Ο Χρήστος Γιανναράς είναι ένα πρόσωπο, μια παρουσία στην σύγχρονη ελληνική διανόηση, που σου δίνει μεγάλη χαρά να μιλάς για τις γραφές του. Έχει πολύ λιγότερους φίλους παρά εχθρούς. Πράγμα πολύ λογικό αν σκεφτεί κανείς πόσα είναι τα ελεύθερα πνεύματα, αυτά τα περίεργα όντα που η σκέψη τους προσπαθεί να κινείται έξω όχι μόνο από θρησκευτικά και άλλα δόγματα, καταβολές, προκαταλήψεις, αγκυλώσεις, απορρίψεις κλπ. αλλά και από παγίως διαμορφωμένες πεποιθήσεις και αποφάνσεις. Dogmatism is a premature closing of our accounts with reality.” είπε ο William James. (Ο δογματισμός είναι ένα πρώιμο κλείσιμο των λογαριασμών μας με την πραγματικότητα). Ο Γιανναράς γκρέμισε τα τείχη που τον προστάτευαν από τους κάθε λογής βαρβάρους – με την αρχαιοελληνική σημασία της λέξης – που τολμούν μέχρι σήμερα να αμφισβητούν την Ελληνοχριστιανική κοσμοθέαση. Πήγε (όπως οι αρχαίοι μας πρόγονοι «πήγαν» στην ανατολή), τους γνώρισε, διεύρυνε τις γνώσεις του και αναγνώρισε την ουσιαστική συμβολή κάποιων από αυτούς στην προσπάθεια του καθενός από εμάς να μεγαλώσει τον κόσμο του όσο του επιτρέπουν οι νοητικές του ικανότητας.
Για να σχολιάσουμε το πολύ περιεκτικό και ωφέλιμο αυτό βιβλίο (ευχαριστούμε βαθιά τον ιστορικό και μοναδικό Ίκαρο γι αυτό) θα πρέπει να γράψουμε κι εμείς ένα βιβλίο αν θέλουμε να πάμε βαθιά και να αναλύσουμε έννοιες, να αποκωδικοποιήσουμε μύθους. Τόσα πολλά θέματα θέτει, σχεδόν όσα απασχολούν τον νου ενός σκεπτόμενου ανθρώπου πέραν του πώς θα εξασφαλίσει τα προς το ζην. Θα περιοριστούμε λοιπόν σε δυό-τρία που θεωρούμε πιο σημαντικά αδικώντας κατάφωρα τα υπόλοιπα. Ο Γιανναράς, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο συγγραφέας, κινείται μεταξύ θεολογίας και φιλοσοφίας. Αν αντ’ αυτού θα μιλήσουμε για το κενό μεταξύ θρησκευτικής θεολογίας και φιλοσοφίας το κενό γίνεται τεράστιο. Η θεολογία θα έπρεπε να επαναδιατυπωθεί μακριά από οποιοδήποτε δόγμα για να ξαναβρεί το νόημα της και τις πηγές της που θα είναι και η φιλοσοφία και οι επιστήμες στην αναζήτηση της (καταφατική ή αποφατική) της απρόσιτης έννοιας του Θεού. Ο Γιανναράς ήταν και είναι εδώ ανάμεσα μας, όπως ήταν και είναι ο Χριστός. Ανέβαινε στο βουνό ή απομονωνόταν για να διαλογισθεί, να αυτοσυγκεντρωθεί, να κάνει τον απολογισμό του ή να προσευχηθεί, πού να ξέρουμε. Εκείνο που ιστορικά ξέρουμε είναι ότι έμενε κοντά στους ανθρώπους και τους δίδασκε δεν πήγε σε καμιά μονή για να αποφύγει την ζωή και τα διλήμματα της και να τρώει ακρίδες για να «αγιάσει». Καθαγιάστηκε στην κακία και την μισαλλοδοξία των ανθρώπων και όχι στον ασκητισμό και τον ησυχασμό.
Εμείς οι Έλληνες όταν μιλάμε για εκκλησία ξέρουμε πολύ καλά τι λέμε, γιατί μιλάει μόνη της η αρχαία αυτή λέξη και πρέπει να μιλάμε ξεκάθαρα για την εκκλησία του Χριστού, την μέθεξη, την μετοχή και την κοινωνία του σώματος, δηλαδή της διδασκαλίας του Χριστού και να αφήσουμε τον Θεό στην ησυχία και τον γνόφο του, αφού ούτως ή άλλως δεν μας χρειάζεται εμάς για να υπάρχει σαν Ιδέα και σαν ουσία. Θα αποφύγουμε οποιαδήποτε συζήτηση για τα Ευαγγέλια και κατά πόσον μας μεταφέρουν αυτούσια την θεϊκή νόηση του Ιησού. Είπε όμως χωρίς καμία αμφιβολία, όχι γιατί το λέμε εμείς οι κόκκοι της ερήμου, αλλά γιατί συνάδουν με την Σοφία του: Εγώ είμαι υιός του Ανθρώπου, ο Θεός είναι η Αγάπη και εσείς να επιδιώξετε την κένωση για να βάλετε μέσα σας αυτά που σας λέω και να τα κάνετε τρόπο ζωής για να δώσετε στην ζωή σας το νόημα που αναζητάτε. Τρείς μεγάλες αλήθειες, τόσο απλά διατυπωμένες που ο Γιανναράς ενστερνίσθηκε και μίλησε με εκθαμβωτική σαφήνεια για την Αγάπη, την Αγία Τριάδα και τον καθαρισμό της κόπρου του Αυγείου με απαράμιλλο τρόπο. Αυτές όμως είναι τρομερά δύσκολες φιλοσοφικές έννοιες, καλά κρυμμένες στον μύθο και την αλληγορία που δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο των πατέρων της εκκλησίας. Υπάρχουν και Έλληνες και βάρβαροι που μπορούν να μας βοηθήσουν. Ο Αβραάμ, ο Σολομών και ο Μωυσής ήταν Έλληνες; Τι θα γινόταν αν ο Ιησούς γεννιόταν σε μια ελληνική πόλη και όχι στην Ναζαρέτ;
