Στο άρμα της γραφής του και περπατώντας τις κρύες νύχτες στο Λονδίνο δημιούργησε χαρακτήρες και πρόσωπα που πάντα θα αντέχουν στον χρόνο (Γράμμα στον Κάρολο Ντίκενς)

Μεγάλες προσδοκίες, Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, Δύσκολοι καιροί, είναι μόνο μερικά από τα κορυφαία σου μυθιστορήματα, εσένα που λόγω της αϋπνίας σου περπατούσες έξω στο Λονδίνο και αφουγκραζόσουν την ησυχία της πόλης. Έγραφες ο ίδιος πως έχοντας ως πρωταρχικό μου σκοπό να βγάλω τη νύχτα και επιδιώκοντας να τον επιτύχω, ανέπτυξα σχέσεις συμπάθειας με ανθρώπους που κάθε νύχτα, όλο τον χρόνο, είχαν μονάχα αυτό τον σκοπό, και κανέναν άλλο. Βάζεις λοιπόν τον μανδύα του επιθεωρητή και του δημοσιογράφου, του παρατηρητή και του περιπλανητή και περιδιαβαίνεις τους δρόμους και τις περιοχές του Λονδίνου, τις πιο μύχιες και ανεξερεύνητες, για να καταγράψεις σε αυτούς τους περιπάτους σου την κρυφή ζωή ενός άγνωστου Λονδίνου. Εκεί δηλαδή που μικρά παιδιά βιώνουν δύσκολες συνθήκες και παλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί, εκεί που διάφορα αποβράσματα της νυχτερινής ζωής αναμετρώνται σε “μάχες” επιβίωσης υπό το πρίσμα σκοτεινών δράσεων και μιας αστυνομίας που άλλοτε βλέπει και άλλοτε παραβλέπει, εκεί που τα στοιχήματα και ο παράνομος τζόγος δίνουν και παίρνουν υπό τα βλέμματα αδίστακτων περαστικών, έτοιμων για όλα. Ως συγγραφέας του Όλιβερ Τουίστ, των Μεγάλων προσδοκιών και άλλων εμβληματικών μυθιστορημάτων που σε κατέστησαν ορόσημο για την παγκόσμια λογοτεχνία, στα μυθιστορήματά σου σκιαγραφείς όλα αυτά που εσύ ο ίδιος βίωσες και θέλησες να μοιραστείς ως μάρτυρας μιας πολύ δύσκολης παιδικής ηλικίας αλλά και ενός Λονδίνου που στην εποχή σου άκμαζε αλλά πίσω από την κουρτίνα που ο κοινός θεατής δεν μπορούσε να δει, παρήκμαζε. Πέρασες δύσκολα παιδικά χρόνια και όμως τα κατάφερες και βρήκες διαφυγή στη δημοσιογραφία και τις εφημερίδες όπου θήτευσες για να μπορέσεις να ορθοποδήσεις οικονομικά και να βρεις ένα κάποιο καταφύγιο για την ψυχή σου. Γνωρίζω πως υπέφερες σε μέγιστο βαθμό από αϋπνίες, οι οποίες σε κρατούσαν ξάγρυπνο και βρίσκεις σε αυτές τις περιπλανήσεις τα ξημερώματα το καταπραϋντικό σου. Δεν φείδεσαι λόγων, δεν φοβάσαι και τολμάς να περιγράψεις με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια κάθε είδους εγκληματική ή άναρχη δραστηριότητα στα σοκάκια της μεγαλούπολης, εκεί που η ομορφιά συναντά την ασχήμια. Η ζωή σου είναι η ζωή των βιβλίων σου, εκεί όπου ξεδιπλώνεις πολλά στοιχεία από τη δική σου περιπέτεια, σε βιβλία όπως “Η ζωή και οι περιπέτειες του Νικόλας Νίκελμπι” ή “Ιστορία δύο πόλεων”. Ο ποιητής Τόμας Έλιοτ έγραψε για σένα μνημονεύοντάς σε μια για πάντα: “Οι ήρωες του Ντίκενς ανήκουν στην ποίηση όπως τα πρόσωπα στον Δάντη ή στον Σαίξπηρ ͘  γιατί μία και μόνη φράση, δική τους ή σχετικά με αυτά, είναι αρκετή για να τους ενσαρκώσει ολοζώντανα μπροστά μας”. Υπήρξες οδηγός για πολλούς, υπήρξες εμπνευστής για ακόμα περισσότερους και ο λόγος σου διαχρονικός και ζωντανός παραμένει για πάντα αιώνιος, καθώς γενιές και γενιές σε διαβάζουν και σε απολαμβάνουν. Σαν τους ζωγράφους της εποχής σου όπως ο Gainsborough ή ο Turner έβγαινες έξω από το καταφύγιό σου, το σπίτι σου δηλαδή και παρατηρούσες τον κόσμο γύρω σου. Ως ανταποκριτής της νύχτας κυρίως συνέλεγες πληροφορίες για τους απλούς και ανώνυμους ήρωες της καθημερινότητας και τις κατέγραφες όχι μόνο στα μυθιστορήματά σου αλλά και σε μικρά διηγήματα όπως είναι η Ιστορία κανενός. Ακόμα και σε λίγες σελίδες, ο αναγνώστης σου έρχεται σε επαφή με το έργο ενός κορυφαίου λογοτέχνη, ενός δεξιοτέχνη της γραφής που συναρπάζει και αιχμαλωτίζει το κοινό με τη λυρικότητα και την ποιητικότητα που τον διακρίνει. Η φτώχεια, τα βάσανα, η καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, η άδικη εκμετάλλευση των ορφανών, οι περιπολίες των αστυφυλάκων που κάνουν τα στραβά μάτια και άλλα γεγονότα και συμβάντα που συμβαίνουν στα παρασκήνια σε συγκίνησαν ειλικρινά και έτσι μέσω των βιβλίων σου αποφασίζεις να ασκείς κριτική σε ένα Λονδίνο που οφείλει να γίνει πιο ανθρώπινο, πιο συγκαταβατικό, πιο φιλικό και πιο ευγενές για τους ανθρώπους του. Ευαίσθητη ψυχή ήσουν και τότε που πήγες να σώσεις και να βοηθήσεις ανθρώπους όταν το τρένο εκτροχιάστηκε, ήσουν εκεί παρών με όλες σου τις δυνάμεις να συνδράμεις, να φανείς αλληλέγγυος. Ήσουν ένας άνθρωπος ευαίσθητος και ευάλωτος σε συγκινήσεις για αυτό και όταν είχες βιώσει την εμπειρία του χωρισμού από την γυναίκα σου και είχες ερωτευτεί σφόδρα μια κοπέλα πολύ νεότερή σου μέσα σου προκλήθηκε έντονο ρήγμα, ένας σεισμός συναισθηματικός δίχως υπερβολή. Το ατύχημα με το τρένο και η έκθεσή σου στην πιθανότητα του βίαιου θανάτου, οι ενοχές για τη συμπεριφορά σου προς τη σύζυγό σου και αυτός ο φόβος της αποκάλυψης σε συνδυασμό με την κόπωση από την αϋπνία και τους περιπάτους σου υπήρξαν κρίσιμα. Όλα αυτά είχαν στοιχειώσει το μυαλό σου και ήταν συνυφασμένα με τη σχέση σου με το σιδηρόδρομο στα τελευταία χρόνια της ζωής σου λόγω του ατυχήματος. Μετατράπηκες λοιπόν ο ίδιος σε θύμα μιας πραγματικότητας, μιας εσωτερικής διαταραχής που σε οδηγεί μέσω της γραφής να καταγράψεις τον τρόμο που αισθάνεσαι μπροστά σε ένα δεύτερο επικείμενο ατύχημα, να αναμετρηθείς ουσιαστικά με τους φόβους σου αυτούς και να ξεδιπλώσεις το κουβάρι των προβληματισμών σου, των αγωνιών σου. Η