Δεν έχει λάβει τυχαία τη θέση του ανάμεσα στους κορυφαίους εκπροσώπους της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεν είναι σύμπτωση που τα διηγήματα και τα μυθιστορήματά του καθώς και η ποίησή του πάντα θα μνημονεύονται. Ο Γιάννης Σκαρίμπας είναι ταυτισμένος με την ελληνική παράδοση, με την ντοπιολαλιά και τις εικόνες μιας άλλης Ελλάδας, την οποία δύσκολα θα βρούμε σήμερα μιας και η σύγχρονη εποχή έχει αλλοιώσει τις πόλεις και έχει χαθεί το παλιό και αυθεντικό. Ωστόσο, μέσα από τις αφηγήσεις και τις περιγραφές του Σκαρίμπα ξαναζούμε εκείνη την εποχή και ερχόμαστε σε επαφή με τους ανθρώπους, τους οποίους εκείνος συναναστράφηκε και μέσα από τις περιγραφές του μετέδωσε σε εμάς τους μετέπειτα αναγνώστες του το ποιόν τους, μέσα από τα θαυμαστά κείμενά του. Ο Σκαρίμπας είναι από τις άγιες μορφές της ελληνικής λογοτεχνίας, ένας γνήσιος ανταποκριτής του καιρού του και ένας αειθαλής έφηβος, όπως ήταν επίσης ο Αντώνης Σαμαράκης. Στα διηγήματά του πρωταγωνιστεί η αγάπη, η ποιητικότητα, η λυρικότητα, η λατρεία για την πατρίδα, η φωνή ενός ανθρώπου που τίμησε τον τόπο του και ανέδειξε τις ομορφιές του. Τα περισσότερα χρόνια του τα πέρασε στην Χαλκίδα, στα ρεύματα του Ευρίπου, αυτά στα οποία αναφέρθηκε και η Γαλάτεια Σαράντη στο δικό της μυθιστόρημα.
Στα μονοπάτια της ζωής και του έρωτα, στους δρόμους της Χαλκίδας εκεί χτυπάει η πένα του Σκαρίμπα
Οι ιστορίες του Σκαρίμπα είναι βουτηγμένες στο άρωμα που έρχεται καθάριο από τον τόπο του συγγραφέα. Πρόσωπα βαθιά ευαίσθητα, ευάλωτα, εύθραυστα, καμωμένα από χώμα και χρόνο βιώνουν το καθένα την δική του ανηφόρα, αφηγούνται της ζωής τους τις δυσκολίες αλλά και τους έρωτές τους, τα πάθη τους. Πρόκειται για μορφές καθημερινές, ανθρώπινες, χωρίς φτιασιδώματα ή προσπάθεια να κρυφτεί η ωμή πλευρά του πόνου τους γιατί ο πόνος είναι εκεί παρών, η ζωή ενέχει πόνο. Με τους ιδιωματισμούς, ο Σκαρίμπας μας μεταφέρει σε έναν χωροχρόνο των αρχών του προηγούμενου αιώνα όπου επικρατεί η αγάπη γιατί μόνο αυτή μας έμεινε, πολέμα μην μας την πάρουνε και αυτήν όπως έγραφε και ο Αλεξανδρινός Καβάφης. Οι αφηγήσεις και οι ιστορίες του Σκαρίμπα δεν είναι μονοδιάστατες, τόσο στο ύφος όσο και στο περιεχόμενο παρουσιάζεται από τον συγγραφέα μία πολυποικιλότητα με κεντρικό άξονα όμως πάντα τα πρόσωπα και τις φυσιογνωμίες της Εύβοιας, της Χαλκίδας και των περιχώρων.
Ο Σκαρίμπας στο Κρασί της αγάπης, την πρώτη ιστορία από αυτήν την υπέροχη συλλογή διηγημάτων μιλάει στο φεγγάρι, το οποίο καλεί να γίνει ο σύμμαχός του, σε αυτό απευθύνεται για να εκμυστηρευτεί τον πόθο που νιώθει για την καλή του, αυτή την φλόγα που νιώθει μέσα του να αποκαλύψει. «Αχ, φεγγάρι μου (λέω), κι ας μη φαίνεσαι, πού φωτάς; Φειδοσέρνεται ο δρομάκος της μέσα μου, το τρίξιμο της πορτούλας π’ ανοίγεται περπατάει στην καρδιά μου: Ωωω! …προσφωνώ νοερά μου και στέκομαι, ωωω!… και δεν βρίσκω τις κατάλληλες λέξεις. Όμως καλά εννοώ. Εννοώ ότι έχουμε σήμερα Σάββατο, ότι φωτάει ο ήλιος, ότι κάθονται άνθρωποι μέσ’ στα σπίτια εννοώ. Ναι, αυτό εννοώ, ω Αγγέλα!». Ο Σκαρίμπας γίνεται χαλί να τον πατήσεις σαν μιλά για αυτήν, στην οποία θέλει να δοθεί ψυχή τε και σώματι, να αισθανθεί μέσα από τα λόγια του εκείνη κάθε ικμάδα της καρδιάς του που ποθεί να την συναντήσει και να την αγγίξει. Είναι δοσμένος σε αυτήν, αυτήν μόνο σκέφτεται, αυτήν συλλογίζεται και τίποτε άλλο δεν τον νοιάζει. Είναι ένα από τα πιο όμορφα διηγήματα γιατί ο συγγραφέας ξεδιπλώνει ένα δίχτυ τρυφερότητας απαράμιλλης ομορφιάς, ένας χείμαρρος λαχτάρας ξεχειλίζει και μας παρασύρει.
