Κάθε πόλεμος έχει τα θύματά του, κάθε πόλεμος αφήνει πληγές. Κάποτε ένας ιστορικός είχε πει πως οι πόλεμοι είναι απαραίτητοι και αναγκαίοι. Ο Πίτερ Φλαμ στο βιβλίο του Εγώ; είχε επιβεβαιώσει αυτή την παραδοχή με τις δικές του λέξεις: «Αν το κακό που υπάρχει στον κόσμο τρέφεται με τη ζωή μας, χωρίς αυτή θα λιμοκτονήσει και θα πεθάνει. Γι΄αυτό είναι μεγάλη ανάγκη να το σκοτώσουμε, γι’αυτό κάθε πόλεμος είναι καλός. Γιατί κάθε θάνατος μας φέρνει πιο κοντά σ’αυτό το σκοπό!». Στο ιδιότυπο αυτό μυθιστόρημα που συνδυάζει ιστορία και φαντασία και όπου οι αλήθειες συντρίβουν και τα συμβάντα γράφουν ιστορία, περιγράφεται η φύση ενός ανθρώπου διαλυμένου από τα πυρά του πολέμου, ενός ανθρώπου που κυκλοφορεί χαμένος χωρίς ταυτότητα, χωρίς υπόσταση γιατί αυτή του εκλάπη από την κόλαση του πολέμου. Πώς είναι άραγε να αντέχεις να ζεις χωρίς να γνωρίζεις από πού προέρχεσαι και πού βρίσκεσαι; Πως είναι δυνατόν να προχωράς χωρίς μνήμη, χωρίς καν την παραμικρή ιδέα για το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεσαι μετά το πέρας του πολέμου, ποια είναι η θέση σου στον κόσμο, ποιοι είναι οι γύρω σου;
Μια επιστράτευση και ένας βομβαρδισμός αλλάζουν τη ζωή ενός ανθρώπου και εκείνος το εκφράζει γράφοντας
Ο Κερτ Βόννεγκατ υπήρξε από τους τυχερούς εκείνους ανθρώπους που επέζησε από τον βομβαρδισμό της Δρέσδης από τις συμμαχικές δυνάμεις, έναν βομβαρδισμό φρικτό και σίγουρα αχρείαστο καθώς μια ολόκληρη πόλη διελύθη και κατεστράφη εις τα εξ ων συνετέθη. Πρόκειται για έναν βομβαρδισμό, όπου δεν έμεινε σχεδόν τίποτα όρθιο και σκοτώθηκαν πάνω από 140.000 άνθρωποι. Ο πόλεμος αυτός στοίχισε τη ζωή σε πολλά αθώα θύματα με ελάχιστους επιζώντες, οι οποίοι εκδήλωσαν το περίφημο μετατραυματικό άγχος με εφιάλτες και σκηνές να στοιχειώνουν τις ζωές τους για πολύ μεγάλο διάστημα. Από τα όσα περιγράφει και καταγράφει σε αυτό το σκληρό μα τόσο αυθεντικά δοσμένο μυθιστόρημα, ο Βόννεγκατ αποφάσισε να γράψει το βιβλίο αυτό εξαιτίας των όσων βίωσε ύστερα από αυτό το βάρβαρο γεγονός. Αποφάσισε να γράψει για τους ίδιους ακριβώς λόγους που έγραψε ο Σάλιντζερ το δικό του βιβλίο Ο φύλακας στη σίκαλη ή ακόμα ο Χέμινγουεϊ και ο Όργουελ τα δικά τους βιβλία με αναφορά στον Ισπανικό εμφύλιο.
Ο σπουδαίος Γάλλος ποιητής και συγγραφέας Πωλ Βαλερύ είχε γράψει κάποτε – και είχε δίκιο – πως πόλεμος είναι όταν αλληλοσκοτώνονται άνθρωποι που δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, επειδή κάποιοι άλλοι, που γνωρίζονται καλά μεταξύ τους, δεν κατάφεραν να συνεννοηθούν. Αυτή λοιπόν τη ζοφερή πραγματικότητα περιγράφει ο συγγραφέας χαρίζοντας στον αναγνώστη την ευκαιρία να μάθει τι συνέβη εκείνη την αποφράδα ημέρα αφού βέβαια είχε προηγηθεί η κράτηση τόσων ανθρώπων από τις γερμανικές δυνάμεις των Ες Ες ως αιχμάλωτοι πολέμου σε μέρος όπου λίγοι γνώριζαν. Αυτό το μέρος ήταν ένα σφαγείο και αυτό αποφάσισε να κρατήσει ως τίτλο ο συγγραφέας ως έναν απόλυτο συμβολισμό στα όσα πέρασε. Ο συγγραφέας δίνει τη θέση του στο λογοτεχνικό του εαυτό, τον οποίο και έχει ονομάσει Μπίλλυ Πίλγκριμ, έναν περιπλανώμενο νέο, ο οποίος ξεκίνησε τη ζωή του με όνειρα αλλά η αρχή του πολέμου τον βρήκε να επιστρατεύεται και άλλαξε άρδην όλο του τον βίο.
