Δημήτρης Νανόπουλος, Ο κβαντικός μύθος του Σισύφου, Εκδόσεις Πατάκη

 

Ο υπότιτλος του βιβλίου μας διευκρινίζει με σαφήνεια και χωρίς περιστροφές τι μπορούμε να περιμένουμε ότι θα πάρουμε από αυτό το βιβλίο: Δοκίμιο για την Κβαντική προέλευση του παραλόγου. Να εξηγηθούμε για να μην παρεξηγηθούμε. Ο άνθρωπος με την τελεολογική λογική του ερωτά πολύ απλά: Ποιος με ρώτησε αν θέλω ή όχι και με έφερε στην ζωή; Για ποιο σκοπό; Ποιο είναι το νόημα της βραχύβιας μου ζωής; Απάντηση δεν παίρνει, το Σύμπαν μένει σιωπηλό σαν την Σφίγγα και παγερά αδιάφορο. Αυτό ο άνθρωπος το θεωρεί παράλογο – και πολύ σωστά. Όταν συναντά τον Σειληνό στο διάβα του αυτός του απαντά με αφοπλιστική ειλικρίνεια: Δεν υπάρχει κανένα νόημα, άδικα ψάχνεις. Το καλύτερο που μπορείς να κάνεις είναι να πεθάνεις όσο πιο γρήγορα μπορείς.  Έλα που ο άνθρωπος δεν είναι μόνο είναι – ευτυχώς – περίεργος αλλά και εγωιστής και δεν ικανοποιείται ούτε η λογική του που του φωνάζει επίμονα ότι πίσω από κάθε αποτέλεσμα υπάρχει ένα αίτιο ούτε ο εγωισμός του που του λέει ειρωνικά: τι θα πει δεν υπάρχει νόημα; Παράλογο!

Από την εποχή του Διόνυσου μέχρι σήμερα όμως κάποιοι περίεργοι με χλαμύδες που τους λέμε φιλόσοφους και κάποιοι άλλοι με άσπρες μπλούζες που τους λέμε επιστήμονες άρχισαν να το ψάχνουν το θέμα. Αυτό που απέδειξαν οι τελευταίοι είναι ότι ο μύθος δεν απέχει καθόλου από την πραγματικότητα, η διάγνωση είναι σωστή, η προτεινόμενη «θεραπεία» είναι λάθος. Για να μη τα πολυλογούμε, ερευνώντας η Φυσική επίμονα την σύσταση της ύλης από τον Δημόκριτο μέχρι σήμερα, μπήκε στο βασίλειο των μικροσωματιδίων και εκεί διαπίστωσε με έκπληξη ότι στον θαυμαστό  αυτό κόσμο το είναι αντικαθίσταται από το συμβαίνει και η βεβαιότητα από την πιθανότητα. Δεν μπορούμε να έχουμε ταυτόχρονα την θέση και την ορμή ενός σωματιδίου ταυτόχρονα. Η γάτα παραμένει εν δυνάμει ζωντανή στον ίδιο βαθμό που παραμένει εν δυνάμει νεκρή  μέχρι την στιγμή που θα ανοίξουμε το κουτί στο οποίο την είχαμε κλείσει μαζί με το δηλητήριο! Με την ίδια λογική «Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε ταυτόχρονα και με βεβαιότητα το νόημα και την δομή της ύπαρξης. Η τελεολογία όπως την γνωρίζαμε αποσύρεται. Και στην θέση της αναδύεται μια πραγματικότητα όπου η πιθανότητα προηγείται της αναγκαιότητας. Αυτό δεν σημαίνει ότι το νόημα εξαφανίζεται, σημαίνει ότι δεν προϋπάρχει. Πρέπει να κατασκευαστεί» μας λέει ο Δημήτρης Νανόπουλος, υποστηρίζοντας πέραν πάσης αμφισβήτησης τον υπότιτλο του θαυμάσιου αυτού βιβλίου που μας χάρισε.

Στο σημείο αυτό η σκέψη μας πάει ασυνόδευτη στον Νίτσε, ένθερμο υποστηρικτή της ζωής, ο οποίος κραύγαζε ότι χτίσαμε έναν κόσμο Ιδεών και αξιών που αυτοεξαντλήθηκε, κατέρρευσε όταν αντιληφθήκαμε ότι βρίσκεται σε πλήρη αντίφαση με την πραγματικότητα που βιώνουμε. Η πορεία της ανθρωπότητας δεν καθοδηγείται από κανέναν αλλά είναι παραδομένη στην τυχαιότητα. Η ζωή έχει το νόημα που εμείς θα της δώσουμε με ένα νέο σύστημα αξιών και όχι κάποιος άλλος που φανταστήκαμε και του φορτώσαμε την δημιουργία και όλα τα «στραβά» που εφηύραμε. Όταν το συνειδητοποιήσαμε αυτό τον σκοτώσαμε αλλά μη έχοντας δημιουργήσει ένα νέο σύστημα αξιών και Ιδεών μείναμε μετέωροι. Αυτό το κενό έρχεται η επιστήμη να μας εξηγήσει πώς θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε επισημαίνοντας μας ότι με βάση τα συμπεράσματα της δεν υπάρχει κενό! Η κβαντομηχανική το κατήργησε. 

