Η γαλλική λογοτεχνία, με τις ιστορίες που πλάθουν οι συγγραφείς που την εκπροσωπούν, χαρίζει μέσα στους αιώνες στιγμές μοναδικής αναγνωστικής απόλαυσης στους αναγνώστες. Από την εποχή του Chretien de Troyes τον 12ο αιώνα, που θεωρείται ο πρώτος Γάλλος μυθιστοριογράφος μέχρι και το σήμερα, ο γαλλικός λογοτεχνικός κόσμος είναι πλούσιος σε αφηγήσεις παντός τύπου. Είναι μία περιπέτεια εξαίρετου κάλλους, ένας γοητευτικός περίπατος που συνεχίζει να μας συνεπαίρνει. Είναι πάντα επίκαιρη η γαλλική λογοτεχνία και πάντα μία συναρπαστική αφορμή να την ανακαλύπτουμε καθώς ξεδιπλώνεται με τον ανθρωποκεντρικό αλλά και ρομαντικό της χαρακτήρα. Δια μέσου των αιώνων, οι μορφές των Γάλλων λογοτεχνών και ποιητών ξεχωρίζουν για την λυρικότητα και την ποιητικότητα των αφηγήσεών τους και έχουν αυτό το μαγικό ραβδί να μας εμπνέουν και να μας σαγηνεύουν ενώ μας ταξιδεύουν μέσα από τους ήρωες και τις ηρωίδες τους. Μια Έμμα Μποβαρύ, μια Μαργαρίτα Γκωτιέ, ένας Ντ’ Αρτανιάν, ένας Κόμης Μοντεκρίστο, μια Ευγενία Γκραντέ και τόσοι άλλοι πρωταγωνιστούν στα μυθιστορήματα και κλέβουν τις καρδιές των αναγνωστών τους οποίους συγκινούν βαθύτατα. Ο Μοντιανό είναι ο συνεχιστής αυτών που έγραψαν ιστορία, εκείνος γράφει τη δική του.
Ο Προυστ της εποχής μας περιπλανιέται γοητευτικά τους δρόμους του Παρισιού
Δεν είναι τυχαίο πως το έχουν ονομάσει Προυστ της εποχής μας. Διαβάζοντας τα διηγήματα ή τις νουβέλες του έχουμε την εντύπωση πως ζούμε την εποχή, πως ο χώρος και ο χρόνος γίνονται στα χέρια του ένα παιχνίδι στο οποίο μας καλεί να συμμετάσχουμε δίχως καμία επιφύλαξη, διότι ο Μοντιανό μιλά γνήσια και αυθεντικά σαν ένας ζωγράφος που βγαίνει από το εργαστήριο για να παρατηρήσει ό,τι γίνεται γύρω του, παίζει με την μνήμη και την εικόνα. Ο Πατρίκ Μοντιανό έρχεται να μας γεμίσει με χαρά και ενθουσιασμό γιατί ο ίδιος με την γραφή του είναι ένα καλοκαίρι και μία όαση αισιοδοξίας μέσα στην συνεχόμενη απαξίωση ανθρώπων και ξεθώριασμα αξιών. Αντιστέκεται σθεναρά, μένει πιστός στις περιγραφές του και μέσα από την ρομαντική του περιπλάνησή σε δρόμους και μονοπάτια μίας άλλης εποχής, μας θυμίζει την ζωή που θέλουμε να ξαναβρούμε μέσα μας, αυτήν που δεν χάθηκε αλλά ενυπάρχει σιωπηλή σε κάποια γωνιά και περιμένει να την συναντήσουμε. Αυτήν που, στο βιβλίο αυτό, με βλέμμα στο μέλλον αλλά με προσήλωση και σεβασμό στο παρελθόν και στα πεπραγμένα των μεγάλων της λογοτεχνίας, ο συγγραφέας-λογοτέχνης διατηρεί αλώβητη από την φθορά και την σκουριά. Συγκινητικός, ευαίσθητος, μειλίχιος με την διάφανη πανοπλία και το αθόρυβο του χαρακτήρα του καταγράφει μια άλλη εποχή, περασμένη και όμως τόσο ζωντανή, τόσο παλλόμενη.
