Κυριάκος Δημητρίου, Η κρυφή ζωή των φιλοσόφων, Εκδόσεις Επίκεντρο

Όταν μελετούμε το έργο ενός δημιουργού στον χώρο της τέχνης, της φιλοσοφίας ή της επιστήμης πόσο μεγάλη σημασία έχει να γνωρίσουμε τον ίδιο τον δημιουργό, δηλαδή την βιογραφία του, την κληρονομιά του, τις θρησκευτικές ή άλλες δεσμεύσεις του, την στάση του απέναντι στους «έναντι», το άλλο φύλο, τον χαρακτήρα του ή τα ψυχικά του χαρακτηριστικά; Αυτό το ερώτημα – όπως ο ίδιος προσπαθεί να μας εξηγήσει και όπως εμείς υποθέτουμε διαβάζοντας την εισαγωγή – απασχόλησε τον συγγραφέα μας πρίν ξεκινήσει να γράφει τούτο το βιβλίο. Το ερώτημα προβάλλεται εντονότερα όταν καλούμεθα να δώσουμε την δική μας ερμηνεία σε ένα πνευματικό έργο, μια εκφρασμένη ιδέα, έννοια ή άποψη που προσπαθεί να εκφράσει ο ποιητής, ο ζωγράφος και μας αφήνει να ασκήσουμε την ελευθερία μας είτε συναντώντας τον είτε μένοντας κεχηνότες και ανεπηρέαστοι. Για τον επιστήμονα τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά: μας ενδιαφέρει περισσότερο η σχέση του με την φιλοσοφία και η ερμηνευτική του προσέγγιση στην ιδέα και την ουσία του θεού. 

Γενικά ο Κ. Δημητρίου, μη μπορώντας να ξεχωρίσει βέβαια τις τεκμηριωμένες πληροφορίες από τις φήμες, τις κακόβουλες έως και συκοφαντικές μερικές φορές – ποιος ξέρει; – εκτοξεύσεις ή διασπορές – και εντείνει  την προσοχή του και ζητά την δική μας προσεκτική επιλογή και κυρίως την αντικειμενικότητα, μακριά από ωραιοποιήσεις, εξιδανικεύσεις και προσωπικές αντιπάθειες. Να παραμείνουμε στις Ιδέες που αυτοί κατέθεσαν  και εξέθεσαν και όχι να ψάχνουμε το κλειδί της κρεβατοκάμαρας τους. Ο Πλάτων επεσήμανε ότι:  Τα μεγάλα πνεύματα ασχολούνται με τις Ιδέες, τα μεσαία με τα γεγονότα και τα μικρά με τους ανθρώπους, εννοώντας πιθανόν το κουτσομπολιό.

Είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται στο ευρύ αναγνωστικό κοινό και σαν τέτοιο χρησιμοποιεί καλοπροαίρετα απόκρυφα στοιχεία για ανάρμοστες σχέσεις, σεξουαλικές προτιμήσεις, προσωπικά στοιχεία δηλαδή που δεν αφορούν παρά μόνο αυτόν που βάλαμε στο μικροσκόπιο. Αλλά αυτά όπως και να το κάνουμε προσθέτουν νοστιμιά στον αγελαίο αναγνώστη. Η λέξη μη σας ξενίζει διότι όλοι οι σεμνοί στην αγέλη ανήκουμε πλήν ελαχίστων εξαιρέσεων ανθρώπων ιδιοφυών σαν και αυτούς τους δώδεκα που επέλεξε ο συγγραφέας μας με τα δικά του κριτήρια. Το βιβλίο που συζητάμε αποτελεί μια εξαίρετη εισαγωγή στην  σκέψη δώδεκα φιλοσοφούντων με υπόβαθρο τα προσωπικά τους χαρακτηριστικά και την ιστορία τους. Κάθε μια από τις δώδεκα βιογραφικές αναφορές σε φιλοσόφους εμπεριέχει τόσες λεπτομέρειες που μόνο η βιβλιογραφική λίστα στο τέλος καθεμιάς από αυτές μας δίνει την έκταση και το επίπονο της προσπάθειας που κατέβαλε ο συγγραφέας για την συγγραφή αυτού του βιβλίου. Και το σημαντικότερο από όλα η αναφορά – στο τέλος καθεμιάς κι αυτή – η έξοχη επιγραμματική συμβολή του καθενός από αυτούς στην εξέλιξη της φιλοσοφικής σκέψης. Ακόμα και ο Νεύτων, αμιγής εκπρόσωπος  και εκ των θεμελιωτών της επιστήμης, της ορθολογικής προσέγγισης των καθολικών νόμων που διέπουν την λειτουργία του σύμπαντος, δεν αρκείται σε αυτό:

