Αυθεντικός λαϊκός ζωγράφος της ελληνικής παράδοσης, αφοσιώθηκε στην τέχνη του και την αγάπησε σαν παιδί του (Γράμμα στον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ)

Αυτός ο τόπος δεν γέννησε μόνο μεγάλους αστικούς ζωγράφους σαν τον Νικηφόρο Λύτρα, τον Νικόλαο Γύζη, τον Γιάννη Μόραλη και τόσους άλλους επιφανείς ζωγράφους. Γέννησε και σένα Θεόφιλε, υμνητή του Ορφέα και πνευματικέ άνθρωπε που μέσα από την παρουσία σου σε αυτόν το μάταιο κόσμο μας χάρισες τέτοια ζωγραφικά έργα που όλοι, ακόμα και ξένοι, σε ύμνησαν για την ιδιαιτερότητα του ύφους σου. Σήμερα οι επισκέπτες μένουν ενεοί μπροστά στις τόσο καθάριες τοιχογραφίες σου, μια καθαρότητα πνεύματος και ψυχής. Ο πατέρας σου σου έμαθε την τέχνη του παπουτσιού, αφού ήταν τσαγκάρης και την υπηρέτησες για πολλά χρόνια για να έχεις κάτι από το οποίο να βιοπορίζεσαι. Μήπως όλοι οι ταλαιπωρημένοι δημιουργοί αυτού του κόσμου με τα λίγα δεν τα έβγαζαν πέρα και μάλιστα ποτέ δεν ζήτησαν παρά λίγα γιατί δεν τους ενδιέφεραν τα πολλά; Πεινασμένοι, φτωχοί και δίχως πού την κεφαλή κλίναι έζησες και εσύ τη ζωή σου, να κοιμάσαι σε αχυρώνες σαν τον μικρό Χριστό. Τέτοιος γνήσιος καλλιτέχνης υπήρξες και εσύ, θαυμαστός, ακαταπόνητος, καλοσυνάτος, γενναίος και ας γράφτηκες στους καταλόγους του ελληνικού στρατού για να πολεμήσεις στο μέτωπο δίχως να γνωρίζει το τί και το πώς. Δεν είχες μέσα σου παρά αφοσίωση και μια ευγενική αφέλεια χωρίς να είσαι διόλου αφελής μα σοφός. Εργατικός και εμπνευσμένος, δεξιοτέχνης και εκλεκτός τεχνίτης βρήκες στη ζωγραφική όλο σου το είναι, ανάκτησες τον χαμένο χρόνο και επιδόθηκες, σαν τον Χαλεπά, να επιδείξεις το ταλέντο σου κυρίως στην τοιχογραφία μα και στο ύφασμα. Γράφτηκαν πολλά για σένα ακόμα και στο εξωτερικό και το έργο σου αποτέλεσε σημείο αναφοράς σε σημείο να σε συγκρίνουν με ξακουστούς ζωγράφους της δυτικής ζωγραφικής και τέχνης. Άξιος εκπρόσωπος της ψυχής σου που εκλιπαρούσε για ανάταση και δημιουργία δεν σταμάτησες ούτε στα γεράματά σου να απαντάς σε καλέσματα για να ζωγραφίσεις. Άκακος ανάμεσα σε κακούς, σαν πρόβατο ανάμεσα σε λύκους, περπατούσες αθόρυβα αγκαλιά με το δικό σου προσωπικό θαύμα και κανείς δεν σε άγγιζε, άφηνες τους άλλους να σε κοροϊδεύουν. Με τη γνήσια ελληνική φορεσιά, με το περήφανο μουστάκι σου και συντροφιά τη μητέρα σου που σε φρόντιζε και την φρόντιζες αφοσιώθηκες στον ρόλο σου μιας και όλοι οι άλλοι είναι πιασμένοι όπως μας αναφέρει και ο έτερος εκκεντρικός πλην τίμιος Όσκαρ Ουάιλντ. Δεν ταξίδεψες παρά στην ελληνική ύπαιθρο και δεν είδες από κοντά περίφημους πίνακες ή άλλα έργα για να έχεις μια βάση να στηριχτείς, μόνος σου πορεύτηκες. Αυτοδίδακτος σαν ο Απόλλωνας και οι Μούσες να υπήρχαν πάντα μέσα σου, ήδη από την γέννα σου, ξετύλιξες τις ιδέες σου και ζωγράφισες τους ήρωές σου με το πινέλο σου. Ζωγράφιζες στα