Γιώργος Κούβας, Καρμπόν, Εκδόσεις Κίχλη

«Ο τρόπος που βρέθηκα εδώ, η στημένη σύλληψή μου, η μεταγωγή και η δίκη, όλα ήταν σχεδιασμένα από εμένα. Τα πάντα σκηνοθετημένα στην κρύα ταράτσα. Ερωτοτροπώντας με την αυτοκτονία, πασχίζοντας για μια έσχατη λύση, πήρα τη θαρραλέα απόφαση: να κάνω τη ζωή του κούφιου ζωγράφου δούρειο ίππο μέσω του οποίου θα τολμούσα τη μεγαλειώδη έξοδο από τη μετριότητα». Ο ήρωας του Κούβα είναι ένας άνθρωπος χωρίς πυξίδα, ένας θαλασσοδαρμένος από το τίποτα της ζωής του και αναζητά μία έξοδο κινδύνου, ένα σχέδιο διαφυγής και μια σωσίβια λέμβο για να καταφέρει να επανακτήσει το απολωλός νόημα της ζωής. Η λύση του, η μοναδική και έσχατη σανίδα σωτηρίας του, η διαφαινόμενη λύτρωσή του από την επικίνδυνη στασιμότητα της δικής του ζωής βρίσκεται ενδεχομένως στην πιστή αντιγραφή της ζωής ενός ανθρώπου, ενός ζωγράφου ονόματι Φίλιππος Ροδόπουλος, λύση με κωδική ονομασία «Καρμπόν». Να ζήσει μια ζωή διαφορετική, να ανακτήσει το χαμένο του ηθικό, τη δική του χαμένη Ατλαντίδα και να ορθοποδήσει μέσω της προσποίησης πως είναι κάποιος άλλος.

Ένας τυραννισμένος άνθρωπος

Ο Κούβας διαθέτει στην πρώτη συγγραφική του προσπάθεια όλα εκείνα τα όπλα με τα οποία πείθει τον αναγνώστη για το συγγραφικό και αφηγηματικό του σχέδιο, για την ανάπτυξη της προσωπικότητας του ήρωά του, ενός ανθρώπου που αναμφίβολα είναι ένας από εμάς, ένας καθημερινός ήρωας της απλής ζωής, με τις αδυναμίες του και τα τρωτά του σημεία. Ο Άρης Κοντός, ο μωπασσανικής φύσεως ήρωας – θυμάμαι τον ήρωα του Οξαποδώ – μας συστήνεται σίγουρος και καθ’ όλα βέβαιος για το εγχείρημά του, είναι αποφασισμένος να εξολοθρεύσει την πλήξη του και την ανυπαρξία στην οποία έχει βυθιστεί για να αναστήσει τον μέσα του κόσμο και να επιφέρει επανάσταση στις φωνές που τον καθηλώνουν. Το κλειδί στο εγχείρημά του αυτό είναι ο περίφημος ζωγράφος του πάνω διαμερίσματος, ο Φίλιππος Ροδόπουλος. Έχει ενδιαφέρον το ότι πολλά στοιχεία του μυθιστορήματος, πολλές εκφάνσεις του και επεισόδιά του, με λίγα λόγια ο τρόπος με τον όποιο εύστροφα ο Κούβας ξεδιπλώνει την πλοκή ενώπιον του αναγνώστη του, παραπέμπουν σε κινηματογραφικό σενάριο. Ένα σενάριο φιλόδοξο, γιατί η επιχείρηση αντιγραφής της ζωής απαιτεί τόλμη, σχεδιασμό και επιστράτευση ειδικών ικανοτήτων που σαφώς δεν είναι εύκολη αποστολή.

Ο πρωταγωνιστής ξεδιπλώνει το ιστορικό του και μας καθιστά συμμέτοχους στο πρόβλημα που βιώνει μετά τον σεισμό καθώς η ακουστική του ικανότητα μεγαλώνει σε τέτοιο βαθμό που εισχωρεί στις ζωές των άλλων για να αποδράσει από τη δική του. «Αφετηρία της περιπέτειάς μου συνεπώς ήταν εκείνη η επεισοδιακή νύχτα του σεισμού. Εκεί δέθηκε ο πρώτος κόμπος στον μίτο της ιστορίας μου. Της ιστορίας πού το τέλος της το αποφάσισα πριν από λίγο. Της ιστορίας που δεν μένει παρά να υλοποιήσω το φινάλε, αφού προηγουμένως διηγηθώ τα γεγονότα που με οδήγησαν έως εδώ». Ο πόλεμος που διενεργείται εντός του από τα διάφορα ακούσματα και τους ήχους είναι ισχυρός, είναι σαν κάποιος να έχει ντυθεί Λερναία Ύδρα και να ζει πολλαπλές ζωές πέραν της δικής του. Και προφανώς εκείνος, ο Άρης Κοντός δηλαδή, θα διαλέξει την καλύτερη δυνατή για να βρει το εξάρτημα πάνω στο οποίο θα οργανώσει το αύριο της μέχρι τώρα μίζερης ζωής του. Ο Κούβας ντύνει τον πρωταγωνιστή του στρατιώτη και του αναθέτει μία ιερή αποστολή για να τον σώσει από τον γκρεμό της απώλειας ύπαρξής του, προσπαθεί να τονώσει το εξαθλιωμένο ηθικό του και να ξυπνήσει τα όργανα της αποσυναρμολογημένης συνείδησής. Οδηγεί τον πρωταγωνιστή του στην κατάκτηση της Τροίας, ο Φίλιππος Ροδόπουλος είναι ο δούρειος ίππος, ο άσσος στο μανίκι του και το απαραίτητο εργαλείο για να μετουσιωθεί η στρατηγική σε πραγματική νίκη. Το σχέδιο δράσης το γνωρίζει μόνον εκείνος, κρατάει κλειστά τα χαρτιά του και δρα υπόγεια και συνωμοσιολογικά σαν αυτό να ήταν το κρατικό μυστικό που οφείλει να μείνει επτασφράγιστο.