γραφή σου λοιπόν εμμέσως πλην σαφώς υπήρξε για σένα το μέσο λύτρωσης και ανακούφισης της αδύναμης πλέον φύσης σου. Με την γραφή σου εξωτερίκευες και εξέφραζες ανοιχτά όλον τον αγωνιώδη πυρετό που νιώθεις εμπρός στο φάντασμα ενός τρένου που κατακρημνίζεται και σε παίρνει μαζί του στον θάνατο. Ο Τολστόι έζησε και αυτός την έννοια του θανάτου και την κατέγραψε ειδικά στα τελευταία χρόνια της ζωής του, άρα δεν είσαι σίγουρα μόνος σε αυτήν τη διαδρομή. Εξάλλου, το επόμενο λεπτό του ατυχήματος βρισκόσουν ανάμεσα στα θύματα και τους τραυματίες για να τους συνδράμεις με τον τρόπο σου και μάλιστα αναγνωρίστηκες από ορισμένους επιβάτες του τρένου ενώ εσύ προφανώς και δεν ήθελες. Είδες όμως και τους νεκρούς ιδίοις όμμασι και φαίνεται πως αυτό σε σημάδεψε και σε στιγμάτισε σε τέτοιο βαθμό που αποφάσισες να το καταγράψεις και να το μεταφέρεις σε διήγημά σου εντάσσοντας στοιχεία φανταστικά. Δέσμιος λοιπόν αυτής της νέας σχέσης, όμηρος των φόβων σου και επιβαρυμένος με αυτό το φορτίο της άστατης και ταραγμένης συναισθηματικής κατάστασης σε μία περίοδο δύσκολης μετάβασης στην οποία βρισκόσουν, τα ταξίδια σε ανάγκαζαν σε συχνές μετακινήσεις, τις οποίες από ό,τι φαίνεται δεν απολάμβανες και τόσο πολύ μετά τα όσα σου συνέβησαν. Μετά το τραγικό ατύχημα, ήσουν πολύ διστακτικός στις μετακινήσεις σου και ζούσες ολοκληρωτικά μέσα σε μία επώδυνη μετατραυματική εμπειρία. Βίωνες ένα διάστημα ιδιαίτερα δύσκολο για σένα και ζούσες μέσα σου τον πόνο των ανθρώπων γιατί εσύ μπορεί να γλίτωσες αλλά οι εικόνες εντυπώθηκαν για πάντα στο μυαλό σου και στριφογύρισαν στον ύπνο σου σαν ερινύες. Έπειτα από τα όσα είδες στα νιάτα σου και στη μέση σου ηλικία τώρα έμελλε να ζήσεις και αυτό το οδυνηρό επεισόδιο, κάτι που σε κατέστησε ακόμα πιο επιρρεπή στη δυστυχία των ανθρώπων. Για αυτό άλλωστε και αδυνατείς να αποδεχτείς όλη αυτή τη δύστυχη και θλιβερή πραγματικότητα και με την γραφή σου είναι σαφές πως βρίσκεις μία ευκαιρία τόσο να εκφράσεις ο ίδιος όλα αυτά που διαπιστώνεις αλλά να προσπαθείς να συνδράμεις στην βελτίωση των συνθηκών που επικρατούσαν την εποχή εκείνη. Λειτουργείς κατά κάποιο τρόπο ιεραποστολικά και σταυροφορικά χωρίς να περιμένεις και πολλά από αυτή σου την αποστολή, δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως η μορφή σου μοιάζει και με αυτή του Δον Κιχώτη. Η πένα σου είναι σκωπτική και πολλές φορές ειρωνική εκτός από αναμφίβολα διεισδυτική ενώ η ακρίβεια των περιγραφών σου εκτός από την διάσταση αλήθειας που ενέχουν, προσφέρουν στον αναγνώστη ένα μεγαλείο από έναν μοναδικό δημιουργό και ράφτη φράσεων. Μέχρι και το τέλος της ζωής σου δεν παύεις να ενδιαφέρεσαι για τον απλό άνθρωπο και