Η περιέργεια του ανθρώπου και η ανάγκη του να μάθει την αλήθεια δεν έχει όρια. Θέλει να μάθει τι υπάρχει και τι συμβαίνει πέραν της κτιστής φύσης, αυτό το ονομάζουμε συμβατικά μεταφυσική ανάγκη, χρησιμοποιούμε δηλαδή μια ανύπαρκτη στην ουσία έννοια. Αν εννοήσουμε την Φύση σαν το Όλον κατά την αρχαιοελληνική σκέψη, δηλαδή ο,τιδήποτε εμπίπτει στην εμπειρία μας, όχι τότε δεν υπάρχει τίποτε πέραν του Όλου διότι τότε δεν θα ήταν Όλον. Άρα δεν υπάρχει  Μεταφυσική παρά μόνον αν μιλάμε για την φύση (natura). Βρήκαμε την ευκαιρία να προβάλουμε την διευκρίνιση του Χάιντεγκερ. Ο άνθρωπος λοιπόν ζητά να μάθει πώς δημιουργήθηκε το σύμπαν, σε τι οφείλεται η πολυποικιλότητα των ειδών και πώς προέκυψε με την εξέλιξη ο έλλογος άνθρωπος. Ο Νανόπουλος μας τα εξηγεί όλα αυτά με πολλή σαφήνεια, περιοριζόμενος στα εντελώς απαραίτητα μαθηματικά αλλά χωρίς να είναι διατεθειμένος βέβαια να κάνει εκπτώσεις στο κύρος του και στην επιστημονική επάρκεια του βιβλίου. Μας επισημαίνει όμως να μην αποθαρρυνθούν όσοι δεν είναι εξοικειωμένοι με τις εξισώσεις και βλέπουν αυτήν την υπέροχη μουσική και φιλοσοφική γλώσσα της Φυσικής σαν Κινέζικα σύμβολα, αλλά να συνεχίσουν και θα ανταμειφθούν. Και έτσι είναι χωρίς αμφιβολία. Όσον αφορά την εξέλιξη των ειδών και την φυσική επιλογή, την προσαρμοστικότητα κλπ. θα πρέπει να καταφύγουμε στον Δαρβίνο.

Το Σύμπαν λοιπόν, και μιλάμε γι αυτό το συγκεκριμένο που εμείς παρατηρούμε σήμερα με τα σύγχρονα εργαλεία μας, προέκυψε, «συνέβη» με την πραγμάτωση μιάς τυχαίας κβαντικής διακύμανσης χωρίς να χρειάζεται την παρέμβαση κάποιου άλλου παράγοντα. Αυτό που ονομάζουμε μεγάλη έκρηξη είναι ουσιαστικά ο κοσμικός πληθωρισμός, μια ατυχής μεταφορά στα Ελληνικά του cosmic inflation, που «συνέβη» 13.8 δις χρόνια πριν. Έκτοτε διαπιστώθηκε πριν από λίγο περισσότερο από 100 χρόνια η συνεχής του διαστολή, ότι είναι επίπεδο, δεν έχει κέντρο, ούτε όρια. Ο χωροχρόνος δεν είναι ενσωματωμένος στο Σύμπαν αλλά μάλλον μια ανθρώπινη επινόηση για την παρατήρηση του, της γήινης φύσης και των νόμων της καθώς και την μέτρηση της ανθρώπινης βραχύβιας παρουσίας, όπως άλλωστε το Καλό, το Κακό και, όπως αποδεικνύει το βιβλίο, το Παράλογο. Η αρχή του χρόνου πρέπει να αφορά την πρώτη εμφάνιση του έλλογου ανθρώπου και όχι την μεγάλη έκρηξη, που μάλλον ήταν μια από τις πάμπολες επαναλαμβανόμενες μεγάλες εκρήξεις σε άπειρο χρόνο.

Ο συγγραφέας δεν παραλείπει να αποτίσει φόρο τιμής στην φιλοσοφία και στην συμβολή της στην εξέλιξη της επιστήμης. Ο Ηράκλειτος και ο Πυθαγόρας, χωρίς να μπορούμε να εξαιρέσουμε και άλλους πολλούς, αλλά κυρίως αυτοί είπαν πράγματα και διετύπωσαν απόψεις που αφήνουν όχι εμάς, αλλά επιστήμονες επιπέδου Νανόπουλου με την απορία πώς αυτές οι διάνοιες χωρίς κανένα εργαλείο αλλά μονάχα με την νόηση μπόρεσαν να φτάσου σε τέτοια συμπεράσματα. Ο σκοτεινός Εφέσιος είπε τόσα πράγματα που περιέχονται σε κάποια ελάχιστα διασωθέντα σπαράγματα, που θα τολμούσαμε να πούμε, δεν είπαν όλοι οι άλλοι μαζί μέχρι σήμερα. Δεν  μπορούμε να επεκταθούμε εδώ σε αυτά που είπε, απλώς νομίζουμε ότι μια ανάλυση του «τα πάντα ρεί» σωστά και όχι απλοϊκά ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα των περιεχομένων του βιβλίου, θα μπορούσε να αποτελέσει μια εισαγωγή στην αβεβαιότητα.

