Μιτσούγιο Κάκουτα, Η όγδοη μέρα, Εκδόσεις Καστανιώτη

Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως η έννοια της μητρότητας αποτέλεσε δημοφιλές θέμα στην ιστορία της ζωγραφικής, κυρίως στην εποχή των μεγάλων ζωγράφων της Αναγέννησης. Η ιστορία της Κιουάκο, πέρα από ό,τι συνέβη και ουσιαστικά αμαυρώνει την αγάπη της για το μωρό, αποδεικνύει πως η επιθυμία και η ανάγκη της μητρότητας είναι πολύ ισχυρή και είναι ικανή να παρασύρει τον άνθρωπο σε ενέργειες μακριά από τα όρια της λογικής. Η Κάκουτα διεισδύει στον ψυχισμό της γυναίκας που βλέπει την καταστροφή της και βρίσκει την λύτρωσή της σε ένα μωρό, ως το μόνο αποκούμπι πάνω στο οποίο μπορεί ακόμα να ελπίζει την ύπαρξή της όταν όλα γύρω της καταρρέουν. Είναι μια ιστορία πολύ ανθρώπινη που ξεδιπλώνει και πραγματεύεται την απώλεια, την ανασφάλεια, την ανάγκη για τρυφερότητα, τις σχέσεις μεταξύ συζύγων και εραστών, την ιστορία της σχέσης ενός παιδιού με τη μητέρα του, την ψεύτικη και την κανονική. Ενός παιδιού που έμαθε να διαχειρίζεται τον πόνο και την αμφιταλάντευση ανάμεσα σε ένα παρελθόν που πληγώνει και σε ένα παρόν που την μαστιγώνει. Είναι η ιστορία της Καόρου και η σχέση της με την έννοια της οικογένειας, ό,τι και αν αυτό σημαίνει για αυτήν.

Το δίπολο Κιουάκο-Καόρου: μια επικίνδυνη σχέση εξάρτησης

Δεν είναι καθόλου εύκολο για μια γυναίκα να έχει βιώσει την έκτρωση και να μπορεί να αποδεχτεί αυτή την ήττα, γιατί για ήττα πρόκειται. Μία ήττα προσωπική και μοναδική, μία μάχη χαμένη απέναντι σε μια φύση που στάθηκε γενναιόδωρη και προσέφερε απλόχερα την ευκαιρία εκείνη να γίνει μητέρα, αλλά οι συνθήκες απαίτησαν από εκείνη να αποδράσει εκούσια από αυτή την χαρά. Πρόκειται για την ιστορία της Κιουάκο, που ως ερωμένη αποφάσισε να θυσιαστεί, να θυσιάσει το μωρό που διατηρούσε στην κοιλιά της, μια πράξη γενναία αλλά και τόσο επώδυνη που ουσιαστικά δεν περιγράφεται εύκολα με λέξεις. Ο εσωτερικός της κόσμος είναι διαλυμένος, παραδομένος στην με οποιονδήποτε τρόπο εκδίκηση για μια πράξη, που όχι μόνο δεν την οδήγησε στην ευτυχία, όπως θα περίμενε, αλλά ουσιαστικά την καταδίκασε σε μία αυτοεξορία αφού αποφάσισε να απαγάγει το παιδί του εραστή της και να το κάνει δικό της. Είναι μια ιστορία δραματική και τραγική και η Κιουάκο μία φιγούρα που μοιάζει να βγαίνει από αρχαιοελληνική τραγωδία. Η συγγραφέας, γυναίκα γαρ, καταφέρνει με το ένστικτό της να μας μεταδώσει κάθε επεισόδιο της απεγνωσμένης προσπάθειας της ηρωίδας της να ορθοποδήσει και να απομακρυνθεί από το φάντασμα της δίωξης που εύλογα την κατατρέχει. Είναι μία κατατρεγμένη, είναι μία γυναίκα εξουθενωμένη ψυχικά, μια σκιά του εαυτού της αλλά καθόλου μετανιωμένη για αυτό που διακαώς επιθυμούσε.

Το παιδί που έχει παρασύρει μαζί της είναι όμηρος και είναι δέσμιο μιας ζωής αλλοπρόσαλλης και επικίνδυνης, είναι στα χέρια μιας γυναίκας που μέσα στην θλίψη της και την απόγνωσή της είναι ικανή για όλα παρά το γεγονός πως θέλει το καλό του παιδιού και το προστατεύει με κάθε τρόπο. Ωστόσο, είναι διατεθειμένη να πράξει τα δέοντα για να μην την βρει κανείς, να μείνει κρυμμένη με το μυστικό της αγκαλιά και να απολαύσει αυτό που ο εραστής της και η ζωή τής στέρησαν. Η συγγραφέας παρουσιάζει μια γυναίκα αποφασισμένη να μην ενδώσει στα εμπόδια και να κάνει τα πάντα ώστε να μεγαλώσει το μωρό μακριά από τους βιολογικούς τους γονείς με όποιο κόστος. Με το θολωμένο της μυαλό όμως να την έχει καταλάβει ολοκληρωτικά ψεύδεται συνεχώς, «θαλασσοδέρνεται» από πόλη σε πόλη και αφήνεται στα χέρια άγνωστων γυναικών που της προσφέρουν προσωρινή στέγη και βοήθεια όντας ανυποψίαστες αυτές για το ιστορικό της ανομολόγητης πράξης της. Η Κιουάκο είναι πολύ σκεπτική, είναι πολλές φορές στο έλεος της πράξης της και φέρεται μεταμελημένη αλλά στην πραγματικότητα είναι ο φόβος της που μιλάει και όχι μια ηθελημένη οπισθοχώρηση, είναι πράγματι σε σύγχυση και αυτό δεν θεραπεύεται.

