Είναι από τις πιο λησμονημένες και όμως μία από τις πιο σπουδαίες και πιο πρωτοπόρες μορφές της νεοελληνικής λογοτεχνίας και δη αυτής του μεσοπολέμου. Δεν είναι απλά ένας εμβληματικός αφηγητής της εποχής του, είναι και ένας πολύ σπουδαίος και κορυφαίος μεταφραστής, το αποδεικνύουν άλλωστε τα εξαιρετικά μεταφραστικά του επιτεύγματα. Δεν είναι απλό να μεταφράσεις Τσβάιχ, Πόε, Ζολά, Ντελέντα, Μωπασάν και Ιστράτι με τέτοια αρτιότητα και πιστότητα αν δεν είσαι προικισμένος με αυτή την ξεχωριστή λογοτεχνική φλέβα όπως ο Μήτσος Παπανικολάου. Αυτή η περίοδος του μεσοπολέμου έχει αναδείξει σπουδαίους συγγραφείς και εκπληκτικά κείμενα, όπως εκείνα του Δημοσθένη Βουτυρά, του Βάσου Δασκαλάκη, του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, του Ρώμου Φιλύρα και τόσων άλλων που σήμερα δεν έχουν βρει την θέση που τους αξίζει. Και όμως χάρη στις εκδόσεις Σμίλη έχουμε την τύχη να έχουμε τόσο τα ποιήματα όσο και τα πεζογραφήματα του Μήτσου Παπανικολάου συγκεντρωμένα και μάλιστα σε δύο διαφορετικές εκδόσεις που αποτελούν αδιαμφισβήτητα διαμάντια για τα ελληνικά γράμματα ώστε να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι.
Με την πένα του έρωτα, με οδηγό τον κόσμο του άστατου ανθρώπου κινεί τα νήματα της γραφής του
O Φραντς Κάφκα είχε κάποτε πει πως τα βιβλία που έχουμε ανάγκη είναι εκείνα που πέφτουν σαν το τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας. Και πράγματι τα καλά βιβλία υπάρχουν και εμείς αξίζει να τα βρούμε. Κάπου κρύβονται και μας περιμένουν να ανακαλύψουμε τη ζωή που αυτά κρύβουν μέσα τους. Ένα καλό βιβλίο θα είναι πάντα ένας λόγος να κρατάμε απόσταση από το κακό που συμβαίνει γύρω μας και να ξεφεύγουμε με το νου και την ψυχή μας μέσα από ιστορίες πραγματικές ή φανταστικές. Μην ξεχνάμε πως τα βιβλία είναι η αφορμή να νιώσουμε πως δεν είμαστε μόνοι, πως έχουμε καλή παρέα και μπορούμε να ευφρανθούμε. Είναι όμως και ένας εξαιρετικός τρόπος να προσκαλέσουμε τους φίλους μας και να συζητήσουμε, το βιβλίο είναι μεταξύ άλλων κοινός τόπος διαλόγου, χαράς, ανταλλαγής απόψεων και ψυχαγωγίας. Πριν από κάποια χρόνια είχε κυκλοφορήσει στο μουσικό στερέωμα ένα τραγούδι από το συγκρότημα Ντομένικα με τίτλο Μέσα στη βουή του δρόμου. Πόσοι άραγε γνωρίζουν πως το ποίημα αυτό ανήκει στον Μήτσο Παπανικολάου και όλοι εμείς που το σιγοτραγουδάμε του αποτίνουμε φόρο τιμής όπως του αξίζει;
Η παρούσα έκδοση εμπεριέχει μια σειρά διηγημάτων που μπορούν να χαρακτηριστούν νατουραλιστικά καθώς ο Παπανικολάου περιγράφει καταστάσεις ανθρώπινων παθών, έντονες συναισθηματικές εξάρσεις και στιγμές από ανεκπλήρωτους έρωτες και προδοσίες. Μήπως άραγε όλα αυτά δεν είναι αποκυήματα μιας αέναης τρωτής ανθρώπινης φύσης από την οποία κανείς δεν γλιτώνει; Στο διήγημα με τίτλο «Η Βασίλισσα του έρωτος» μας περιγράφει την θανατική καταδίκη της χαμένης ομορφιάς ύστερα από μια πίστη στον έρωτα ο οποίος όμως δεν τελεσφόρησε και έτσι μαράθηκε πριν καλά καλά ανθίσει. Η Μαρία βρίσκεται στο απόλυτο κενό σαν ο αγαπημένος της Ερρίκος την απαρνιέται τώρα που το χρήμα δεν υπάρχει πια και σβήνει με αυτό η αγάπη που εκείνος της είχε. Επίπλαστη λοιπόν ευτυχία, επιφανειακές σχέσεις που είναι εξαρτώμενες από την ύλη, ψεύτικες υποσχέσεις και θλίψη απέραντη για την Μαρία, όλα αυτά είναι στην ημερήσια διάταξη ενός ζευγαριού που δεν πρόλαβε να ευτυχήσει. Το ίδιο θα συμβεί λίγο πολύ και στο διήγημα με τίτλο «Η Βασίλισσα των διαμαντιών» όπου το χρήμα πάλι δένει ασύμβατους ανθρώπους και καθορίζει πρόσκαιρες σχέσεις. Είναι μια ευτυχία πολλά υποσχόμενη που όμως ακροβατεί σε τεντωμένο σκοινί, ένα μετέωρο βήμα πελαργού και μια πλάνη που αιωρείται. Είναι αυτή την φορά η ιστορία του Κάρλο και της Έλεν και το φριχτό τέλος μιας γυναίκας που παραπλανήθηκε από έναν άντρα τον οποίο αγάπησε σφόδρα αλλά που τελικά την παράτησε.