συνάμα να εδραιώνεις την κυριαρχία σου στον λογοτεχνικό κύκλο καθώς και στον κοινωνικό ιστό. Αποστολή σου δεν είναι μόνο τα ορφανά όπως έκανες με τον Όλιβερ Τουίστ, βυθίζεσαι και επισκέπτεσαι τα έγκατα της κοινωνίας εκεί που πάσχει το ανθρώπινο γένος, εκεί που θα βρεις τις έκπτωτες γυναίκες, αυτές που έχουν εξοριστεί από την κοινωνία των στερεοτύπων, αυτές που έπεσαν στα δίχτυα του απάνθρωπου και φρικιαστικού εγκλήματος, αυτές που έμεναν απροστάτευτες και εξαθλιωμένες από το ίδιο το σύστημα, μέχρι που εσύ ο ίδιος δημιούργησες μια στέγη για εκείνες γιατί ήσουν φιλάνθρωπος και σπλαχνικός με τους αδύναμους και τους έχοντες ανάγκη. Είχες λοιπόν την πίστη μέσα σου, είχες την θέληση πάνω από όλα να φανείς χρήσιμος με την προσπάθειά σου να σώσεις ό,τι μπορεί να σωθεί από την αξιοπρέπεια αυτών των γυναικών που είχαν γίνει έρμαια και όμηροι κάθε είδους “ανθρώπων” που κοιτούσαν να τις εκμεταλλευτούν και να επωφεληθούν από την ανάγκη τους συντρίβοντάς τες. Εσύ στεκόσουν απέναντι σε κάθε είδους αδικία και χωρίς να παριστάνεις τον άγιο και τον τέλειο άνθρωπο έτρεχες να σβήσεις την ασχήμια, να σκουπίσεις δάκρυα, να χαρίσεις λίγη χαρά και να δώσεις μια χείρα βοηθείας. φροντίζει να συστήσει ένα ίδρυμα όπου θα φιλοξενούνται και θα δέχονται τη φροντίδα ενώ θα έχουν και εκείνες τις συνθήκες διαβίωσης που τους αξίζουν και αυτό σε καθιστά εκτός από μεγάλο λογοτέχνη και ένα μεγάλο ανθρωπιστή. Έναν λογοτέχνη και άνθρωπο που πάντα θα θυμόμαστε για την τρυφερότητα του λόγου του αλλά και της καρδιάς του. Καλή αντάμωση Κάρολε στους παραμυθένιους ουρανούς που βρίσκεσαι τώρα!

—————————————————————————–

Ο Κάρολος Ντίκενς (1812-1870) υπήρξε ένας από τους πιο εμβληματικούς Άγγλους μυθιστοριογράφους καθώς έγραψε πολύ σημαντικά μυθιστορήματα όπως ο Όλιβερ Τουίστ, Ιστορία δύο πόλεων, Μεγάλες προσδοκίες αλλά και ιστορίες για παιδιά, διηγήματα που διαβάζονται τα Χριστούγεννα και σπέρνουν το κλίμα της εορταστικής αυτής περιόδου. Στη ζωή του έπλασε δεκάδες χαρακτήρες μέσα από την προσωπική παρατήρηση και την επαφή που είχε όντας μέλος μιας κοινωνίας με προβλήματα και αγωνίες. Έζησε κατά τη διάρκεια της Βικτωριανής εποχής μέσα σε δύσκολα παιδικά χρόνια και ο ίδιος καθώς ο πατέρας του φυλακίστηκε και τον επισκεπτόταν τακτικά στην φυλακή. Ευτυχώς, δεν άργησε να αναγνωριστεί η αξία της γραφής και της αφήγησής του παρόλο που και ο ίδιος έχει αναφέρει πως στην παιδική του ηλικία θα μπορούσε να είχε παρασυρθεί και να μην είχε την πορεία που όλοι γνωρίζουμε. Αυτό που χαρακτηρίζει το έργο του είναι η σκληρότητα των περιγραφών καθώς επιθυμούσε να μην ωραιοποιεί καταστάσεις αλλά να παρουσιάζει τις ζωές των απλών ανθρώπων.