Η ιστορία άραγε γράφεται από αυτούς που λένε σε όλα ναι και είναι υποτακτικοί ή από εκείνους που λένε όχι και αντιστέκονται σε προσταγές και εντολές; Η αλήθεια βρίσκεται πάντα κάπου στη μέση, είναι η περίφημη μέση οδός την οποία είχε υπερασπιστεί στο γλωσσολογικό ζήτημα ο Αδαμάντιος Κοραής. Στην περίπτωση βέβαια του Μπάρτλμπι όσο και σε άλλες περιπτώσεις καταπίεσης – ιστορικά έχει αποδειχθεί πολλάκις – δεν υπάρχει παρά το όχι και μάλιστα να είναι σθεναρό και γενναίο ώστε να προκύψουν αποτελέσματα τέτοια που θα επιφέρουν αλλαγές σε μια κατάσταση προβληματική και ανελεύθερη. Οι επαναστάσεις είναι αυτές που πολλές φορές φέρνουν αποτέλεσμα και παράγουν καταστάσεις ώστε να αλλάξει ένα βάναυσο καθεστώς, ανά τους αιώνες αυτό έχει επιβεβαιωθεί ουκ ολίγες φορές. Μπορεί κάποιος να είναι για πάντα πειθήνιος και να μην προβάλει ποτέ αντιρρήσεις σε ό,τι και αν του συμβαίνει, πόσο μάλλον όταν αυτό είναι άδικο; Πόσο μάλλον σε ένα περιβάλλον εργασίας όπου πολλές φορές τα αιτήματα είναι παράλογα, ανήθικα, παρωχημένα, λανθασμένα.
Ένας υπάλληλος που έχει μάθει να εκτελεί εντολές ξαφνικά αποφασίζει να δηλώσει την παρουσία του
Ο Μπάρτλμπι ανακοινώνει κατά μια έννοια τον κύριο Κ. στη Δίκη του Φραντς Κάφκα, είναι ο άνθρωπος που επαναστατεί μέσα του και αποφασίζει δίχως κάποια ιδιαίτερη αιτία να πάει ενάντια σε κάθε τι του προστάζει ο προϊστάμενός του. Είναι άραγε το ξύπνημα του θηρίου που αποφασίζει να βγει από το κλουβί στο οποίο τον έχουν αιχμαλωτίσει, είναι μια πράξη αντίστασης απέναντι σε αυτούς που τόσα χρόνια τον είχανε έρμαιο και όμηρο των προθέσεών τους; Ο Μέλβιλ περιγράφει ένα ολόκληρο σύστημα της εποχής του, μια κατάσταση όπου οι εργαζόμενοι δεν έχουν αποκατεστημένα ούτε τα βασικά τους εργασιακά δικαιώματα και άρα δεν έχουν άλλον τρόπο παρά να είναι απόλυτα υποτακτικοί και υπάκουοι στα αφεντικά τους ώστε να μην χάσουν τη δουλειά τους από την οποία βιοπορίζονται. Οι πρώτες εργατικές επαναστάσεις και οι πρώτες απεργίες θα αργήσουν να αποφέρουν καρπούς ώστε να θεσμοθετηθούν τα θεμέλια του εργατικού δικαίου και οι εργαζόμενοι να έχουν όχι μόνο υποχρεώσεις αλλά και δικαιώματα στην εργασία τους.
Ο Μπάρτλμπι θεωρούνταν ουσιαστικά ένας κατώτερος υπάλληλος, ένας εργαζόμενος μειωμένης τόσο ευφυίας όσο και αποδοτικότητας, ήταν κατά βάση ένας εργαζόμενος δεύτερης τάξης ή και τρίτης και η συμβολή του στην διεκπεραίωση των καθημερινών εργασιών ήταν επουσιώδης και για αυτό αντιμετωπιζόταν με τρόπο σχεδόν απαξιωτικό. «Είχα έναν χλωμό νεαρό γραφέα που τον έλεγαν Μπάρτλμπι, είχε το τραπέζι του, αντέγραφε για μένα με τη συνήθη αμοιβή των τεσσάρων σεντς το φύλλο (εκατό λέξεις), αλλά είχε εξαιρεθεί επί μονίμου βάσεως από το να αντιπαραβάλλει τη δουλειά του, καθήκον που είχε μεταφερθεί στον Γάλο και στον Δαγκάνα, ελέω φυσικά της ανώτερης οξυδέρκειάς τους» γράφει ο Μέλβιλ για λογαριασμό του κεντρικού ήρωά του. Μας παρουσιάζει λοιπόν εξαρχής έναν γραφέα όχι και τόσο σημαντικό, έναν γραφέα που απλά εκτελούσε εντολές σαν να ήταν μια άβουλη μηχανή. Κάθε ον όμως έχει και αυτό τα όριά του, τις κόκκινες γραμμές του, ουδείς γνωρίζει πως από ανδρείκελο μπορεί να μεταμορφωθεί σε ένα ον με βούληση που παίρνει τη ζωή στα χέρια του και αναλαμβάνει δράση.
Ο Μπάρτλμπι θα μπορούσε να είναι ο καθένας από εμάς, ο άλλος εαυτός μας ενδεχομένως που θα αποφάσιζε μια μέρα σκασμένος και απογοητευμένος από όλους και από όλα να ορθώσει το ανάστημά του και να αποφασίσει δίχως προφανή λόγο να ζητήσει περισσότερα από αυτά που του αναλογούν και να σταματήσει να νιώθει θύμα ανάμεσα σε θύτες που τον εκμεταλλεύονται διαρκώς. Ο Μπάρτλμπι είναι η φωνή εκείνη του κάθε ανθρώπου που νιώθει καταπιεσμένος και ορμώμενος από έναν καθωσπρεπισμό δεν εκφράζεται ωσότου έρθει εκείνη η στιγμή που η υπομονή του εξαντλείται και δεν αντέχει άλλο τις υπάρχουσες συνθήκες εργασίας. Οπότε, υπό αυτό το πρίσμα ο Μπάρτλμπι είναι μια δύναμη αντίστασης, μια κεντρομόλος δύναμη που εκπροσωπεί τις πιο μύχιες επιθυμίες μας και ένα υποδόριο εσωτερικό μας μέτωπο το οποίο μας καλεί να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας. Έχει λοιπόν φιλοσοφικές προεκτάσεις το έργο του Μέλβιλ για αυτό και συγκαταλέγεται στα σπουδαία κείμενα, η νέα μετάφραση δε του Γιώργου Καράμπελα προσδίδει έναν νέο αέρα στο κείμενο και με τα επιλεγόμενα του άξιου Φιλήμονα Πατσάκη ο αναγνώστης νιώθει κερδισμένος πέρα για πέρα.
«Θα προτιμούσα όχι» είναι η απάντηση του υπαλλήλου Μπάρτλμπι σε κάθε ερώτηση του εργοδότη του. Ο Φιλήμονας Πατσάκης εμμένει πολύ σε αυτή την φράση του Μέλβιλ που είναι ουσιαστικά και το σημείο αναφοράς και μας εξηγεί τα παρακάτω: «Ο Μπάρτλμπι παραμένει διαρκώς επίκαιρος. Κάθε φορά που διαβάζουμε την πλέον περίφημη φράση του, κάθε φορά που νιώθουμε την αμηχανία και τον αιφνιδιασμό εκείνου που εκφέρει την εντολή χαμογελάμε – γιατί μας αφορά, μας μιλά, μας προκαλεί να τολμήσουμε να το δοκιμάσουμε». Τι συμβαίνει τελικά στον Μπάρτλμπι και ξαφνικά εξανίσταται, τι διενεργείται εντός του και καίγεται από αυτή την ανάγκη να φτάσει στα άκρα και να αρνηθεί ακόμα και την πληρωμή του καθιστώντας τον εργοδότη του σχεδόν ένοχο για την στάση του; Ο Μπάρτλμπι με την στάση του υπομένει τα πάντα και υποφέρει ουσιαστικά υπερασπιζόμενος την θέση του να μην δεχτεί πια τίποτα. Μένει άβουλος και το μόνο που πράττει είναι να αρνείται κάθε βοήθεια, μένει ουδέτερος και απλά επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία την ίδια φράση σαν να πάσχει από κάτι, σαν να είναι άρρωστος από την ίδια του την στάση. Θυμίζει λίγο τον ήρωα του Τσέχοφ από τον Θάλαμο αριθμό 6, όταν ο γιατρός μετατρέπεται, ύστερα από την συναναστροφή με τον ασθενή του, ο ίδιος σε ασθενή και τελικά δεν συνέρχεται ποτέ.
Μεγαλειώδες κείμενο και εξαιρετική η νέα έκδοση από την Έρμα, είναι η απόδειξη πως τα μεγάλα κείμενα ακόμα και την εποχή της ανεξέλεγκτης τεχνητής νοημοσύνης παραμένουν αυθεντικά και μας παρέχουν ένα ολόκληρο σύμπαν σκέψης και στοχασμού όταν όλα γύρω μοιάζουν να καταρρέουν. Η λογοτεχνία λοιπόν έχει τον τρόπο και το κλειδί να είναι η ίδια πράξη αντίστασης.
«Μπάρτλμπι», είπα μπαίνοντας στο γραφείο με μια φιλήσυχα αυστηρή έκφραση, «είμαι πολύ δυσαρεστημένος. Έχω απογοητευτεί Μπάρτλμπι. Είχα καλύτερη άποψη για σένα. Σε θεωρούσα τζέντλεμαν, πίστευα πως σε κάθε ευαίσθητο δίλημμα θα αρκούσε μια απλή νύξη – μια αυτονόητη παραδοχή, δηλαδή. Φαίνεται όμως ότι έκανα λάθος. Μα εσύ», πρόσθεσα, με μια έκπληξη εντελώς ανυπόκριτη, «ούτε καν τα χρήματα δεν άγγιξες ακόμα», δείχνοντάς τα ακριβώς εκεί όπου τα είχα αφήσει το προηγούμενο βράδυ»

Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Paris X Nanterre στο Παρίσι. Είναι κάτοχος Master of Arts in Management and Administration από το Bocconi School of Management του Μιλάνου. Ως ανεξάρτητος Ιστορικός τέχνης ασχολήθηκε με την οργάνωση εκθέσεων σε γκαλερί και χώρους τέχνης με την συμμετοχή αποκλειστικά νέων καλλιτεχνών. Αρθρογραφεί ως κριτικός βιβλίου, διοργανώνει διαλέξεις για τέχνη και είναι ο ιθύνων νους πίσω από το bookfeed. Εργάζεται στο χώρο του βιβλίου και πιο συγκεκριμένα στο Nakas bookhouse της Πανεπιστημίου ως σύμβουλος βιβλίου.


