του: «Κοντεύω να γίνω μελαγχολικός βλέποντας τόσους ανθρώπους να παίρνουν τα πράματα πολύ στα σοβαρά, μα δεν έχω σκοπό να γίνω σαν κι αυτούς και ν’ αφήσω να νικηθεί το κουράγιο που μ’ αυτό είμαι οπλισμένος. Μακριά από μένα αυτή η ιδέα. Όποιος θέλεις ας είναι μελαγχολικός, φτάνει πια ͘  εγώ θέλω να μαι χαρούμενος σαν τον κορυδαλλό την άνοιξη! Δε θέλω να τραγουδώ άλλο τραγούδι απ’ το: Αγάπα περισσότερο!». Πονούσε και αγωνιούσε για την τέχνη του και από αυτήν αντλούσε χαρά, ήταν η μοναδική του παρηγοριά, οι άνθρωποι δυστυχώς δεν τον καταλάβαιναν. Αγαπούσε το αληθινό, το όμορφο, το άσχημο, το λιτό, το γνήσιο γιατί για αυτό μιλούσε. Ο αδερφός του ήταν ο μαικήνας του, τον πίστευε, επένδυε σε αυτόν χωρίς δεύτερη σκέψη και ο Βίνσεντ το αναγνώριζε σε κάθε στιγμή.

Η αλληλογραφία του με τον αδελφό του λειτουργούσε στην ψυχοσύνθεση του και στο μυαλό του ως θεραπεία. Η ανάγκη του να ξεδιπλώσει τις σκέψεις του, τις ανησυχίες του, τους προβληματισμούς του, την χαρά του και την λύπη, την ελπίδα και την απόγνωση, τον ενθουσιασμό και την απογοήτευση και κάθε λογής συναίσθημα έβρισκαν ανταπόκριση στον Τέο, ο οποίος ποτέ δεν το εγκατέλειψε. Η ζωγραφική του πορεία χαράχτηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό χάρη στην δική του στήριξη, χάρη στην εμπιστοσύνη που του έδειχνε από την πρώτη στιγμή, χάρη στην αγάπη για το ταλέντο του, το οποίο είχε από νωρίς διαβλέψει. Ο Βίνσεντ έχαιρε της ανιδιοτελούς κατανόησης και βοήθειας του Τέο χωρίς ο τελευταίος να περιμένει ποτέ ανταλλάγματα. Ο Τέο του έστελνε μέσα σε κάθε γράμμα χρήματα, ο Βίνσεντ του έστελνε σχέδια του. Αν υποθέσουμε πως ο Βίνσεντ ήταν ο Δον Κιχώτης, τότε ο Τέο ήταν ο Σάντσο Πάντσα και η Δουλτσινέα μαζί, αν ο ένας ήταν ο Αλέξανδρος ο άλλος ήταν ο Ηφαιστίωνας, τέλος αν ο Βίνσεντ ήταν ο Αχιλλέας, τότε ο Τέο ήταν ο Πάτροκλος. Και αυτό γιατί μόλις έφυγε ο ένας, λίγο μετά έφυγε και ο άλλος.

Σε αυτό το υπέροχο βιβλίο πλούσιο σε συναισθήματα και λόγια αγάπης το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε στα ελληνικά το 1952 και το οποίο ευτυχώς ανατυπώθηκε πρόσφατα, ο αναγνώστης θα διαβάσει επιστολές γραμμένες με πόνο αλλά και με χαρά, με αγωνία αλλά και με πάθος, παρακάτω ακολουθεί ένα παράδειγμα κατάθεσης που θα συναντήσει κάποιος στο βιβλίο. Αναφέρει ο Βαν Γκογκ: «Εγώ, νιώθω καλύτερα ανάμεσα στους ανθρώπους που αγνοούν ακόμα και τη λέξη μόνωση, όπως, λόγου χάρη, τους χωριάτες και τους ανυφαντάδες, παρά ανάμεσα στον πολιτισμένο κόσμο. Αυτό είναι πολύ καλό για μένα. Έτσι, όσον καιρό είμαι δω συνδέθηκα στενά με τους αναφυντάδες». Έβλεπε στους καθημερινούς ανθρώπους, όπως οι ανθρακωρύχοι μια θετικότητα, το ναι που αναζητούσε και το οποίο του απαρνιόνταν οι συνάδελφοί του ζωγράφοι. Οι τελευταίοι, οι οποίοι ούτε και αυτοί τον κατανοούσαν και τον περιφρονούσαν ως παράξενο, όπως για παράδειγμα ο Γκωγκέν με τον οποίον τσακώθηκαν, ήταν αυτοί που οπισθοχωρούσαν, δίσταζαν, υποστήριζαν την ακινησία και τους έλειπε με λίγα λόγια η πίστη για το επόμενο βήμα, δηλαδή η τόλμη.

«Κάνε λοιπόν ό,τι μπορείς, αδερφέ μου, για να ρθεις σύντομα, γιατί δεν ξέρω ως πότε θ’ αντέξω. Είμαι πολύ κουρασμένος, μου φαίνεται πως θα γονατίσω».

«Για να πετύχουμε κάτι ζεστό, πρέπει να επιχειρήσουμε με ζέση, αλλιώς δε θα μπορέσουμε να διώξουμε εύκολα το ψυχρό».

«Τόσο στενή ήταν η επαφή μου με τους χωρικούς, τόσο πολύ ανακατεύει στη ζωή τους, τους έβλεπα συνεχώς σ’ όλες τις ώρες της ημέρας, που, μα την αλήθεια, δε νιώθω να με τραβούν άλλες ιδέες».