Ο Λέων Τολστόι στην αψεγάδιαστη Άννα Καρένινα έγραφε πως όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες λίγο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους, οι δυστυχισμένες όμως οικογένειες έχουν η καθεμία τη δική της δυστυχία. Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο βιβλίο αυτό καθώς ο αφηγητής, σαν άλλος Κάφκα στη Μεταμόρφωση, μιλά ανοιχτά για την κακοποιητική συμπεριφορά του πατέρα απέναντι τόσο στον ίδιο όσο και στη μητέρα του. Για αυτό τον λόγο, η επέτειος καθίσταται μία εξομολόγηση, μια φωνή αντίστασης απέναντι σε όλα εκείνα τα τοξικά και τα βίαια που στιγματίζουν τη ζωή ενός παιδιού, ενός εφήβου, ενός ενήλικα. Είναι ένα μυθιστόρημα βαθιά συναισθηματικά φορτισμένο, συγκινησιακά φορτωμένο, μια ιστορία γραμμένη από καρδιάς και από ψυχής, ένα χρονικό όπου εκφράζεται η βαθιά ανάγκη να απαγκιστρωθεί ο αφηγητής από συμπεριφορές που του πληγώνουν την ψυχή και την καρδιά.
Μια ιστορία αφηγημένη μέσα από την καρδιά μιας οικογένειας σε κρίση
Για την ιστορία και για την σύνδεση με την Επέτειο, ο Γκρέγκορ, ο ήρωας της Μεταμόρφωσης, αναφέρει πως δουλειά του μοναδική και αποστολή του είναι να κρατήσει τη δουλειά του και αυτό είναι μια αιματοβαμμένη ανάγκη, είναι μια καταπίεση που βιώνει από τη στιγμή που ξυπνάει μέχρι τη στιγμή που αποχωρεί από τη δουλειά του και γυρίζει στο σπίτι του. Γραμμένο το 1915, με ένα ύφος σαφέστατα αυτοαναφορικό, η νουβέλα αυτή γράφεται από τον Κάφκα για τον Κάφκα σε μία εποχή που δημιουργεί την εικόνα του ως συγγραφέα και προσπαθεί να χτίσει αυτό που μέσα του έχει γκρεμιστεί από μία παιδική ηλικία και μία εφηβεία που δεν θέλει να θυμάται. Απέναντι στον σπασμένο του καθρέφτη και το ρημαγμένο του εγώ αντιπαλεύει ένα alter ego μήπως και σώσει αυτό καθαυτό το εγώ του. Έτσι, επιστρατεύει όλα εκείνα τα όπλα που θα τον καταστήσουν βράχο και όχι έρμαιο του εαυτού του έτοιμο να τον κατασπαράξουν οι αναμνήσεις και η τρομοκρατία της συνείδησής του που πυροβολείται συνεχώς από πυρά εσωτερικής φύσης και ενδοοικογενειακής τρομοκρατίας.
Στην επέτειο λοιπόν μοιάζει να επαναλαμβάνεται δραματικά η ίδια συγκυρία, το ίδιο πλαίσιο σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όμοιο με αυτό του Γκρέγκορ, όπου ο πατέρας ασκεί σωματική και λεκτική βία και η μητέρα σε ρόλο ουδέτερου παρατηρητή και θύματος δεν λαμβάνει καμία πρωτοβουλία να προστατεύσει τόσο τον ίδιο τον εαυτό όσο και του γιου της, είναι μια γυναίκα όμηρος, παραδομένη. Είναι μια γυναίκα, η οποία έχει απωλέσει την ικανότητα να αντιδρά και να εκφράζει τις αντιρρήσεις της σε αυτή την όλο και αυξανόμενη κακοποιητική συμπεριφορά του συζύγου της και πλέον έχει γίνει έρμαιο μιας καθόλου φυσιολογικής κανονικότητας που έχει στοιχεία σχεδόν μαζοχιστικά, σαν όλη αυτή η κατάσταση να έχει γίνει δεύτερη φύση της. Ο ρόλος του πατέρα είναι αυτός ενός τέρατος που απλά είναι εκεί για να καταδυναστεύει και να υποβιβάζει τα άλλα μέλη της οικογένειάς του σαν όλο αυτό να του προκαλεί απόλαυση και να τον γεμίζει ως θύτη. Είναι συνεχώς επιθετικός, φέρεται άσχημα, ασκεί βία, λειτουργεί ως μια μορφή εξουσίας και μπορεί να εκτελεί το έργο του δίχως σταματημό αλλά με συνεχή ένταση και σε πλήρη ισχύ.