Αυτό το τόσο όμορφο σύστημα του Ήλιου, των πλανητών και των κομητών δεν θα μπορούσε να προκύψει δίχως την παρουσία και την καθοδήγηση ενός ευφυούς και παντοδύναμου Είναι. Η ουσία του θεού λοιπόν πρέπει να έχει ένα απαραίτητο συστατικό: την Σοφία. Και ανθρώπινη Σοφία δεν υπάρχει, όπως προσπάθησε να μας πεί ο Σωκράτης. Το δεύτερο συστατικό μας το είπε ο Χριστός: η Αγάπη. Με αυτά αρχίζουμε να αισθανόμαστε την Ιδέα του Θεού σαν δύναμης που κινεί την δημιουργία από το μηδέν στο άπειρο ‘όπως είπε ο Πασκάλ. Ο Νεύτων δεν είναι φιλόσοφος, υποκίνησε όμως και επηρέασε την φιλοσοφική σκέψη με τις διαπιστώσεις και τους Νόμους του. Ο Μακιαβέλλι είναι ο θεμελιωτής της πολιτικής φιλοσοφίας και κινείται ανάμεσα στην περιγραφή του βιώσιμου αδίστακτου ηγεμόνα-τύραννου, στον Ηγεμόνα και την σκιαγράφηση των αρχών της Δημοκρατίας στο βιβλίο του για τον Τίτο Λίβιο, έτσι που πολλοί να θεωρούν τον Ηγεμόνα όχι παραίνεση-προτροπή ή πρόταση αλλά κεκρυμμένη απέχθεια και παράδειγμα προς αποφυγή. H διοχέτευση της υπερχειλίζουσας σεξουαλικής του επιθυμίας σε ομοφυλικές, ετεροφυλικές και σοδομικές πράξεις δεν επηρέασε την πολιτική του φιλοσοφία παρά μόνον όσον αφορά την θέση της γυναίκας και τον ρόλο της στην κοινωνία που είχε κατά νούν.

