Γράμμα στο Ναπολέοντα Λαπαθιώτη (Ακούραστε ποιητή άκου…)

Βυθισμένος στις ηδονές πάντα υπήρξες και γεύτηκες λίγες χαρές, μα με την ποίησή σου ξέρεις πως χάραξες πορεία στα γράμματα και πορεύτηκες από πολύ νωρίς, από τα μικράτα σου για πέντε τουλάχιστον δεκαετίες. Πηγαίο ταλέντο, ακούραστος ιππότης των λέξεων, υψηλός πρίγκιπας της αισθητικής εξύψωσης του ανθρώπου, εχθρός της βαρβαρότητας κατά της φύσης και της εκμετάλλευσης των ζώων αρνήθηκες να υποταχτείς, να υποκύψεις, να συμβιβαστείς. Είχες πολύ καλούς φίλους που συναντούσες συχνά και σε πότιζαν κάθε τι που σε έκανε να ξεχνάς την ασχήμια του κόσμου. Ναρκωτικά, τσιγαριλίκια και απολαύσεις ζητούσες, με αυτά και για αυτά ζούσες πάντα. Το σκοτάδι σε σαγήνευε, σε μάγευε, σε πλάνευε σκοτεινέ ιππότη της νύχτας και των αμαρτιών της, στα μονοπάτια της ηδονής μια ζωή περιδιάβαινες μακριά από τα φώτα του κόσμου μα βουτηγμένος μέσα στο έρεβος, εκεί στα σκοτεινά σοκάκια της Αθήνας και των περιχώρων της. Ανδρώθηκες σε αριστοκρατική οικογένεια, λάτρευες την τέχνη του πιάνου και τις τέχνες εν γένει, το πιάνο όμως σε κέρδισε από νωρίς παίζοντας πολλές βραδιές μπροστά σε απαίδευτο κοινό που σε κοιτούσε μην κατανοώντας την ιδιαιτερότητά σου. Μα το τέλος σου ήταν αναπόφευκτο και μόνο από τον Όσκαρ θα μπορούσες να το κλέψεις μπαγαπόντη, αυτόν που τον ζήλευες για την αισθαντικότητά του και δεν είναι διόλου κρυφό πως συγχρόνως τον θαύμαζες. Η λύτρωσή σου ήταν η ποίησή σου, εκείνος ο ατέρμονος διάλογος με τις λέξεις και την απαγγελία που τόσο σε γοήτευε όπως άλλωστε και ο Αλεξανδρινός που πάντα αγαπούσες, δεν αναρωτιέμαι το γιατί, γιατί και για μένα υπήρξε και αποτελεί φάρο. Εξύψωσες τις λέξεις για να γλιτώσεις μέσω αυτών από τον απόκοσμο κόσμο που σε κύκλωνε σαν σύννεφο. Απαρνιόσουν την ανοησία που σε περιέβαλε και ως διαβάτης νυχτερινού τρένου που φεύγει για το πουθενά ακολούθησες το δικό σου δρόμο και πάνω στον θάνατο χάραξες το μονοπάτι σου, την ίδια σου τη μοίρα. Και σαν η μελαγχολία σου χτύπησε για τα καλά τα παραθύρια του σπιτιού σου της άνοιξες και μπήκε μέσα με μένος και σαν χείμαρρος σε πολιόρκησε. Αυτή η ατελείωτη μελαγχολία ήταν το φάρμακό σου, η λύτρωσή σου, η απελευθέρωσή σου θαρρώ και έτσι μπόρεσες και μετατράπηκες στον ιδανικό αυτόχειρα, στον κορυφαίο ραψωδό της ίδιας σου της ακροτελεύτιας πράξης που έγραψε τους τίτλους τέλους για σένα με σένα. Έστησες και σκηνοθέτησες μοναδικά το έργο στο οποίο από νωρίς είχες επιλέξει να είσαι πρωταγωνιστής μα και σεναριογράφος, αυτό που – με το φίλο σου – το Μήτσο (τον Παπανικολάου) δημιούργησες και για το οποίο όρισες δίχως άλλο να είναι η επίσημη αυλαία σου μία μέρα του 1944, γιατί δεν ήθελες να βιώσεις την χρονιά αυτή ζωντανός. Ο αέρας που ανέπνεες τις νύχτες υπήρξε αρκετός και επαρκής για σένα έτσι ώστε να υποφέρεις τη μέρα και όσα συνέβαιναν στο σώμα της. Για τα πάθη σου τι να πω, αφού είχες πει από μόνος σου πως είναι η πιο σημαντική