Ο Παπανικολάου εμπνευσμένος από διάφορα διαβάσματά του και από πολλαπλές αναγνώσεις μπλέκει το ελληνικό στοιχείο και την ελληνικότητα και το εναλλάσσει σαν το ρεύμα του Τέσλα με την ευρωπαϊκότητα που εκείνη την εποχή συγκινεί τους Έλληνες συγγραφείς και τους εμπνέει. Στην Ελλάδα εξάλλου, τόσο στην λογοτεχνία όσο και στην ζωγραφική αλλά και στις άλλες τέχνες, τα κινήματα έρχονται με καθυστέρηση δέκα ή και είκοσι χρόνων μέχρι να γίνουν οι απαραίτητες ζυμώσεις και να φτάσουν τα νέα έως εδώ. Ο Παπανικολάου γράφει και μεταφράζει παράλληλα άρα είναι σαφές πως οι επιρροές του είναι ποικίλες και ταυτόχρονες, το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και στο διήγημα «Η μικρούλα κόμισσα» όπου έχει επηρεαστεί από τις ευρωπαϊκές αυλές και τις ιστορίες γύρω από πρίγκιπες και κόμες, ιστορίες που δίνουν και παίρνουν τόσο στον Μπαλζάκ, τον Φλωμπέρ, τον Ζολά, τον Μωπασάν, τους δύο τελευταίους μάλιστα τους μετέφρασε και στα ελληνικά. Και πάλι σε αυτή την ιστορία επαναλαμβάνεται η πλήρης απογοήτευση και απόγνωση από έναν κοινό απατεώνα που πουλά τον έρωτα σε μια μικρή κόμισσα και τελικά η ίδια πέφτει όχι μόνο θύμα του έρωτά της αλλά και της βαθιάς θλίψης της σε σημείο να βάζει τέλος στην άχαρη ζωή της. Είναι και ένα δίδαγμα τελικά πως το χρήμα και ο πλούτος δεν φέρνουν την ευτυχία και την αριστοτελική ευδαιμονία.
Στην ιστορία πάλι με τίτλο «Ο τρελός» ο Παπανικολάου πραγματεύεται μια άλλη πτυχή της ανθρώπινης φύσης, εκείνη όπου ο άνθρωπος ρέπει προς το κακό και το ένστικτό του, εκείνο που τον οδηγεί να διαπράξει φονικό κινούμενος από τα πιο άγρια και ζωώδη ένστικτά του. Είναι σαν μια παραλλαγή της ρήσης του Καρτέσιου όπου εδώ ισχύει το σκοτώνω άρα υπάρχω, σαν ο φόνος να είναι τελικά η δεύτερη φύση του ανθρώπου: «Κάθε ύπαρξη έχει προορισμό να σκοτώνει: σκοτώνει για να ζήσει και σκοτώνει για να σκοτώσει. Ο φόνος είναι μέσα στην ιδιοσυγκρασία μας · πρέπει να σκοτώνουμε! Τα ζώα σκοτώνουν αδιάκοπα, όλη την ημέρα, σε κάθε στιγμή της υπάρξεώς των. Ο άνθρωπος φονεύει αδιάκοπα για να ζήσει – μα πόση ανάγκη έχει να σκοτώνει και για ηδονή;». Ο Παπανικολάου ξεδιπλώνει σε όλα τα διηγήματα το μοναδικό του ταλέντο και επιβεβαιώνει αυτό που έλεγε κάποτε ο Πικάσο πως έμπνευση υπάρχει αρκεί να σε βρει να δουλεύεις. Ο Παπανικολάου είναι ένας πιστός και ακούραστος εργάτης της ελληνικής γλώσσας και το αποδεικνύει περίτρανα.
«Αρχόντισσα Μπήλιω, αυτό που μου ζητάς δεν γίνεται. Να χωρίσουμε; Ποτέ. Αν δεν μ’ αγαπάς εσύ κι αγαπάς έναν άλλον, σ’ αγαπώ εγώ και είσαι δική μου. Θα ήμουν τρελός αν σ’ έσπρωχνα εγώ ο ίδιος να πέσεις στην αγκαλιά του αγαπημένου σου. Πρόσεξε, Μπήλιω! Αυτό που έπαθες είναι μι’ αρρώστια και θα προσπαθήσω να σε κάνω καλά. Έλα μαζί μου»



