Χρύσα Ευστ. Αλεξοπούλου, Ευριπίδης, Εκδόσεις Πεδίο

Προσπαθήσαμε να γνωρίσουμε τον Ευριπίδη μέσα από κάποια έργα του. Είχαμε τρείς ευκαιρίες να συζητήσουμε για τον μεγάλο αυτόν τραγωδό στα σημειώματα μας για τα βιβλία: Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου, Η Γέννηση της Τραγωδίας και Ηρακλείδες. Και στις τρείς αυτές περιπτώσεις τον κρίναμε από την θέση του Νίτσε, σαν τον ποιητή που άλλαξε επι τα χείρω την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία και την οδήγησε στον θάνατο, δηλαδή από καθαρά φιλοσοφική σκοπιά. Ο αναζητητής της ύπαρξης κατηγορεί τον Ευριπίδη ότι απομάκρυνε και τελικά αποξένωσε την μοναδική αρχαία Ελληνική τραγωδία από τον βασικό της ρόλο: να απευθύνεται σε ένα θαυμαστό κοινό, που ήταν πλησιέστερα από ποτέ στο Είναι του, για να το διασκεδάζει διαπαιδαγωγώντας το. 

Αυτό το θαυμάσιο βιβλίο, που θα σχολιάσουμε στην συνέχεια, μας δίνει την ευκαιρία – και θα την αδράξουμε – να δούμε τον Ευριπίδη ως νεωτεριστή, όπως κρίνουμε τον Henrik Ibsen, σαν θεμελιωτή του σύγχρονου θεάτρου, μακριά από συγκρίσεις με άλλους γίγαντες και υποκειμενικές βαθμολογήσεις. Όπως μας εξηγεί η συγγραφέας συμπληρώνοντας τις απόψεις της με τις γνώμες και άλλων έγκριτων μελετητών ο Ευριπίδης δεν αποφεύγει τα αναπάντητα ερωτήματα αλλά με σωφροσύνη: «Επιχειρεί με τα δράματα του μια σπουδή της φύσεως του ανθρώπου, χωρίς να έχει ο ίδιος μέχρι το τέλος της δημιουργίας του απάντηση στα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα κι αυτό συνιστά ακριβώς την πρωτοτυπία του. Τα θέτει, δεν θέλει να τα απαντήσει, γιατί φαίνεται να πιστεύει ότι τέτοια ζητήματα δεν μπορούν να απαντηθούν. Εντοπίζονται και διερευνώνται, παραμένοντας ανοικτά ανά τους αιώνες» (Επίλογος).

Οι άνθρωποι από τότε που εξελίχθηκε στον νού τους η λογική και μέχρι σήμερα αρέσκονται στους μύθους. Η Αρχαία Ελληνική Τραγωδία χτίστηκε πάνω στους μύθους, διότι οι μύθοι της έδιναν την πλοκή, τους συμβολισμούς, τα ιδεώδη, την έννοια της αρετής, της ύβρεως, του κλέους, την δικαιολογία για την συμμετοχή των θεών και όλα αυτά που ήθελαν να επεξεργαστούν και να προβάλλουν επ’ ωφελεία του θαυμαστού αυτού κοινού που συνέρρεε κατά χιλιάδες στα Διονύσια. Ο Ευριπίδης ακολούθησε βέβαια τον κανόνα αλλά όχι κατά γράμμα. Ή χρησιμοποιούσε την εκδοχή του μύθου που ταίριαζε περισσότερο στην φιλοσοφία του ή/και εξυπηρετούσε καλύτερα τους καλλιτεχνικούς του στόχους ή τολμούσε κάποιες αλλαγές για τους ίδιους λόγους. Άλλωστε ήταν τόσες οι παραλλαγές των μύθων προϊόντος του χρόνου που αυτό δύσκολα θα το θεωρούσε κανείς ασέβεια.

