George Orwell, Panait Istrati, Rosa Luxembourg, Gregor Gog, Από τα άσυλα των φτωχών στην αδελφότητα των αλητών, Εκδόσεις Firebrand

Μια κοινωνία που δεν φροντίζει τους μη έχοντες και κατέχοντες, που αδιαφορεί για τους παραστρατημένους και απόκληρους της ζωής είναι μια κοινωνία που δεν έχει πολλές ελπίδες να ονομαστεί ανθρώπινη. Σκοπός μιας ευνομούμενης κοινωνίας είναι να ρίχνει το βάρος της σε όσους δυστυχώς δεν ήταν τυχεροί και δεν μπόρεσαν να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαγητό και μια στέγη λόγω διαφόρων λόγων. Όλοι οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα στα κοινωνικά αγαθά και η κοινωνία που φροντίζει τους πιο αδύναμους επιδεικνύει ευαισθησία και αλληλεγγύη, έννοιες που ειδικά σήμερα έχουν χαθεί από τα στόματα. Όλοι κλεισμένοι πίσω από κλειστές πόρτες και αποβλακωμένοι πίσω από ανόητες οθόνες οδηγούνται μαθηματικά στην αποχαύνωση. Η κατάσταση ωστόσο έναν αιώνα πριν, τότε που η τεχνολογία δεν υπήρχε καν ως έννοια, δεν ήταν διόλου καλύτερη. Τα κείμενα που παρουσιάζονται σε αυτή την σπουδαία έκδοση όπου έχουν συγκεντρωθεί κείμενα των Όργουελ, Ιστράτι, Λούξεμπουργκ και Γκογκ καθώς και παραρτήματα τα οποία αναφέρονται στα κείμενα αυτά.  

Στα χνάρια των αλητών και των απόκληρων του κόσμου, εκεί που χτυπά η ανέχεια και η αβεβαιότητα

Πιστός υπηρέτης της τέχνης του λόγου, ο Τζορτζ Όργουελ, ο συγγραφέας του 1984 και της Φάρμας των ζώων, δεν σταματά να μας εκπλήσσει με την γλαφυρότητα του λόγου του, είναι καίριος ο λόγος του και είναι πάντα επίκαιρος στα ζητήματα που θέτει. Διαφορετικός από τα πιο γνωστά και εμβληματικά του μυθιστορήματα, όπως για παράδειγμα το βιβλίο αναφορά στον Ισπανικό εμφύλιο, Πεθαίνοντας στην Καταλονία, ο Όργουελ γράφει μια ιστορία αυτοαναφορική καθώς ο πρωταγωνιστής του είναι ο ίδιος συγγραφέας. Στον γάντζο, ένα κείμενο πρώιμο και πολύ πριν την αναγνώρισή του μέσα από τα εμβληματικά μυθιστορήματα, ο Όργουελ περιδιαβαίνει το Λονδίνο και τις συνοικίες του μην έχοντας να φάει και με κίνδυνο να μείνει άφαγος. Εν έτει 1928 ως άλλος Ντίκενς – οδηγό του είχε έναν από τους μεγαλύτερους και πιο σημαντικούς παραμυθάδες, τον Κάρολο Ντίκενς, στον οποίο μάλιστα έχει αφιερώσει και ολόκληρη μελέτη – ο Όργουελ θέτει στο επίκεντρό του αυτή την φορά τη βρετανική τάξη πραγμάτων και τον άνθρωπο του μεσοπολέμου και διεισδύει στον κόσμο των απόκληρων. Εκεί θα συναντήσει ζητιάνους, εγκληματίες, πόρνες και κάθε λογής αλητών της ζωής. Αυτοί οι αλήτες δεν γεννήθηκαν τυχαία, είναι πολλές φορές απόρροια ενός συστήματος που δεν λειτουργεί σωστά και τους έκλεισε τις πόρτες της ηθικής ανοίγοντας εκείνες της ανηθικότητας.

Στην εισαγωγή του βιβλίου, την οποία έχει επιμεληθεί με φροντίδα ο Μπάμπης Κοσοβίτσας, όπως άλλωστε και τη μετάφραση των τεσσάρων κειμένων διαβάζουμε ένα απόσπασμα από τον Γουίτμαν ο οποίος αναφέρει χαρακτηριστικά πως «πάντοτε υπήρχαν αλήτες, κι όπως υπήρχαν στην αρχή, έτσι και τώρα, και για πάντα – και χωρίς καμία ουσιαστική διαφορά. Δεν χωράει αμφιβολία: όταν το Χάος μας άδειασε τη γωνιά και τα πρωινά αστέρια βάλθηκαν όλα μαζί να τραγουδούν και τα μικρά ποταμάκια να χορεύουν καντρίλιες μόνο και μόνο για την πλάκα τους, κάπου εκεί γύρω αραχτοί αλήτες απολάμβαναν τη σκηνή με όλη τη συνηθισμένη τους φιλοσοφική αταραξία». Το βιβλίο αποτελεί μια κοινωνική και ψυχολογική προσέγγιση του ανθρώπου που μαστίζεται από την αβεβαιότητα εκείνων των καιρών, θυμίζει πολύ εκείνο του Ντίκενς «Τα Δύσκολα χρόνια», έτσι όπως ο ίδιος το κατέγραψε μέσα από τα δικά του γραπτά. Ο Όργουελ αργότερα θα το έπραττε με τους Άθλιους του Παρισιού και του Λονδίνου. Το ίδιο είχε συμβεί και με τον Βίκτορ Ουγκό και τους δικούς του Αθλίους μέσα σε ένα άλλο βέβαια πλαίσιο αλλά ο Όργουελ κινείται σε αυτή την κλίμακα της άσκησης κριτικής έχοντας περάσει εν προκειμένω δύο μήνες κοντά σε αυτούς τους κατατρεγμένους ανθρώπους για να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι το τι περνούν. Πάλι έρχεται στον νου μας και η περίπτωση του Βίνσεντ Βαν Γκογκ, ενός ανθρώπου αγίου της τέχνης, ο οποίος από το δικό του μετερίζι στο θλιβερό Μπορινάζ συμπαραστέκεται ψυχή τε και σώματι στους φτωχούς και ξεχασμένους από τη μοίρα ανθρακωρύχους. 