«Ελπίζω ότι αυτό το μικρό βιβλίο θα φανεί χρήσιμο. Επιχειρεί να προσφέρει στο αγγλόφωνο κοινό μια πανοραμική άποψη του πώς η Δρέσδη έγινε όπως είναι σήμερα όσον αφορά την αρχιτεκτονική της · πώς διεύρυνε τους μουσικούς της ορίζοντες, χάρη στην ιδιοφυία λίγων ανθρώπων, και έφτασε στη σημερινή της άνθηση · φέρνει επίσης στο προσκήνιο ορισμένα σταθερά ορόσημα στην τέχνη που κάνουν την πινακοθήκη της καταφύγιο όσων επιζητούν ανεξίτηλες εντυπώσεις» γράφει ο Βόννεγκατ στο εισαγωγικό πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου προσπαθώντας να δώσει το στίγμα των όσων θα ακολουθήσουν. Διότι η ιστορία του είναι τόσο αληθινή και τόσο ωμά δοσμένη που δεν υπάρχει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης των όσων έλαβαν χώρα στη Δρέσδη εκείνη την εποχή. Το χειρότερο όλων είναι πως ουδείς έμαθε από αυτό το φρικτό γεγονός όπως άλλωστε και από τους βομβαρδισμούς εν γένει και εν συνόλω καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου και από τις δύο πλευρές. Το κακό που προξενήθηκε, ο πόνος και η οδύνη δεν περιγράφονται με λόγια, η φρίκη είναι ανείπωτη και στοιχειώνει τους ζωντανούς.
Ο Βόννεγκατ με το φανταστικό στην ιστορία του προσπαθεί να ξεγελάσει το δικό του πόνο και επιστρατεύει ένα μαύρο χιούμορ για να καταδείξει ίσως πως αυτός ο κόσμος είναι μη ανεκτός ενώ παράλληλα μαστιγώνεται από τις μνήμες που δεν τον αφήνουν να ησυχάσει ούτε στιγμή, σαν το λιμάνι που δεν βρίσκει νηνεμία. Ο Μπίλλυ ύστερα από τα όσα βίωσε παθαίνει νευρικό κλονισμό και ζει σε ένα παράλληλο σύμπαν όπου φαντάζεται τα πάντα, ο εφιάλτης του τώρα μόλις ξεκινάει. Η απαγωγή από εξωγήινους είναι κάτι τραγελαφικό, είναι μεταφυσικό μα συνάμα τρομακτικό. Ξαναζεί με τους δαίμονές του, είναι αυτοί που ουσιαστικά τον έχουν απαγάγει και τον έχουν μεταφέρει σε έναν τόπο όπου συνεχώς βασανίζεται, σαν η κόλαση του πολέμου να μην σταμάτησε ποτέ. Ο Βόννεγκατ γράφει αυτό το μυθιστόρημα εν έτει 1969, σε μια εποχή όπου ο Ψυχρός πόλεμος ήταν γεγονός και όπου οι κρίσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης έδιναν και έπαιρναν. Επίσης, το τέλος του πολέμου δεν ήταν και πολύ μακριά, μόλις 25 χρόνια πριν και άρα οι μνήμες ήταν ιδιαίτερα νωπές, ειδικά για αυτούς που είδαν τον θάνατο, του συστήθηκαν μα αυτός δεν τους επέλεξε.
Πενήντα πέντε χρόνια αργότερα, το βιβλίο αυτό παραμένει μια γροθιά στο στομάχι και μια υπενθύμιση πως οι πόλεμοι δεν είναι λύση. Στην εποχή της τεχνολογικής εξέλιξης και της ήδη υπάρχουσας τεχνητής νοημοσύνης πώς είναι δυνατόν οι άνθρωποι να λύνουν ακόμα τα προβλήματά τους όχι με διάλογο αλλά με όπλα, μάλλον δεν έχουν διαβάσει βιβλία όπως αυτό όπου ο όλεθρος και η καταστροφή έχουν χέρια και πόδια, έχουν όνομα και επίθετο, έχουν σάρκα και οστά. Ο Βόννεγκατ παραμένει -και θα παραμένει δικαίως- ένας από τους πιο επιδραστικούς συγγραφείς του 20ου αιώνα, ενός αιώνα που στέρησε τόσο άδικα ζωές και είδε όνειρα να τσαλαπατιούνται κάτω από χιλιάδες ερείπια.
«Ο Μπίλλυ γύρισε από το απόλυτο σκοτάδι στο απόλυτο φως και βρέθηκε ξανά στον πόλεμο, ξανά στο κέντρο απολύμανσης. Το ντους είχε τελειώσει. Ένα αόρατο χέρι είχε κλείσει το νερό»