Τα έργα του Ευριπίδη έκλιναν περισσότερο προς το Απολλώνειο στοιχείο και λιγότερο προς το Διονυσιακό, για να επαναλάβουμε την κατηγορία που του προσάπτει ο Νίτσε και μάλιστα ακραία, ότι δηλαδή αφαίρεσε τελείως το Διονυσιακό στοιχείο και απονεύρωσε την τραγωδία. Διαβάζοντας αυτό το βιβλίο που επισημαίνει και αποδεικνύει ότι το πάθος, η οργή, ο δόλος, η ύβρις, το μίσος και άλλες καθαρά ενστικτώδεις ανθρώπινες εκδηλώσεις κυριαρχούν στα έργα του ποιητή οδηγούν την σκέψη μας περισσότερο στην προσήλωση στον άνθρωπο, τα παθήματα του, την καθημερινότητα του και την ψυχολογία του, στην προσγείωση της τραγωδίας και διαπιστώνουμε ότι ο Νίτσε, όπως συνήθιζε άλλωστε, υπερέβαλε. Μάλιστα ο Νίτσε θεωρούσε υπεύθυνο γι αυτό τον φίλο του Σωκράτη ενώ η συγγραφέας μας βάζει στην θέση του τους Σοφιστές. Δεδομένης της απέχθειας του διδασκάλου του Πλάτωνα για τους Σοφιστές καλούμεθα να αποφασίσουμε αλλά δε νομίζουμε ότι είναι απαραίτητο. Ο Ευριπίδης φαίνεται ότι ήταν της λογικής να μην περπατάμε κοιτάζοντας συνέχεια στον ουρανό διότι είναι πιο πιθανόν να σκοντάψουμε παρά να βρούμε τον Δία.

«Χωρίς την θεϊκή παράμετρο όλα προσγειώνονται και αποκτούν γήινη διάσταση». Περιορίζει, όσο του επιτρέπει ο εκάστοτε διαδραματιζόμενος μύθος, την συμμετοχή των θεών στα δρώμενα και οι ήρωες του  «…είναι πρόσωπα οικεία καθόλου μεγαλοπρεπή και υπεράνθρωπα ή ιδανικά, υποκύπτουν σε πάθη…» και έτσι πετυχαίνει την ταύτιση με τους θεατές, που είναι και το μέτρο της επιτυχίας της μυθοπλασίας για όλους τους τεχνίτες του λόγου. Το σπουδαιότερο είναι ότι αφήνει τα ερωτήματα, όπως είπαμε, αλλά και τις εκδοχές, τους συμβολισμούς και τις αλληγορίες να πλανώνται έτσι ώστε ο κάθε θεατής να σκεφτεί και να δώσει την δική του ερμηνεία. Αυτός είναι και ο στόχος του καλλιτέχνη σε πλήρη αντίθεση με την τεχνητή νοημοσύνη το νεόφερτο τέρας που απειλεί την ανθρώπινη διανόηση. «Ως φιλοσοφών νους δεν επεδίωξε ποτέ μέσα στο έργο του να κλείσει θέματα, αλλά αντίθετα συντήρησε τον γόνιμο προβληματισμό. Αυτά είναι επιτεύγματα του Ευριπίδη και όχι αντικείμενα της ποίησης του ψόγου. Ένα παράδειγμα είναι ο Ιππόλυτος. Η αρνητική στάση του απέναντι στον έρωτα, μπορεί να ερμηνευθεί απλοϊκά ως ύβρις προς την Αφροδίτη, την δημιουργό της ανθρωπότητας, αν όμως εμβαθύνουμε στην έννοια του συμβολισμού της Αρτέμιδος στο Δωδεκάθεο, τότε το πιθανότερο είναι να μετανιώσουμε για την βιαστική μας ετυμηγορία. Αλλά αυτό απαιτεί σκέψη βαθιά.