Ο Όργουελ ήταν ο μόνος που ύμνησε τον Ελληνορουμάνο συγγραφέα Παναϊτ Ιστράτι όταν όλοι τον πολεμούσαν για τις ιδέες του. Ο Νίκος Καζαντζάκης με τον οποίο τους συνέδεε φιλία τον παραμέρισε και δεν τον στήριξε στις δύσκολες στιγμές που πέρασε. Ο Παναϊτ Ιστράτι γράφει τον πρόλογο στην γαλλική έκδοση του βιβλίου του Όργουελ «Οι άθλιοι του Παρισιού και του Λονδίνου», ένα βιβλίο που τον ενθουσίασε δικαιολογημένα. «…όπως και για τον Γκόρκι, οι αλήτες αποτελούν τον κόσμο του Όργουελ, τον οποίο όμως εγώ ελάχιστα γνώρισα, καθώς η μεσογειακή λεκάνη, η επικράτειά μου, έχει άφθονο ήλιο και υπολείμματα θρέψης αρκετά για ν’ αναγκάζεται ο αλήτης να τρέχει σαν τρελός σε αναζήτηση ενός καταφυγίου κι ενός κομματιού ψωμί». Ο Ιστράτι είναι μια ευγενής ψυχή, είναι τίμιος και γενναιόδωρος, έχει λάβει μάχαιρα και δίδει άρτο επιούσιο με την ψυχή του ολόκληρη. Ο ίδιος βαθιά προδομένος νιώθει πως οφείλει να στηρίξει τον Όργουελ και ο τελευταίος του αποτίνει φόρο τιμής σε κάθε ευκαιρία. «… το La Vache Enragée», είναι ένα έργο που σας κάνει να σκεφτείτε, να συλλογιστείτε πάνω στις πίκρες της ύπαρξης σαν να είναι ένα μυθιστόρημα του Μπαλζάκ, χωρίς όμως να σας αναγκάζει να καταπιείτε τον σχολαστικισμό του Μπαλζάκ».

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ με σθένος και θάρρος περιγράφει τις ζωές των ανθρώπων στα άσυλα, εκεί όπου στοιβάζονται λησμονημένες ψυχές σε μια εποχή έντονων κοινωνικών αναταράξεων, σε μια κοινωνία που κάνει τα στραβά μάτια σε ευγενή αποβράσματα και ξεπεσμένους αριστοκράτες, τους οποίους όμως το όλο σύστημα φροντίζει δεόντως. Όσοι επηρεάζουν καταστάσεις και έχουν εξουσία έχουν φροντισμένη τη φωλιά της ύπαρξής τους, οι υπόλοιποι θα βρουν ένα άθλιο δωμάτιο σε κάποιο άσυλο και θα παραπεταχτούν σε κάποιο πτωχοκομείο, καθώς όπου φτωχός και η μοίρα του. Φτωχοί και άποροι μόνιμα θύματα μιας κοινωνίας που εθελοτυφλεί μπροστά στη δυστυχία τους, η συμφορά λοιπόν των άτυχων αυτής της ζωής γίνεται σύντομο χρονικό και περνά με θρίαμβο στη λήθη σαν να μην συνέβη τίποτε το συγκλονιστικό. Και όμως η έκρηξη που θα συμβεί κοστίζει τις ζωές σε ανθρώπους, αναλώσιμες όμως ψυχές εργατών σε μια άδικη κοινωνία χωρίς ανθρώπινο πρόσωπο. Η Λούξεμπουργκ είναι λάβρος και δεν φείδεται λόγων καθώς ο προλετάριος καταδιώκεται και η ακρίβεια τον χτυπάει ανελέητα ενώ ο αυτοσεβασμός του και η αξιοπρέπειά του υποχωρούν. 

Ο Γκογκ τέλος σε ένα κείμενο ιδιαίτερα ρηξικέλευθο απευθύνεται στην Αδελφότητα των αλητών. Τα βάζει με την Εκκλησία και τα στερεότυπά της, ενώ χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Αδάμ για να μας επισημάνει πως η δημιουργία του κόσμου δεν είχε τίποτα το νοικοκυρεμένο, γιατί ο αλήτης πρέπει να καταστεί νοικοκύρης. Ο αλήτης είναι ένας περιπλανώμενος Χριστός και ένας αντιστασιακός που μένει μακριά από την ανθρώπινη υποκρισία. «Όπως ο Κύριος των αλητών, ο γιος του ξυλουργού από τη Ναζαρέτ, ο Ιησούς, αγωνίστηκε εναντίον αυτού του κόσμου των αρχιερέων, των Φαρισαίων, των εμπόρων και των πριγκίπων, έτσι και ο αλήτης συνεχίζει αυτόν τον αγώνα χωρίς σταματημό». Ψηλά λοιπόν η σημαία της επανάστασης των αλητών και καλή αντάμωση στους δρόμους θα μπορούσε να είναι το σύνθημα και των τεσσάρων!

«Ο αλήτης ζει ταπεινά, αφού ως ο πιο ασήμαντος από τους ασήμαντους παίρνει το μηδαμινό»

«Η Γη είναι έτοιμη για όλους. Τα πάντα είναι έτοιμα! Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου»