Όσες εκδόσεις των βιβλίων του Παπαδιαμάντη και αν προκύψουν, τόσο μεγαλύτερο θα είναι το κέρδος για το αναγνωστικό κοινό και αυτό γιατί πάντα θα αναδεικνύεται το μεγαλείο των αφηγήσεών του και των μηνυμάτων προς τις επερχόμενες γενιές. Ποτέ δεν θα πάψει να είναι ο πατέρας της ελληνικής λογοτεχνίας, ένας φάρος των γραμμάτων και των τεχνών, γιατί η τέχνη του λόγου του είναι κάτι το μοναδικό και αξεπέραστο, του οφείλουμε τόσα πολλά, φωτίζει το μέσα μας και μας θυμίζει τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, της παγκόσμιας και οικουμενικής που ανήκει σε όσους την αγαπούν και την υπηρετούν. Αυτός ο κοσμοκαλόγερος που δεν γνώρισε παρά λίγες χαρές, κλεισμένος στο νησί του και αφιερωμένος στη συγγραφή και την μετάφραση – μην ξεχνάμε πως μετέφρασε τους σπουδαιότερους εκ των ξένων συγγραφέων – μας άφησε ένα έργο, το οποίο δεν πάψουμε να θαυμάζουμε και θα το έχουμε ως εγχειρίδιο ζωής εις το διηνεκές. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως από τις εκδόσεις Αιώρα κυκλοφορούν τα έργα του σε τόσες διαφορετικές γλώσσες, αναδεικνύοντας την οικουμενικότητά του και την παγκοσμιότητα του έργου του.
Διηγήματα που μας θυμίζουν πόσο οικουμενικός είναι ο κυρ Αλέξανδρος
Η Βασιλική Λαμπροπούλου, η οποία έχει επιμεληθεί την εισαγωγή της έκδοσης γράφει χαρακτηριστικά: «Στο έργο του η προσήνεια και η κατανόηση για τους ήρωές του – και κατ’ επέκταση για τα παθήματα της ανθρώπινης ψυχής – είναι αδιαλείπτως παρούσες. Αυτό ίσως εξηγεί και την παρηγορητική δύναμη του λόγου του. Ο αναγνώστης το αντιλαμβάνεται διαισθητικά όταν βυθιστεί στον κόσμο των ηρώων του, απλών καθημερινών, αμαρτωλών, αγίων ή σαλών». Ένα από τα πιο εμβληματικά έργα είναι η Φόνισσα και αποτελεί σημείο αναφοράς για κάθε γενιά και για κάθε ηλικία και απαντά σε κάθε εποχή. Είναι τέτοια η γραφή και τέτοια η ιστορία του βιβλίου που ουδείς μπορεί να σταθεί ασυγκίνητος σε ένα έργο που έχει προκαλέσει πλείστες συζητήσεις αλλά και πάρα πολλά ερωτήματα, πολλά από τα οποία παραμένουν αναπάντητα. Γράφτηκε το 1903 και αφηγείται τη ζωή μιας γερόντισσας στο νησί της Σκιάθου από το οποίο κατάγεται και ο Παπαδιαμάντης. Είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας του νησιού μα ο καθρέφτης της κοινωνίας της εποχής επίσης καθώς μαθαίνουμε για τα ήθη, τα έθιμα, τον τρόπο ζωής, την ντοπιολαλιά των ανθρώπων του νησιού. Ο Παπαδιαμάντης είναι ένας χρονικογράφος, ένας παρατηρητής, ένας ψυχολόγος και ένας στοχαστής σε μια κοινωνία όπου συμβαίνουν διάφορα τεκταινόμενα και εκείνος είναι παρών για να τα καταγράψει με την ευαισθησία και την κριτική ματιά που τον διακρίνει.
Στα διηγήματα τα οποία βρίσκουμε σε αυτή την υπέροχα φροντισμένη έκδοση διαβάζουμε το εκπάγλου ομορφιάς διήγημα Όνειρο στο κύμα, μια ελεγεία και ένας ύμνος στην ομορφιά της γυναικείας φύσης. Είναι πραγματικά ένα λογοτεχνικό κέντημα από τον ερωτικό Παπαδιαμάντη που χαρίζει όλη του την μαγεία σε αυτή την ιστορία εμποτισμένη με τρυφερότητα και αγάπη. Ο αφηγητής σαν να βλέπει μια άλλη Αφροδίτη να αναδύεται από τα κύματα περιγράφει την έκπληξή του για το ανθρώπινο πλάσμα που έχει ενώπιόν του. Είναι εντυπωσιασμένος, αποσβολωμένος και η χαρά του είναι ανείπωτη από το θέαμα που μόλις έχει πλημμυρίσει τα μάτια του, σαν να χρωστάει στον Θεό για αυτό που του προσφέρει. «Επί πόσον ακόμη θα το ενθυμούμαι εκείνο το αβρόν, το απαλόν σώμα της αγνής κόρης, το οποίον ησθάνθην ποτέ επάνω μου επ’ ολίγα λεπτά της άλλως ανωφελούς ζωής μου! Ήτον όνειρον, πλάνη, γοητεία». Αδυνατεί και ο ίδιος λοιπόν να αντιληφθεί πως αυτό που αντικρύζει είναι πραγματικό και όχι μια οπτασία που αγγίζει τα όρια της παραίσθησης. Η περιγραφή του μας μεταφέρει την ιερότητα της στιγμής που απολαμβάνει, μια στιγμή που σίγουρα ποτέ δεν θα ξεχάσει και θα έχει για πάντα χαραγμένη στο μυαλό του.
Τα άλλα διηγήματα, σε εντελώς διαφορετικό ύφος και πλαίσιο, καθρεφτίζουν την πολυποικιλότητα και την πολυεπίπεδη γραφή του Παπαδιαμάντη. Η Σταχτομαζώτρα θα μπορούσε να είναι αποτύπωση λόγου ενός πίνακα του Γκουστάβ Καγιεμπότ, ένα διήγημα στο ύφος του ρεαλισμού καθώς περιγράφει τη ζωή μιας γυναίκας που παλεύει να φροντίσει τα εγγόνια της ώστε να μην τους λείψει το φαγητό από το τραπέζι. Στον ξεπεσμένο Δερβίση, περιγράφει έναν άνθρωπο που ρέπει προς την παρακμή και εξυμνεί το δράμα της ύπαρξής του ενώ την ίδια στιγμή δείχνει επίσης τον σεβασμό του Παπαδιαμάντη σε έναν αλλόθρησκο. Στα Πτερόεντα δώρα, όπως είναι και ο τίτλος του διηγήματος, ο Παπαδιαμάντης κατακρίνει και στηλιτεύει τον υλισμό που είχε ήδη αρχίσει να δείχνει τα δόντια του από την εποχή του. Η απληστία του ανθρώπου για τον πλούτο και το χρήμα δεν έχει άλλωστε εποχή και κρατά τον άνθρωπο φυλακισμένο και αιχμάλωτο της ύλης απομακρύνοντάς τον από την φύση και το θείο που θα έπρεπε να τον κατακλύζει για να σωθεί.
Ο Παπαδιαμάντης είναι ο Σκιαθίτης μοναχός της συγγραφής, ο περίφημος κοσμοκαλόγερος, όπως είναι περισσότερο γνωστός, ένας άγιος της λογοτεχνίας θα μπορούσαμε να πούμε δίχως υπερβολή. Το σπίτι του πια έχει μετατραπεί σε μουσείο, το οποίο κάθε χρόνο επισκέπτονται πολλοί άνθρωποι για να έρθουν σε επαφή με το φτωχικό δωμάτιο όπου και συνήθιζε να γράφει τα πολύ σπουδαία βιβλία που όλοι εμείς σήμερα διαβάζουμε. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι προφανώς εντελώς διαφορετική από τη δική μας καθομιλουμένη καθώς γράφει στην καθαρεύουσα, μια γλώσσα σχεδόν ξεχασμένη, η οποία όμως θυμίζει πολύ τα αρχαία ελληνικά. Η ανάγνωση των βιβλίων του Παπαδιαμάντη μπορεί να δυσκολέψει πολλούς και να τους ξενίζει η γραφή και το ύφος, ωστόσο είναι μια πολιτιστική κληρονομιά που δεν πρέπει να χαθεί επ’ουδενί γιατί λαός χωρίς παρελθόν ίσον λαός χωρίς μέλλον.
Ο Παπαδιαμάντης με τα βιβλία του και τα γραπτά του εν γένει είναι αυτός που ανάθρεψε γενιές και γενιές και τα βιβλία που βρίσκουμε σήμερα στα βιβλιοπωλεία και τις βιβλιοθήκες είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με έναν άλλο θείο κόσμο τον οποίο καταγράφει μέσα από βιβλία όπως η Φόνισσα εν προκειμένω και ο Έμπορος των Εθνών. Μας αποστομώνει με τον λόγο που εκφέρει, με τις εικόνες που διαμορφώνει μέσα από τους χαρακτήρες που μόνον εκείνος θα μπορούσε να πλάσει σε μία τροχιά γλωσσολογική που αγγίζει ψαλμωδία, μια γλώσσα τόσο αρχέγονη, τόσο μοναδική. Έχει αρχαίες και βυζαντινές κυρίως καταβολές, είναι δωρικός σαν τους κίονες του Παρθενώνα και είναι πάντα λιτός, έτσι ακριβώς όπως επέλεξε να ζήσει ολόκληρη την ζωή του.
«Δεν ήτο βάρος εκείνο, το φορτίον το ευάγκαλον, αλλ’ ήτο ανακούφισις και αναψυχή. Ποτέ δεν ησθάνθην τον εαυτόν του ελαφρότερον ή εφ’ όσον εβάσταζον το βάρος εκείνο… Ήμην ο άνθρωπος, όστις κατώρθωσε να συλλάβη με τας χείρας του προς στιγμήν εν όνειρον, το ίδιον ονειρόν του…»