«Από τώρα και στο εξής θα σ’ τα δώσω όλα πίσω. Θα σου επιστρέψω όλα όσα σου πήρα. Τη θάλασσα και τα βουνά, τα ανοιξιάτικα λουλούδια και το χιόνι. Ελέφαντες τόσο μεγάλου που δεν θα πιστεύεις τα μάτια σου και σκύλους που πιστοί περιμένουν το αφεντικό τους. Παραμύθια με λυπημένο τέλος και μουσική τόσο όμορφη που σε κάνει να αναστενάζεις από θαυμασμό».

Καόρου: ένα τραγικό πρόσωπο σε αναζήτηση ζωής

Είναι συγκινητικό πώς η συγγραφέας με δεξιοτεχνία και ευφυΐα αφηγηματική καταφέρνει προς το τέλος του βιβλίου να αποδώσει τα συναισθήματα της ενήλικης πια Καόρου, ένα κορίτσι που βίωσε την βίαιη αποκόλληση από τους γονείς της και η οποία βρέθηκε όμηρος μιας επικίνδυνης γυναίκας ενώ τελικά κατάφερε να συναντήσει και να ζήσει με τους πραγματικούς γονείς σε ένα περιβάλλον όμως που ποτέ δεν την έπεισε. Η θέση της ως εγκύου όξυνε βάσιμα τον εσωτερικό της κόσμο και της δημιούργησε πλείστα κενά και ερωτηματικά για το κατά πόσο βιώνει η ίδια πλέον το φάντασμα ενός παιδιού που κρύβει στα σπλάχνα της, κατά πόσο είναι έτοιμη να το δεχτεί και να το μεγαλώσει. Δεν γνωρίζει πώς να διαχειριστεί την έλευσή του. Πρόκειται για ένα κορίτσι τραυματισμένο από τις παλινωδίες της ζωής της και αυτό που αποζητά είναι μια κάποια ηρεμία, μια κάποια φυγή από το παρόν και το παρελθόν για να ατενίσει με αισιοδοξία ένα αβέβαιο αλλά μάλλον ελπιδοφόρο μέλλον. «Είναι τόσο σπάνιο να βρεις κάποιον με τον οποίο μπορείς να μιλήσεις, να γελάσεις, να τον ρωτήσεις πράγματα…». Και βέβαια αποκαλύπτεται ζώντας πλέον με τους γονείς της πως η θέση της δεν θα μπορούσε να είναι πια ανάμεσά τους γιατί το χάσμα των χαμένων χρόνων μακριά τους δεν αναπληρώνεται. Είναι όμως και η αδυναμία των γονιών της να της εμφυσήσουν ασφάλεια και σιγουριά, είναι ουσιαστικά μόνη της απέναντι στους φόβους της και τις ανάγκες της, μάλλον μεγάλωσε πριν την προκαθορισμένη ώρα και για αυτό δεν φταίει εκείνη.

«Το διαμέρισμα μας δεν θα μπορούσε να είναι μια «εστία» όπως των άλλων οικογενειών. Γνωρίζοντάς το αυτό, η ζωή μου έγινε πιο εύκολη. Αντιλήφθηκα πως το χάος στο σπίτι μας, η αδιαφορία του πατέρα μου κι οι νυχτερινές έξοδοι της μητέρας μου μέχρι αργά δεν ήταν δικό μου φταίξιμο. Δεν ήταν επειδή επέστρεψα. Μετά απ’ αυτό μόνο μια σκέψη υπήρχε στο μυαλό μου, μόνο ένας άνθρωπος μπορούσε να με κάνει να βγω απ’ όλο αυτό κι αυτή ήμουν εγώ. Αν ήταν να δραπετεύσω από την αποπνικτική ατμόσφαιρα ενός μέρους τόσο γεμάτου με ταμπού που έμοιαζε με ναρκοπέδιο, με όλες αυτές τις φρικτές αναμνήσεις, τη σιωπή του πατέρα μου και την κυκλοθυμία της μητέρας μου, έπρεπε να το κάνω μόνη μου». Είναι μια ομολογία που την καθιστά θύμα μιας ολόκληρης ζωής, για την οποία κανείς δεν θα της απολογηθεί και κανείς δεν θα αναλάβει την ευθύνη!

  • Να σημειώσουμε τέλος πως η μετάφραση είναι έργο της Ειρήνης Παπακυριακού

 

«Υπήρχαν πράγματα τα οποία δεν θυμόμουν, αλλά ένιωσα ότι τα είχα δει αφότου διάβασα γι’ αυτά. Ακόμα κι έτσι, δεν μπορούσα να βρω το νήμα που να συνδέει αυτό που είμαι σήμερα με το παιδί το οποίο μεγάλωσε μια απαγωγέας».

«Δεν θέλω να γράψεις για μένα τελικά. Να μη βγάλεις βιβλίο για μένα! Να σταματήσεις να με αντιμετωπίζεις σαν δείγμα! Τώρα που επιτέλους κατάφερα να ξεφύγω, μη με τραβάς εκεί που ήμουν πριν!»