καφενεία, εκεί που χτυπούσε η καρδιά του μέσου και λαϊκού ανθρώπου, που αν και δεν γνώριζε από τέχνη, μπόρεσε έστω και αργά να κατανοήσει την ευφυή και χαρούμενη τρέλα σου, να πίνει τον καφέ του δίπλα σου όσα χρόνια και αν πέρασαν. Δεν παρίστανες ποτέ κάποιον άλλο γιατί δεν απεκδύθηκες την καταγωγή σου, πιστός στις αξίες σου και τα πιστεύω σου, σαν αρχαίος πολίτης της χώρας αυτής ερχόμενος από άλλη εποχή περιπλανήθηκες για να ζήσεις έξω από τα αστικά στερεότυπα και τον καθωσπρεπισμό με συντροφιά την έμφυτη ευγένεια και καλοσύνη σου. Σαν Μιχαήλ Άγγελος πάνω στη σκαλωσιά ζωγράφισες τον κόσμο έτσι όπως εσύ τον αντιλήφθηκες με αγάπη για την ιστορία του τόπου σου. Έφυγες μόνος και κυνηγημένος μα γεμάτος ευτυχία με το χάδι του Θεού να σε αγγίζει όπως ακριβώς δηλαδή εσύ άγγιξες το πνεύμα της παράδοσης. Εσύ Έλληνας μα και Ευρωπαίος ζωγράφος εφάμιλλος του Ανρί Ρουσσώ, με αυτόν σε είχαν παρομοιάσει, του επονομαζόμενου και Τελώνη – αυτό ήταν το επάγγελμά του όπως εσένα παπουτσής – θάμπωσες τους επισκέπτες του Πηλίου και της Λέσβου όπου εδραίωσες το όνομά σου χάρη στις μοναδικά φιλοτεχνημένες ζωγραφιές σου. Το χέρι σου κινούνταν διαφορετικά σαν το λοξά δεξιά που σου έλεγε ο πατέρας σου για τις σόλες των παπουτσιών, όταν μικρός τις έφτιαχνες στο εργαστήριο. Δεν την ξέχασες ποτέ την οδηγία του, δεν ξέχασες ποτέ τα παιδικά φτωχικά σου χρόνια γιατί μέσα σε αυτά ανδρώθηκες. Ο τοίχος ήταν ο δικός σου καμβάς και τα χρώματα, που εσύ μόνος έφτιαχνες και όλοι αναρωτιόντουσαν το πώς, υπήρξαν τα εργαλεία σου. Μα αλήθεια βρε Θεόφιλε ποια ήταν πραγματικά τα υλικά σου, αποκάλυψέ τα έστω και τώρα στον φίλο σου! Η φύση και η ζωή Θεόφιλε αναγεννήθηκαν στα χέρια σου, έλαμψαν και πάλι μέσα από τις ζωγραφιές σου με αυτή την απαράμιλλη και τόσο απλή απεικόνιση. Όπως και οι ήρωες που ανέστησαν την πατρίδα και τους οποίους ύμνησες, εσύ τους απεικόνισες επάξια σε όλο τους το μεγαλείο με μια θεατρικότητα και μια αναπαράσταση πραγματικά αξεπέραστη. Εσύ ο ίδιος άλλοτε μόνος και άλλοτε με συντροφιά παιδιά στεκόσουν απέναντι στον φακό με παραδοσιακές σύγχρονες ή αρχαίες στολές για να χρησιμοποιήσεις ύστερα την φωτογραφία και να αποδόσεις καλύτερα τα πρόσωπα στη ζωγραφιά. Αυτό έκανες σαν Μέγας Αλέξανδρος με τη σάρισα, πιστεύω πως δεν το ξέχασες αυτό το δρώμενο. Θαυμαστός υμνητής ήσουν όμως και ως προς την λιτότητα, δεν επιδόθηκες σε μεγαλοσύνες και κομπορρημοσύνες και έτσι μπόρεσες και μεταμόρφωσες την ελληνική ύπαιθρο και τα καλούδια της σε θαύμα ζωής μακριά από μανιέρες και καλλιτεχνικά στερεότυπα, τα οποία καν δεν γνώριζες. Σεμνός ο ίδιος και ενδεδυμένος με παλιές φορεσιές για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής σου παρέμεινες μοναχικός και πιστός στο πνεύμα και τις πεποιθήσεις σου, μακριά από φανφάρες και ψεύτικες εικόνες. Γνήσιος φυσιολάτρης έζησες μακριά από τους θορύβους της πόλης, ένας μόνιμος περιηγητής στα βουνά και στις κοιλάδες. Γράμματα δεν ήξερες μα ούτε και ο στρατηγός Μακρυγιάννης γνώριζε και όμως έγραψε τα Απομνημονεύματά του, εσύ πάλι εδραιώθηκες με τον λόγο και την αλήθεια που εξέπεμπαν τα χρώματά σου. Η φουστανέλα, την οποία ποτέ δεν αποχωρίστηκες ήταν το σήμα κατατεθέν σου. Σε αποκαλούσαν χρωματιστή στις εφημερίδες μα αυτός ο τίτλος μόνο υποτιμητικός δεν ήταν, εξάλλου η καθαρότητα της ψυχής σου δεν μπορούσε να εγκιβωτιστεί σε κανέναν κοινότοπο τίτλο. Το δικό σου σύμπαν είναι οι μύθοι του Ηρακλή, οι άθλοι του Κατσαντώνη, του γενναίου ήρωα του αγώνα, του Μέγα Αλέξανδρου και βέβαια η δύναμη των ελαιών και την μήλων, η αδιάβλητη δύναμη της ελληνικής φύσης που τόσα μας προσφέρει και ας την πριονίζουμε. Δεν υπηρέτησες παρά μόνο την καρδιά σου και το αστείρευτο ταλέντο σου γιατί τα μάτια σου έβλεπαν καθαρά τον κόσμο χωρίς ιδιοτέλεια και επιφύλαξη. Σαν άνθρωπος των σπηλαίων ερχόμενος από άλλη εποχή άφησες πίσω σου τοιχογραφίες, τις οποίες ο κόσμος θα θαυμάζει για πάντα γιατί αυτές υπήρξαν δική σου επινόηση. Ερωτευμένος με την φύση απεικόνισες ελάφια, κριάρια, φίδια και αρχέγονα στοιχεία που δίκαια σε μάγευαν. Λιοντάρια, πάπιες, χήνες και τίγρεις υπήρξαν οι καθημερινές σου ζωγραφικές συντροφιές, χαμένος σαν σε όνειρο βουκολικό χανόσουν στις φυλλωσιές σαν τον πρωτόπλαστο Αδάμ. Τα τοπία και η φύση ήταν οι αέναες πηγές της έμπνευσής σου ενώ στα έργα σου συμβιώνουν τόσο αρμονικά μορφές της εποχής όπως ο περίφημος σύγχρονος ήρωας Κουταλιανός, αρχαίοι θεοί και ημίθεοι, ένδοξοι ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης αλλά και άγιοι καθώς και άνθρωποι της δικής σου εποχής. Μέσα στον κόσμο σου πορεύτηκες μα λίγοι σε είδαν, τώρα που έσβησαν τα κεριά σου και άναψαν οι πυρσοί της ανθρώπινης δύσης σου ανέτειλε και πάλι το διαχρονικό χαμόγελό σου εις το διηνεκές. Καλή αντάμωσε φίλε μου Θεόφιλε!

——————————————————————————

Ο Θεόφιλος Κεφαλάς Χατζημιχαήλ (1870-1934) γνωστός και ως απλά Θεόφιλος υπήρξε λαϊκός ζωγράφος και αγιογράφος της νεοελληνικής τέχνης. Η παράδοση, η φύση και η ιστορία του ελληνικού τόπου υπήρξαν οι ανεξάντλητες πηγές του έργου του και σε αυτές αφοσιώθηκε μια ολόκληρη ζωή. Απεικόνισε στα έργα του πλήθος ηθογραφικών μα και άλλων σκηνών που ύμνησαν την σύγχρονη αλλά και την αρχαία ιστορία της Ελλάδας. Αντιμετώπισε πολλές φορές την χλεύη των ανθρώπων της εποχής του και λοιδορήθηκε για το γεγονός πως είχε μια δική του φιλοσοφία ζωής ενώ το γεγονός πως κυκλοφορούσε με αμφίεση από την Ελληνική Επανάσταση του 1821 με φουστανέλα και τσαρούχια προκαλούσε το γέλιο των γύρω του. Απομονωμένος και όχι ιδιαίτερα κοινωνικός, λόγω των πειραγμάτων του κόσμου, έζησε μοναχικά με λίγα, καθώς συνήθως ζωγράφιζε με αντίτιμο ένα πιάτο φαγητό και λίγο κρασί.