«Η ιδιαιτερότητα του Μοντιανό έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι τα έργα του, παρά τη φαινομενική αυτονομία τους, βρίθουν άμεσα αναγνωρίσιμων κοινών μοτίβων, με μονιμότερα τα αινίγματα-λερναίες ύδρες, τη σχολαστική καταγραφή των τόπων-πλαίσιο (συνοικιών, δρόμων, καφέ κ.λ.π), το Παρίσι της κατοχής, τα διαφαινόμενα τραύματα της παιδικής ηλικίας, τις συναντήσεις με σκοτεινά πρόσωπα, τα τρία επίπεδα ενθύμησης (παιδιού, εφήβου, ενήλικα» γράφει η μεταφράστρια Μήνα Πατεράκη-Γαρέφη στο εξαιρετικό εισαγωγικό της σημείωμα. Στις νουβέλες αυτές πρωταγωνιστεί ο ίδιος και τα πρόσωπα που τον περιτριγυρίζουν, μας ταξιδεύει νοερά στα γεγονότα που σημάδεψαν ανεξίτηλα τη ζωή του, μέσα από διαφορετικά επεισόδια της ζωής του, τη μία παιδί, την άλλη έφηβος και στο τέλος ενήλικας, ο Πατρίκ Μοντιανό είναι παρών και μας προσφέρει τον παλμό της περιόδου της μετακατοχικής Γαλλίας, ενός κόσμου που έχει περάσει ανεπιστρεπτί και τον οποίο ο ίδιος αδυνατεί να ξεχάσει καθώς οι εικόνες δεν ξεθωριάζουν όσα χρόνια και αν περάσουν. «Ο δάσκαλος, μετά τη γυμναστική, μας έβαζε να τσουγκρανίζουμε απ’ την αυλή. Εμείς τα αφήναμε να πέφτουν χωρίς να τα τσουγκρανίζουμε απ’ την αυλή του σπιτιού, και έπαιρναν χρώμα σκουριάς που έκανε αντίθεση με το ανοιχτοπράσινο του συγκρουόμενου. Εκείνο έμοιαζε μπλοκαρισμένο μέχρι το πλήρωμα του χρόνου στη μέση μιας πίστας από νεκρά φύλλα».
Κάτοχος του Νόμπελ λογοτεχνίας από το 2014, ο Πατρίκ Μοντιανό συνεχίζοντας την παράδοση των μεγάλων Γάλλων λογοτεχνών αλλοτινών εποχών αντιστέκεται σθεναρά στην αφήγηση της μετριότητας, μένει πιστός στις περιγραφές του και μέσα από την ρομαντική του περιπλάνησή σε δρόμους και μονοπάτια μίας άλλης εποχής, μας θυμίζει την ζωή που θέλουμε να ξαναβρούμε μέσα μας, αυτήν που δεν χάθηκε αλλά ενυπάρχει σιωπηλή σε κάποια γωνιά και περιμένει να την συναντήσουμε. Αυτήν που, στο βιβλίο αυτό, με βλέμμα στο μέλλον αλλά με προσήλωση και σεβασμό στο παρελθόν και στα πεπραγμένα των μεγάλων της λογοτεχνίας, ο συγγραφέας-λογοτέχνης διατηρεί αλώβητη από την φθορά και την σκουριά. Μέσα από τα βιβλία του, έχουμε την τύχη να νοσταλγήσουμε, να αγαπήσουμε, να απωλέσουμε, να μαγευτούμε, να προβληματιστούμε, να φιλοσοφήσουμε τη ζωή και τα πεπραγμένα.
Μοιάζει με το παιδάκι που έχει κρύψει τα παιχνίδια του από την παιδική ηλικία και τα βρίσκει ξαφνικά μπροστά του, αναμφίβολα οι μνήμες έρχονται να πλημμυρίσουν το μυαλό του με εικόνες, πολλές φορές έντονες. Ο ίδιος, περιπλανητής των σκέψεών του σαν ένας άλλος Απολιναίρ, χαρίζει με τις εικόνες του έναν κινηματογραφικό κόσμο που μας θυμίζει την όμορφη ή και αδύναμη πλευρά του ανθρώπου. Συγκινητικός, ευαίσθητος, μειλίχιος με την διάφανη πανοπλία και το αθόρυβο του χαρακτήρα του καταγράφει όσα πολλές φορές εμείς οι ίδιοι αδυνατούμε να ξεστομίσουμε, να εκφράσουμε φοβούμενοι να τα ακούσουμε με τα ίδια μας τα αυτιά, τρέμοντας μήπως τελικά πληγωθούμε από τις ίδιες μας τις αναμνήσεις. Οι τρεις αυτές νουβέλες μας μεταφέρουν στο Παρίσι της καρδιάς μας, ένα Παρίσι πάντα ηλιόλουστο, γιατί το φως λάμπει και στις δύο όχθες. Είναι ακόμα μια φορά η απόδειξη πως ο Μοντιανό κρατά τον ρόλο του μαέστρου και μας καλεί να παρακολουθήσουμε την συναυλία όπου οι λέξεις χορεύουν και εκείνος τις τιθασεύει μοναδικά.
«{…}Όπως οι Ουρσουλίν, η γειτονιά του Μονπαρνάς μου θύμισε τον πύργο της Ωραίας Κοιμωμένης. Είχα σχηματίσει την ίδια εντύπωση, στα είκοσί μου, όταν έμεινα για μερικές νύχτες σ’ ένα ξενοδοχείο της οδού Ντελάμπρ: το Μονπαρνάς μου φαινόταν ήδη από τότε μια γειτονιά που επιβίωνε του θανάτου της και σάπιζε σιγά σιγά, μακριά απ’ το Παρίσι{…}»