Το βιβλίο περιέχει και κάποιους εμπειριστές τους οποίους θα αποφύγουμε να σχολιάσουμε λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος, μιας και πιστεύουμε ότι το απαύγασμα, η κορύφωση, ίσως και ο σκοπός της φιλοσοφίας, είναι ο υπαρξισμός, με πρώτο (παρακάμπτοντας τον Καρτέσιο με τις αποφάνσεις του, η φιλοσοφία δεν αποφαίνεται, περιδιαβαίνει το άπειρο)  τον μεγαλοφυή Πασκάλ, επόμενο τον Σοπενχάουερ, τον  Κίρκεγκωρ και τον Νίτσε. Η φιλοσοφία είναι μελέτη θανάτου με την έννοια ότι είναι μελέτη της ύπαρξης της οποίας η ολοκλήρωση, ίσως και η κορύφωση είναι ο θάνατος. Θα ήταν παράλειψη να μην σταθούμε για λίγο στο Πασκάλ. Αντιγράφουμε από το βιβλίο: Ποιος με έφερε; Με ποιανού διαταγή και υπόδειξη προορίστηκε αυτός ο τόπος κι αυτός ο χρόνος για μένα; Άραγε γιατί η γνώση μου είναι περιορισμένη; Με τρομάζει η αιώνια σιωπή του άπειρου διαστήματος. Οι πρώτες φιλοσοφικές νύξεις της σύγχρονης φιλοσοφίας για το παράλογο της ύπαρξης. Αλλά η μεγαλοφυία του ούτε αρχίζει από ούτε σταματά εκεί, όπως και του Λάιμπνιτζ για να συγκρίνουμε παρόμοιες πορείες. Η συμβολή του στην επιστήμη είναι τεράστια και διανοίγει μεγάλα φιλοσοφικά μονοπάτια. Η ενασχόληση του με την τυχαιότητα και ψάχνοντας για μοτίβα (patterns) – δηλαδή νόμους που διέπουν τα τυχαία γεγονότα, οξύμωρο ακούγεται – για να μην πολυλογούμε κατέληξε στην κωδωνοειδή καμπύλη που επιβεβαιώνει τον Ηράκλειτο. Σε άπειρη επανάληψη δοκιμών (π.χ. ζαριές) η συχνότητα ομαλοποιείται τελείως. Όσοι λοιπόν μιλούν για τύχη και ατυχία πρέπει να δούν την καμπύλη και να ακούσουν τον σκοτεινό Εφέσιο να λέει: Αν μπορούσαμε να δούμε με τα μάτια του θεού (του απείρου) θα βλέπαμε ότι δεν υπάρχει καμία αδικία αλλά η κατάληξη είναι η αρμονία. 

Θα πάμε τώρα στον Σοπενχάουερ. Δεν θα συζητήσουμε την φιλοσοφία του και την τεράστια συμβολή του, γιατί αυτήν την συνέχισε ο Νίτσε που την ανέδειξε και στον οποίο θα αναφερθούμε κλείνοντας. Αυτός ο μεγάλος φιλόσοφος είναι το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα ενός απαίσιου χαρακτήρα που όμως δεν επηρέασε καθόλου το κύριο φιλοσοφικό του έργο που εμπεριέχεται στο ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση. Ένας ακραία μισάνθρωπος που δεν μιλούσε ποτέ με την μητέρα του, πού έστειλε τα πέντε παιδιά του σε δημόσιο ίδρυμα για να απαλλαγεί από αυτά, ένας μισογύνης λόγω της αποκρουστικής του εμφάνισης, ένας λαύρος εχθρός των ακαδημαϊκών γιατί ποτέ δεν θα τον ανεχόταν κανείς σαν καθηγητή λόγω του απαίσιου χαρακτήρα του. Είναι ένα παράδειγμα ιδιοφυίας που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν πρέπει να δίνεις σημασία σε κάποιο άλλο στοιχείο ενός δημιουργού πέραν από το έργο του.

Κανένας δεν ρωτάει κάποιον πότε θέλει να έρθει, κανένας πότε θέλει να φύγει, λέει ο Κίρκεγκωρ, ακροβατώντας ανάμεσα στο υπαρξιακό παράλογο και την απουσία νοήματος. Φλερτάρει με τον μηδενισμό. Δεν πιστεύει ότι υπάρχει Αλήθεια η οποία μέλλει να αποκαλυφθεί είτε στις Γραφές είτε οπουδήποτε αλλού διότι έχει αντιληφθεί ότι η άπειρη θεϊκή σοφία δεν είναι δυνατόν να γίνει αντιληπτή από την πεπερασμένη ανθρώπινη νόηση. Αισθάνεται μετέωρος όμως χωρίς τον Θεό, προκαταλαμβάνοντας τον Νίτσε. Τότε προχωράει στο άλμα προς ένα θεό σε που θέτει σε αμφιβολία και αυτοκτονεί φιλοσοφικά όπως υποστηρίζει ο Καμύ. Δεν είναι όμως αυτή η μόνη «απόσυρση» του Κίρκεγκωρ λόγω αδυναμίας. Το ίδιο επαναλαμβάνει και με τον μεγάλο του έρωτα, την Ρεγγίνα. Αποσύρεται και πάλι αλλά έτσι μας δίνει ίσως και την εξήγηση. Ουσιαστικά και στις δυο περιπτώσεις αποσύρει και μηδενίζει τελείως τον εγωισμό του: Αν δεν μπορώ να προσεγγίσω την ουσία του θεού δεν φταίει ο θεός, ούτε η σιωπή του αλλά εγώ που επιμένω στην μικρότητα μου. Ας τον αφήσω στον γνόφο του. Αν  δεν μπορώ να κάνω ευτυχισμένη την Ρεγγίνα ας την αφήσω ελεύθερη για να βρεί την ευτυχία αλλού. Αυτή είναι και η αληθινή αγάπη στην ανθρώπινη εκδήλωση της είτε αφορά τον θεό είτε αφορά το αντικείμενο του έρωτα μας.