Μετά τους προσωκρατικούς, με πρώτο τον ανυπέρβλητο Ηράκλειτο, που στα σπαράγματα που βρήκαμε και μόνο λέει όσα είπαν όλοι οι άλλοι μαζί, τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη, ο Νίτσε, ο Χάιντεγκερ και ο Βιττγκενστάιν είναι οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι που έχει να επιδείξει η ανθρώπινη διανόηση. Πρέπει ο Γιανναράς να τους αγνοήσει ως Ναζιστές, μηδενιστές ή παραληρούντες και να στρέψει τα ώτα του στους Αγίους Πατέρες; Μα γι αυτό ακριβώς κατηγορούμε τον έγκλειστο Θεόκλητο! Δέχεται την σκέψη του Νίτσε για τον Θάνατο του Θεού, γιατί ξέρει ότι αναφέρεται στο ανθρωπομορφικό δημιούργημα μας και όχι στην αιώνια ουσία Του. Πρέπει να τον «ξαναβρούμε» γιατί δεν έχουμε πιά κλαδί να κρατηθούμε. Ο Νίτσε υπέγραφε στα τελευταία του ως Διόνυσος αφήνοντας αυτόν τον συμβολισμό στους ερμηνευτές των υψηλών νοημάτων που απέκρυψε η Ελληνική μυθολογία από τα όμματα των αμυήτων, όπως ο Γιούνγκ, ο βάρβαρος αλλά συνθεμελιωτής της ψυχολογίας, που υπονοεί ακριβώς το ίδιο.
Υιοθετεί απερίφραστα την άποψη του Χάιντεγκερ, που ταυτίζεται με την δική του, για την ανυπέρβλητη υπεροχή της ελληνικής γλώσσας. Αυτό δεν είναι Ελληνοκεντρισμός. Ο Χάιντεγκερ δεν είναι φιλέλλην, όπως όλοι οι ούτως κατονομαζόμενοι μέχρι σήμερα, είναι Φιλελληνικός, με την έννοια του Καβάφη. Είναι λάτρης της αρχαίας ελληνικής σοφίας και όχι των νεοελλήνων. Αυτή είναι η αλήθεια όχι η veritas.
Η μετάφραση των Ευαγγελίων από τα Ελληνικά στα Λατινικά – ας μην ξεχνούμε και τον περίφημο Διαφωτισμό και τις ολέθριες συνέπειες του – ελαχιστοποίησε την δυνατότητα των δυτικών να ξεχωρίσουν τι από αυτά που είπε ο Χριστός αποτυπώνονται σε αυτά και τι όχι. Ποιοί συμβολισμοί κρύβονται στα θαύματα, την Σταύρωση και την Ανάσταση. Τους αφαίρεσε κάθε πιθανότητα να συλλάβουν το φιλοσοφικό νόημα και την δημιουργική δύναμη της Αγάπης που δεν είναι ούτε amor ούτε love, τους αλλοίωσε την ανάλυση του υψηλού νοήματος της Αγίας Τριάδας, της Εκκλησίας του Χριστού και της θείας Σοφίας, της Ανάγκης και όλων αυτών των συνθετικών της Δημιουργίας. Εξ ού και η υπεροχή της Ελληνορθόδοξης άποψης έναντι των αυτόκλητων Καθολικών αντιπροσώπων του Χριστού. Ήμαρτον. Ο Γιανναράς λοιπόν, κατά την ταπεινή μας γνώμη, και στον βαθμό που μελετήσαμε κείμενα του που μας επηρέασαν βαθιά, δεν απέσεισε ποτέ τον τίτλο του χριστιανού θεολόγου – τίτλο εξόχως περιοριστικό της ελευθερίας του – αλλά άφησε την σκέψη του να πετάει από κορυφή σε κορυφή έχοντας άποψη και γνώμη για όλα τα θέματα κοινωνικά και καθημερινά, της ζωντανής ζωής. Πονούσε την Ελλάδα και εκείνη τον πονούσε, όπως όλους μας, με την αδιαφορία της και την απομάκρυνση της από τις πηγές με τις οποίες τροφοδότησε όλη την κτίση από καταβολής του κόσμου μέχρι σήμερα.
Το μόνο που μπορεί να τον κατηγορήσει κανείς, και συμφωνούμε απόλυτα σε αυτό με τον συγγραφέα, είναι ο γραπτός του λόγος, άψογα ελληνικός αλλά δυσνόητος, ωσάν ο Παπαδιαμάντης να μιλά σήμερα στους νεοέλληνες που εκμαυλίζουν καθημερινά το σημαντικότερο μέσον που έχει η ανθρωπότητα για να μεταδώσει τον Λόγο: την ελληνική γλώσσα. Θα μπορούσε να γράφει με πιο απλές και κατανοητές διατυπώσεις διευρύνοντας το κοινό του, όχι για την δόξα αλλά για την προσφορά και σε αυτούς που δεν μπορούμε να ονομάσουμε εύκολα με ποιοτικούς όρους «επαρκείς» αναγνώστες. Αυτούς που ψάχνουν και δεν βρίσκουν συνομιλητές σαν τον Γιανναρά.