Στο τέλος του διηγήματος, σαν κορύφωση σε αρχαία τραγωδία, γράφει: «Δεν εκοιμόμουν…(νειρεύομαν) παρά η ζωή μου ήταν σαν όνειρο ωραία! Ήταν που με κουνούσαν τα χέρια της, που τα δάκρυά της με βρέχαν. Η φωνή της ήταν που σφύριζε σπαραχτικά μεσ’ στ’ αυτί μου: Σήκω Γιάννη, να φύγουμε… Ξύπνα, Γιάννη… Αχ, Γιάννη…». Τα διηγήματα που βρίσκουμε σε αυτήν την έκδοση προέρχονται από την δεκαετία του 1930, μια δεκαετία με πλήθος διηγημάτων που ανακοινώνουν πως αυτός ο νέος συγγραφέας θα γίνει σημείο αναφοράς για την ελληνική λογοτεχνία. Η Χαλκίδα θα γίνει το θέατρο και το σκηνικό όπου θα στήσει τα περισσότερα εξ’ αυτών, μιας και μετά από την επιστροφή του από το Μακεδονικό μέτωπο όπου στρατεύτηκε κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο εγκαταστάθηκε εκεί μέχρι και το τέλος της ζωής του, το 1984. Στο διήγημα Η χρυσόμυγα της βρόμας δεν χάνει την ευκαιρία να μιλήσει για την Χαλκίδα και να αναφερθεί στα δοξασμένα της ρεύματα, στους ανθρώπους της, στη ζωή της πόλης που τον αγκάλιασε και αυτός την τίμησε πολλάκις.
«Πάγαινα κι η νύχτα άσπριζε, άσπριζε, μάτια μου, ο δρόμος, άσπριζαν τα σπίτια. Αχ! τι γλυκά που είναι στη Χαλκίδα με φεγγάρι. Καθώς πηγαίνεις, φέγγει ο τόπος · λάμπουν τ’ αστέρια τ’ ουρανού · τα κύματα της θάλασσας. Κοιτάς τα σπίτια και ξέρεις πως κοιμούνται μεσ’ στις κάμαρές των οι ανθρώποι. Κάθεσαι και σκέπτεσαι με ησυχία τη ζωή σου. Α! είναι πολύ ωραία στη Χαλκίδα με φεγγάρι.» Οι λέξεις του και οι αναφορές του είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής σε μία Χαλκίδα που λάτρεψε και παίνευσε με τον λόγο του, τον αστείρευτης σαγήνης λόγο που κυλάει σαν τα νερά του Ευβοϊκού που τόσο γλαφυρά περιγράφει. Στο διήγημα, Η ιστορία ενός ασήμαντου, ένα τόσο σπουδαίο διήγημα σχεδόν φιλοσοφικό αλλά και τόσο τρυφερό μοιάζει να περιγράφει τον ίδιο του τον εαυτό και θαρρώ πως ξετυλίγεται σε όλο του το εύρος το κουβάρι του κεφαλαίου που λέγεται Γιάννης Σκαρίμπας. Εν συνόλω, το ποιητικό ύφος, τα τοπία, οι χαρακτήρες, η λαχτάρα του να αναδείξει τον σπάνιο πλούτο αυτού του τόπου που λέγεται Χαλκίδα για χάρη όλης της Ελλάδας, όλη αυτή η ατμόσφαιρα της Ελλάδας εκείνης που ακόμα παραμένει ζωντανή μέσα από την φύση της και τους ανθρώπους της, όλα αυτά τα στοιχεία είναι το μοναδικό λογοτεχνικό θεώρημα αυτού του ξεχωριστού συγγραφέα που παραμένει ανεξάντλητος.
«Είμαι ένα σπασμένο βιολί που το βουίζουν αλαφρότατοι ήχοι. Είναι αυτή πεθαμένη. Ε, λοιπόν, ας μην πέθαινε…»