Η μετάβαση από τον μύθο στην πραγματικότητα δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην  διαγραφή τού μύθου, στον οποίο άλλωστε καταφεύγει ο συγγραφέας αποκωδικοποιώντας τον συμβολισμό του (Σίσυφος και Τάνταλος) αφ’ενός  μεν γιατί οι άνθρωποι αρέσκονται στους μύθους και αφ’ετέρου διότι η μυθοπλασία βασίζεται στην φαντασία του ανθρώπου που οδήγησε πάμπολες φορές την επιστήμη σε μεγάλες ανακαλύψεις, πέραν του γεγονότος ότι στις αρχαίες μυθολογίες υποκρύπτεται κεκτημένη γνώση καλά προφυλαγμένη από τους αμύητους. Και μία απορία: Πώς είναι δυνατόν  να συνυπάρξουν η παγερή αδιαφορία του Σύμπαντος για την ανθρωπότητα και η ανάγκη του Σύμπαντος να «στοχάζεται τον εαυτό του μέσα από τον ανθρώπινο νου. Ο άνθρωπος είναι το σημείο όπου η Φύση ανακτά επίγνωση της ύπαρξης της». Η λέξη Ανάγκη, που επαναλαμβάνεται στο κείμενο, λ.χ. τύχη και αναγκαιότητα, έχει φιλοσοφικά τουλάχιστον πολύ μεγάλη σημασία που χρειάζεται επιστημονική διερεύνηση. Άλλες φιλοσοφικές έννοιες που εντάσσονται στο ίδιο θέμα είναι η Μέριμνα και η Πρόνοια (πιθανόν εκπροσωπούμενες στο μύθο από την Αδράστεια και την Αμάλθεια) εκτός κάθε θρησκευτικής έννοιας βέβαια.

Η λειτουργία της ανθρώπινης νόησης με τα σημερινά δεδομένα φαίνεται να είναι «μηχανική» και άρα αποτέλεσμα διαδικασιών που ολοκληρώνονται μέσα στον εγκέφαλο με τους νευρώνες, τα κέντρα, τις συνάψεις κλπ. Τώρα πώς η ύλη που σχηματίζει την φαιά ουσία φαίνεται να είναι περισσότερο «πνευματική» είναι ένα θέμα που μέλλει να μας δείξει ίσως πώς η ύλη βελτιώνει την ποιότητα της. Η επιστήμη δεν έχει αυτήν την στιγμή άλλα δεδομένα πέραν της μηχανικής αυτής λειτουργίας που σαν τέτοια επέτρεψε τον πολλαπλασιασμό των δυνατοτήτων της μέσω της τεχνητής καθ’ υπερβολήν  ονομαζόμενης νοημοσύνης, ενώ θα έπρεπε να ονομάζεται τεχνητή νόηση, διότι ουδεμία σχέση έχει με την ευφυία. Επίσης η σκέψη ή ο στοχασμός είναι εξέλιξη του ανθρώπινου νου με τελευταία την λογική. Κάποτε οι αρχέγονοι άνθρωποι βίωναν τις εμπειρίες τους που αποκτούσαν μέσω των αισθήσεων τους, υποστηρίζει ο Καρλ Γιούνγκ, δεν σκεπτόντουσαν – και όμως «υπήρχαν» θα έλεγε κανείς στον υπερτιμημένο Καρτέσιο. Είχαν όμως συναισθήματα. Και όμως η φυσική προσβλέπει στην δημιουργία τεχνητής συνείδησης δείχνοντας την αλαζονεία της. Ο Penrose (για όσους δεν γνωρίζουν ο συνεργάτης του Stephen Hawking, τα μαθηματικά του οποίου τον βοήθησαν να αναπτύξουν μαζί τις γνωστές θεωρίες του) στα 90 του παραδέχτηκε ότι η συνείδηση δεν είναι αντικείμενο της Φυσικής. Μιλάμε για την ανθρώπινη συνείδηση που είναι και πάλι κατά τον Γιούνγκ ένα μικρό κομμάτι μιάς ευρύτερης έννοιας που οι Ψυχίατροι ονομάζουν ψυχή. Κάθε ελεύθερο πνεύμα κρατά αποστάσεις από αποφάνσεις, ετυμηγορίες, δόγματα και αυθεντίες γιατί το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να σκέφτεται και να αμφιβάλλει.

«Ο ίδιος ο αγώνας για την κορυφή είναι αρκετός για να γεμίσει την καρδιά ενός ανθρώπου. Πρέπει κανείς να φαντάζεται τον Σίσυφο ευτυχισμένο» Αλμπέρ Καμύ