Η εισαγωγή της ψυχολογίας και της πολιτικής διάστασης στην τραγωδία  είναι οι δυο τολμηρές πρωτοβουλίες – κατ’ άλλους αυθαιρεσίες – του Ευριπίδη, χωρίς όμως να απομακρυνθεί από ενέργειες των ηρώων και όχι πλέον τόσο των θεών, που στήριζαν ή ενίσχυαν την τραγικότητα του έργου. Παράδειγμα η Μήδεια αλλά και η Φαίδρα που μετατρέπουν την ψυχολογική τους κατάρρευση από αδυναμία σε δύναμη Δράσης. Το ίδιο και η Εκάβη. Ο πόνος αντί να νεκρώνει ανασταίνει και το πάθος ενδυναμώνει. Το κέντρο όλων αυτών των διεργασιών σε κάθε περίπτωση είναι η ψυχή γύρω από την οποία θέλει ο Ευριπίδης να κινούνται τα πάντα και μέσα στην οποία θέλει να εκτυλίσσονται τα πάντα και τα συναισθήματα να είναι οι εκδηλώσεις της. Η πολιτική του άποψη δημοκρατική, σαφώς κατά των τυράννων και των ελέω θεού ηγεμόνων, εκδηλώνεται ως Αγών Λόγου σαν το μέσον συζήτησης ουσιωδών προβλημάτων μέσα στο σώμα των πολιτών και όχι κάποιας ελίτ διανοουμένων είτε αυτοί λέγονται θεοί είτε άνθρωποι.

Εκείνο το οποίο απλώς θίγεται περιστασιακά στο βιβλίο και δεν αναλύεται είναι η πιθανή διαφοροποίηση του Ευριπίδη όσον αφορά την θέση του Χορού με τους πολλαπλούς του ρόλους, που είναι καίριο στοιχείο της διδασκαλίας της τραγωδίας και παίρνει διάφορες μορφές και εκφράσεις όντας το βασικό εργαλείο του ποιητή να περάσει τα δικά του μηνύματα, να «πειράξει» τον μύθο και γενικά να βάλει την δική του σφραγίδα. Δεν θα επεκταθούμε όμως περισσότερο σε  αυτό το ουσιώδες θέμα ως αναρμόδιοι. Προς το τέλος της ζωής του ο Ευριπίδης με τις Βάκχες, το κορυφαίο έργο του, επαναφέρει τον Διόνυσο με αποκαλυπτικά στοιχεία για την λατρεία του μέσω της αντιπαράθεσης του υιού του Δία με τον Πενθέα, όταν ο Διόνυσος επιστρέφει στην γενέθλια πόλη του την Θήβα για να επιβάλει και εδώ την λατρεία του. Εδώ, στις Βάκχες καταλήγει στις φιλοσοφικές του αναζητήσεις: 

Μάταιος κόπος να πιστεύουμε

Πως έχει αξία να εξηγήσουμε τι είναι ο θεός.

Αξία έχει ό,τι καθιερώνεται με το πέρασμα του χρόνου

 και ό,τι η φύση όρισε για πάντα.