Και φτάνοντας στο τέλος αφήσαμε τελευταίο τον Νίτσε, αυτήν την παραληρηματική μεγαλοφυία που πηδούσε από κορυφή σε κορυφή ακροβατώντας πάνω στο σχοινί της παραφροσύνης. Εκεί βρήκε το νόημα της ζωής και κατήγγειλε την θρησκευτική πλάνη, δηλαδή το παράλογο της άρνησης της ζωής με αντίκρισμα μια μέλλουσα καλύτερη από αυτήν. Δεν θα επιχειρήσουμε κάποιου είδους ανάλυσης της φιλοσοφίας του Νίτσε. Ούτε χώρο έχουμε ούτε την απαιτούμενη επάρκεια. Εξ άλλου πιστεύουμε – και ευχαριστούμε τον συγγραφέα μας γι αυτό – ότι το αφιέρωμα του στον Νίτσε στο βιβλίο δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο. Περιεκτικό και μεστό σε νοήματα δίνει μια καταπληκτική περιγραφή μιάς διάνοιας που έχει την τόλμη να ανατρέψει τα πάντα και να ζητά απροκάλυπτα την αναγνώριση γι αυτήν του την προσφορά. Θα μείνουμε όμως για λίγο στην έννοια της παραφροσύνης και κατά πόσον η επιστήμη μπορεί ακόμη και σήμερα – αν και η ψυχολογία και η ψυχιατρική δεν θεωρούμε ότι έχει κάνει ουσιαστική πρόοδο από την εποχή του Φρόιντ, παραδομένη στην χημεία σαν έσχατο καταφύγιο – να χαράξει μια ευδιάκριτη γραμμή μεταξύ ιδιοφυίας και παραφροσύνης. Όλες οι ιδιοφυίες λειτουργούν έξω και πέραν από δεδομένους κανόνες συμπεριφοράς και εκδηλώσεων του χαρακτήρα. Out of the box, όπως θα έλεγε κάποιος Αμερικανός ψυχαναλυτής. Αν δεν κάνω λάθος ο ίδιος ο Νίτσε αμφισβήτησε την ύπαρξη ψυχικών ασθενειών. Ακόμα και η άνοια μπορεί να είναι μια περίοδος αυτό-εμβύθισης όσο μπορεί να είναι μια εγκεφαλική βλάβη.

Το βιβλίο μάς βοήθησε να διακρίνουμε ότι όλοι αυτοί που μας έδωσαν τα εσώψυχα τους λειτούργησαν μέσα στον αβάσταχτο πόνο. Μόνο τότε μπορείς να δώσεις ΄τι έχεις και δεν έχεις’, υποστήριζε ο Νίτσε. Υπάρχουν και άλλοι φιλόσοφοι, κατά την γνώμη του καθενός από εμάς, που θα μπορούσαν – για να μην πούμε θα έπρεπε – να περιληφθούν σε ένα δεύτερο τόμο που εμείς θα περιμένουμε με ανυπομονησία προσβλέποντας στις αντοχές του Κυριάκου Δημητρίου τον οποίο ευχαριστούμε είτε έτσι είτε αλλιώς.