Το σπίτι μιας κάποιας επανεκκίνησης

Το σπίτι του Άρη Κοντού, ένα σπίτι ιψενικό χωρίς καμία νότα και κανένα χρώμα, μετατρέπεται σε προπύργιο ετοιμασίας για την ανακάλυψη της ζωής του ινδάλματός του, τον αντιγράφει σε κάθε στιγμή της ζωής του εκμεταλλευόμενος το ηχητικό πλεονέκτημα που του χαρίζουν τα αυτιά του, είναι το οξυγόνο του σε μια νοσηρή δική του κατάσταση όπου η απώλεια ή έλλειψη πληροφορίας σχετικά με τον στόχο του τον μετατρέπει σε αγρίμι. Ουσιαστικά ζει μια παράλληλη ζωή και βγαίνει έξω από τον εαυτό του για να υποδυθεί, σαν να ήταν ο τέλειος σαιξπηρικός ηθοποιός, τη ζωή κάποιου άλλου, που δεν γνωρίζει αλλά τόσο καλά αναλύει και σπουδάζει. Έχει αναλάβει ρόλο κατασκόπου, του έχει γίνει έμμονη ιδέα να βρει καταφύγιο στην έντονη δραστηριότητα του θύματός του, κυνηγά τις συναναστροφές του, ακούει τους διαλόγους και παρακολουθεί κάθε δράση, κάθε κουβέντα και κάθε ενέργεια του ζωγράφου.

Οργανώνει την απόλυτη μεταμόρφωση του σπιτιού του και σαν τη μύτη του Γκόγκολ παρεισφρέει παράνομα στα έγκατα του βίου του Ροδόπουλου και «οσμίζεται» τεχνάσματα για το πώς θα ξεπατικώσει τα βήματά του, να γίνει και πάλι κύριος του εαυτού του με τη συνδρομή βέβαια του σαρκίου κάποιου άλλου. Είναι σαν να βιώνει το θάνατό του πριν αυτός έρθει βιολογικά, εκείνος είναι ένα φάντασμα και μια σκιά της ύπαρξής του και τώρα βασιλεύει υπό την επήρεια και την επίδραση μιας ουσίας που τον μεταμορφώνει. Όλο αυτό το σκηνικό είναι φυσικά η ολοκληρωτική του μετάλλαξη και η ολοένα και αυξανόμενη καταστρατήγηση της αξιοπρέπειάς του, μοιάζει με αυτοκίνητο που έχει απολέσει τα φρένα και οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια στο απόλυτο κενό και την καταστροφή. «Γενικεύοντας μπορώ να υποστηρίξω πώς υπάρχουν κάποιες στιγμές στη ζωή μας που διαισθανόμαστε ότι κάτι αρνητικό πρόκειται να μας συμβεί, αλλά παρ’ όλα αυτά δεν κάνουμε τίποτα».  

Στο τέλμα όπου θα βρεθεί όταν το σχέδιο του θα αποκαλυφθεί και εκείνος θα ξεγυμνωθεί, θα στοχαστεί και θα καθαρίσει τον σκληρό δίσκο της ψυχής του έτσι που με οδηγό τα χελιδόνια της Αλεξάνδρειας του παππού του θα αναζητήσει νέους ορίζοντες και νέες διαδρομές, λιγότερο περίπλοκες και επικίνδυνες και σαφώς πιο αυθεντικές. «Παγωμένος αέρας θα με φυσήξει στο πρόσωπο. Μπροστά θα υπάρχει μονάχα η ελπίδα. Ελπίδα βαμμένη στα χρώματα της θάλασσας. Χελιδόνια της Αλεξάνδρειας θα μου δείξουν τον δρόμο. Θα τα ακολουθήσω έχοντας για ταυτότητα μια αγάπη που ριζώνει στην καρδιά και για αποσκευή το ζωγραφισμένο με παράνομες ζωές σεντόνι».

«Η σιωπή εξαπλώνεται γύρω μας σαν καρκίνος. Καταπίνει ήχους υγιείς. Μεταστάται στους θορύβους. Σβήνει τη ζωτικότητά τους. Σκεπάζει με σιγή τα πάντα. Είναι η σιγή της δειλίας, της αδιαφορίας και του φόβου. Και όσο πάει, οι ταλαίπωροι οι ήχοι βρίσκονται υπό εξαφάνιση! {…}»

«Σκέφτηκα πως το καρμπόν μεταξύ των δύο διαμερισμάτων ήταν ο ομφάλιος λώρος που τώρα κόπηκε και μαζί του κόπηκε και η ωτική μου φρενίτιδα. Το κεφάλι μου, ήρεμο, δεν βούιζε πια. Άλλες ήταν τώρα οι δυσκολίες.»