Ο πρωταγωνιστής φεύγει και εγκαταλείπει το σπίτι της πολλά υποσχόμενης θαλπωρής που ποτέ δεν έφτασε με τραύματα στην ψυχή και την καρδιά, με πληγωμένα φτερά, με διαλυμένο τον εσωτερικό του κόσμο, είναι ένας περιπλανώμενος που αναζητά λίγη από την τρυφερότητα που ποτέ δεν βρήκε σε ένα σπίτι γεμάτο κακές αναμνήσεις. «Το να αποσπάσω τη μητέρα μου από τον πατέρα μου σημαίνει κυριολεκτικά να τη λυτρώσω από την εισβολή με την οποία η φιγούρα του πατέρα μου επιβλήθηκε συστηματικά στο φαντασιακό μας, καίγοντάς μας τον αμφιβληστροειδή με το φλόγιστρο της θυματοποιημένης στάσης του, καταστρέφοντας αμετάκλητα την όρασή μας. Πρώτα απ’ όλα εκείνη, που είχε ήδη την προδιάθεση να μένει στην αφάνεια». Η περιγραφή αυτή είναι καθ’ ολοκληρία όλο το φάσμα μιας οικογένειας σε κρίση που αδυνατεί να βρει ενδοσυνεννόηση και να ορθοποδήσει σε μια σχέση χτισμένη στην αγάπη. Η αγάπη και η έγνοια είναι έννοιες ξένες και αλλόκοτες, είναι μια λέξη πνιγμένη σε ένα περιβάλλον μολυσμένο από λάθος πράξεις που κοστίζουν στην ψυχή και το μυαλό. Ο αφηγητής, αιχμάλωτος και εγκλωβισμένος τόσα χρόνια, αποφασίζει να αποχωρήσει από κάθε στιγμή που τον ενώνει με το δίδυμο, τους γονείς του.
Σε εποχές δύσκολες και δύστροπες, σε εποχές που ζούμε μετά την πανδημία, αυτά που περιγράφει ο αφηγητής είναι σχεδόν φυσιολογικά αφού η ενδοοικογενειακή βία και οι τοξικές συμπεριφορές είναι στα καθημερινά δελτία ειδήσεων, πολλές φορές μάλιστα ακούμε για γυναικοκτονίες, πιο σπάνια για ανδροκτονίες, για παιδιά παραμελημένα, για συντρόφους που απλά ανέχονται καταστάσεις, για παιδιά που σκοτώνουν τους γονείς τους εν βρασμώ ψυχής, με λίγα λόγια, τα κοινωνικά προβλήματα και οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν πιάσει πάτο αναδεικνύοντας πως οι πάλαι ποτέ οικογενειακοί δεσμοί έχουν διαρραγεί. Είναι βέβαιο πως στην εποχή της τεχνολογικής εξέλιξης και των κοινωνικών δικτύων όλα αυτά ακούγονται και προβάλλονται περισσότερο, επειδή ο καθένας μπορεί πια να μοιραστεί μαζί μας και δημόσια την δική του πικρή ιστορία. «Δεν μου είναι ακόμη ξεκάθαρο αν ο πατέρας μου πράγματι χτύπησε τη μητέρα μου, αν και στα αρχεία της Αστυνομίας θα πρέπει οπωσδήποτε να υπάρχει κάποιο ίχνος της τηλεφωνικής κλήσης, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, με την οποία ο γείτονας – εκείνος του οποίου τη γυναίκα θα τιμωρούσε ο πατέρας μου με έναν καρκίνο, εξαιτίας αυτής της ιστορίας – ζητούσε την επέμβαση της αστυνομίας, επειδή άκουγε ουρλιαχτά και ξύλο από το διαμέρισμά μας».
Η αφήγηση είναι σπαρακτική και αγγίζει τα όρια αρχαίας τραγωδίας, είναι η προσωπογραφία που φιλοτεχνεί ο αφηγητής σαν επρόκειτο για τη δική του οικογένεια ή για μια οικογένεια που γνωρίζει ενδεχομένως – όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά – αλλά ίσως και μια οποιαδήποτε οικογένεια για την οποία απλά έτυχε να διαβάσει. Σε κάθε περίπτωση, η αφήγηση είναι εξαιρετικά διδακτική για τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να λειτουργούμε σε μια κοινωνία και σε έναν μικρόκοσμο, όπως είναι η οικογένεια, ώστε να μην επιστρέψουμε σε όρους ζούγκλας.
«Αυτό που συνέβη είχε ήδη συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν, χωρίς ποτέ η βία να γίνει υλική και άρα ορατή, χωρίς σπασμένα γυαλιά ή την αστυνομία. Τουλάχιστον τώρα μπορούσε κανείς να αντιδράσει, συμμαζεύοντας»