έκφανση της ζωής και πως υπήρξαν για σένα βασικός οδηγός της, με αυτά επέλεξες να δρομολογήσεις κάθε βήμα σου. Δεν στενοχωριέμαι που ανέβηκες στον ανώτατο θρόνο κάπου εκεί στα ουράνια για να συνεχίσεις να σκαρώνεις στίχους, είναι μόνο που έφυγες με μαραμένα μάτια και είμαι βέβαιος πως αυτό όλο και κάτι θα σου θυμίζει αέρινε και ταπεινέ ποιητή. Βαπτίστηκες εξαρχής με την αγάπη για το αρσενικό ως γνήσιος απόγονος του Γανυμήδη ενώ το θηλυκό υπήρξε για σένα μόνο υπό τη μορφή μητρός και αδερφής και ενίοτε Αφροδίτης της Μήλου. Σε περιφρονούσαν και σε χλεύαζαν αλλά δεν αντιδρούσες. Σε περιέπαιζαν οι διάφοροι περαστικοί για τη διαφορετικότητά σου γιατί το διαφορετικό ενοχλεί και μοιάζει αβάσταχτο, μη ανεκτό και μη αποδεκτό, ανυπόφορο. Δεν ήσουν ο μόνος που πόνεσε, μα εσύ μοναδικός στην εποχή σου, απροσδιόριστος, συναρπαστικός, σμιλεμένος από χέρι θεού Ολύμπιου, γεμάτος χάρη και ομορφιά ξεχώρισες. Όλο αυτό το δράμα της ύπαρξής σου και της υπόστασής σου έγινε σάρκα και οστά με την ποίησή σου, τον έρωτά σου για το άλλο σου μισό που ποτέ δεν έγινε ολόκληρο. Έγινε λοιπόν σώμα σου η ποίηση γι’ αυτό και στην ερώτηση “γιατί γράφετε ποίηση” που κάποτε σου απηύθυναν, εσύ εντελώς αφοπλιστικά απάντησες “γιατί απλά μου αρέσει”. Αυτή σου η λιτότητα στον λόγο, στις κινήσεις ήταν το απαύγασμα της προσωπικότητάς σου που τόσο ζήλευαν. Τώρα που πέρασαν τα χρόνια και οι επόμενες γενιές σε ανακαλύπτουν να νιώθεις σε παρακαλώ περήφανος και δικαιωμένος που έζησες όπως έζησες γιατί όπως εσύ θαύμαζες τις γυναίκες επιστήμονες και ποιήτριες έτσι και εμείς σε ζούμε και σε απολαμβάνουμε μεταθανάτια μέσα από τα γραπτά σου επιβεβαιώνοντας την σπουδαία υστεροφημία σου που κατά την αρχαιότητα τόσοι αναζητούσαν. Και αν τύχει και βρεθούμε εκεί που περπάτησες χωρίς να το γνωρίζουμε, θυμήσου ξεχωριστέ Δαβίδ και μην αμφιβάλλεις πως η αύρα σου και η μορφή σου η λυγερή, το άρωμα της παρουσίας σου βρίσκεται ακόμη εκεί στα δρομάκια και στα παγκάκια που καθόσουν με τον Τάκη, τον Τίμο, το Νίκο και τόσους άλλους…

——–

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944) υπήρξε ποιητής και συγγραφέας. Σπούδασε νομικά αλλά δεν εξάσκησε ποτέ το επάγγελμα, μιας και από πολύ νωρίς αφιερώθηκε στα γράμματα, γράφοντας μάλιστα το πρώτο του ποίημα σε ηλικία μόλις 17 ετών. Ανήκε σε εκείνη την γενιά των “καταραμένων” δημιουργών καθώς όλη του η ζωή είχε στιγματιστεί από τις σεξουαλικές του επιλογές. Τα έργα του εκδόθηκαν μετά θάνατον και ο ίδιος αρκέστηκε μόνο στο να δημοσιεύει κείμενα αισθητικά αλλά και διηγήματα σε εφημερίδες της εποχής. Γνώρισε τον Κωνσταντίνο Καβάφη στην Αλεξάνδρεια και υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου συμμετέχοντας μάλιστα στην Εθνική Άμυνα. Με την απώλεια της μητέρας του και του πατέρα του έχασε κάθε στήριγμα και επιρρεπής σε ναρκωτικές ουσίες βρέθηκε σε κατάσταση εξαθλίωσης ενώ έβαλε τέλος στη ζωή του μια μέρα του Ιανουαρίου 1944.