Ας το έχουν – και αυτό – υπ’ όψιν τους όσοι δημιούργησαν τον θεό που μας δημιούργησε. Ένα από τα σημαντικότερα θέματα που θίγει το βιβλίο είναι η τοποθέτηση του Ευριπίδη στο θέμα του θανάτου, όπως την εκχυλίζει μέσα από τα έργα του η συγγραφέας του βιβλίου αυτού, γι αυτό και το αφήσαμε τελευταίο. Πρώτα θα σκιαγραφήσουμε το σχήμα, την μορφή  με την οποία παρουσιάζεται ο θάνατος στην τραγωδία εν γένει, μιλώντας για τον αυτόβουλο θάνατο και την αποδοχή της επιβολή του. Η κρατούσα λογική είναι ότι αφού θα πεθάνω ούτως ή άλλως είναι προτιμότερος ένας ευκλεής θάνατος από μία ασήμαντη ζωή. Η γέννηση που φαίνεται να είναι έξω από την θέληση μου και ο θάνατος που είναι στα χέρια μου – το αυτεξούσιο που μου μου παρέχει η απεριόριστη ελευθερία μου – είναι οι κορυφώσεις της ύπαρξης μου, με το δεύτερο να είναι και η ολοκλήρωση της ύπαρξης μου και όχι αναγκαία το τέλος. Αυτό το θέμα παραμένει ανοικτό στον αιώνα τον άπαντα. Ο ευκλεής θάνατος όμως αν έλθει ως αποτέλεσμα μιας όλβιας και ενάρετης ζωής μακριά από την ύβρι και την προσβολή της φύσης και μάλιστα στην υπηρεσία ενός υψηλού σκοπού τότε είναι το επιστέγασμα μιας ζωής γεμάτης νόημα. Με αποκορύφωμα την αυτό-θυσία της Αντιγόνης στον βωμό των θεσμών ή της αποδοχής της θυσίας από την Ιφιγένειας για την πατρίδα και το κοινό καλό η τραγωδία υιοθετεί και τοποθετεί τον θάνατο στην σωστή του διάσταση και σε αντιπαραβολή με τον γλυκό θάνατο σαν μέσον ανακούφισης από μια βασανισμένη ζωή . Εδώ το θέμα παραμένει ανοικτό αν, αυτό το τελευταίο, σαν πράξη αυτοχειρίας αποτελεί προσβολή προς την ζωή και την φύση ή εκδήλωση της ελευθερίας του ατόμου. Η άσκηση της ελευθερίας του πρωτανθρώπου ή είναι δικαίωμα ή είναι «προπατορικό αμάρτημα» και ο νοών νοείτω.

Ο Ευριπίδης χρησιμοποιεί τον θάνατο υπό την μορφή που περιγράψαμε τηρώντας την παράδοση της τραγωδίας, μερικές φορές καθ’ υπερβολήν και αδικαιολόγητα, όπως η Μακαρία και όχι μόνον, κατά την κρίση έγκυρων μελετητών, ενώ  κατά την ανάλυση της συγγραφέως ο θάνατος για τον ποιητή είναι μια κατάσταση και όχι ένα γεγονός πράγμα το οποίο τον βγάζει έξω από τον χωροχρόνο και πρακτικά – στους μύθους είναι ανύποπτος και όχι ιστορικός ο χρόνος – και ουσιαστικά διότι εξ ορισμού ο χρόνος «υπάρχει» μόνο μεταξύ δύο γεγονότων, πουθενά αλλού. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με δυο διαφορετικές καταστάσεις πρίν και μετά τον θάνατο. Η μετά θάνατον κατάσταση μας είναι απρόσιτη, άγνωστη και γι αυτό μας προκαλεί τον φόβο και την αγάπη για την ζωή.

Αυτό όμως μας δημιουργεί μια εύλογη απορία όσον αφορά την αυτοθυσία: Μια νέα κοπέλα με μια όλβια ζωή να ξανοίγεται μπροστά της πλησίστια αποδέχεται τον θάνατο για τα ιστία που δεν κινούνται γιατί δεν γουστάρει ο Αίολος. Αυτό δεν μπορεί να σημαίνει ότι περιμένει να βρεθεί σε μια νέα, μετά θάνατον, καλύτερη κατάσταση, ούτε ότι θα σώσει τους Έλληνες παρά μόνο ένα πράγμα: ότι με τον ένδοξο θάνατο της κατακτά την αθανασία δίνοντας την ύψιστη δυνατή έννοια στην ύπαρξη, το Είναι της. Αν ζητούσαμε από την συγγραφέα να μας δώσει την ευκαιρία που μας έδωσε με αυτό το βιβλίο να συζητήσουμε και για τους άλλους δυο Τιτάνες, τον Αισχύλο και τον Σοφοκλή, μάλλον θα μας παρέπεμπε στην παραβολή του Ιησού για την τρύπα της βελόνας. Κι θα είχε όλο το δίκιο να το κάνει!