Μάϊκλ Ονταάτζε, Φώτα πολέμου, Εκδόσεις Πατάκη

Ο Γερμανός Καγκελάριος δήλωσε κάποτε το εξής: «Όποιος έχει δει τα μάτια ενός στρατιώτη ετοιμοθάνατου στο πεδίο της μάχης, θα το καλοσκεφτεί πριν ξεκινήσει έναν πόλεμο» ενώ από τη μεριά του ο κορυφαίος ζωγράφος έχοντας στο μυαλό του την προπολεμική Γερμανία – τυχαίνει να είναι και αυτός Γερμανός – είχε προχωρήσει στην παρακάτω χαρακτηριστική ρήση που έχει μείνει επίσης στην ιστορία και επιβεβαιώνει εμμέσως πλην σαφώς όσα ο συγγραφέας αφηγείται εδώ. «Όσο πιο τρομακτικός γίνεται ο κόσμος, τόσο η τέχνη γίνεται πιο αφηρημένη. Ενώ ένας ειρηνικός κόσμος παράγει ρεαλιστική τέχνη». Δεν χρειάζεται πολύ ανάλυση για να αντιληφθεί κάποιος την τραγικότητα των στιγμών ενός πολέμου.

Η ιστορία βρίθει πλήθους αναφορών και εικόνων που συνθέτουν τον πίνακα των αναμνήσεων σαν ο καμβάς να μην είχε φιλοτεχνηθεί σωστά και ήρθαν τώρα τα δύο αδέρφια να αποκαταστήσουν αλήθειες και ψέματα, να λύσουν αινίγματα και να επαναφέρουν μνήμες αλησμόνητες, έτσι όπως τα κατέγραψαν οι μηχανές αναζήτησης που έχουν οι ψυχές τους. Και βέβαια το δείγμα αυτό θα μπορούσε να είναι απλά η φωτογραφία τόσων και τόσων οικογενειών που λόγω πολέμου και των μετά αυτού εξελίξεων αποφασίζουν να ρίξουν φως σε όσα δύσκολα και σκληρά συνέβησαν κατά τη διάρκεια αυτού. Το ξυπνητήρι σαν να είχε μείνει από μπαταρία και τώρα δοθείσης ευκαιρίας αντικατάστασης ήρθε και πάλι να σημάνει την παρουσία του χάρη στον συγγραφέα.

Ένας δύσκολος κόσμος μέσα στη δίνη της Ιστορίας

Οι προσωπογραφίες των δύο παιδιών που περιγράφονται εδώ θυμίζουν ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Καρτιέ Μπρεσόν, οι αφηγήσεις τους μας οδηγούν σε βιώματα που δύσκολα μπορούν να ερμηνευθούν ως προς την ψυχολογία τους και τα συναισθήματά τους. Τα δύο παιδιά, χαμένα στη μετάφραση λόγω της απουσίας των γονιών τους, ξεδιπλώνουν το κουβάρι των εξελίξεων μέσα από μία άστατη ζωή σαν αυτή των ηρώων του Χόπερ που κάποιες στιγμές παγώνουν στον χρόνο, στην στιγμή ενώ κάποιες άλλες εκφράζονται ανοιχτά για όλα αυτά που έζησαν και άλλα τολμούν να τα ξεστομίσουν ή άλλα τα κρύβουν κάτω από το χαλί των αναμνήσεων. Το χρονοντούλαπο της ιστορίας τους θέλει συμμέτοχους στον ρου της ιστορίας που είχε πολλές κρίσιμες στιγμές από τις οποίες δεν βγήκαν αλώβητοι.

Ο μικρός Ναθάνιελ μεγάλος πια γυρνάει πίσω τον χρόνο και αφηγείται τη ζωή του με την αδερφή του την Ρέιτσελ ενώ μας δίνει το στίγμα μιας οικογενειακής ζωής από την οποία είχαν χαθεί τα κομμάτια και σαν σε πάζλ ήρθαν άλλα πρόσωπα στο εν τω μεταξύ για να συμπληρώσουν τον ρου της ζωής αυτής. Ο έφηβος Ναθάνιελ εξιστορεί την απώλεια της παρουσίας της μητέρας του, η οποία χάθηκε από το προσκήνιο και έχει μόνο την ανάμνησή της σαν μια φιγούρα που υπάρχει αόριστα στο σύμπαν ενώ στην πραγματικότητα η ίδια απομακρύνθηκε για δικούς της προσωπικούς λόγους. Έτσι ο ίδιος μας εκμυστηρεύεται πως: «Κάποια βράδια, στο σκοτάδι του περίκλειστου κήπου μου, όταν γύρω μανιάζει μια οκτωβριάτικη θύελλα, νιώθω τον μαντρότοιχο να τρέμει καθώς αντιστέκεται στον άνεμο της ανατολικής ακτής και του αλλάζει πορεία, κι αισθάνομαι πως τίποτα δεν μπορεί να εισβάλει ή να διαρρήξει τη μοναξιά που ανακάλυψα σ’ αυτό το πιο θερμό σκοτάδι…».

Μια σχέση που όλο και δυναμώνει

Η ύπαρξη προσώπων εκτός των φυσικών γονέων δεν μπορεί παρά να προκαλέσει αναταράξεις στις ζωές των παιδιών που νιώθουν μετέωρα και επισφαλή, σαν να βρίσκονται ναυαγοί σε ένα νησί όπου καλούνται να τα βγάλουν πέρα με αγνώστους παρά το γεγονός πως αυτοί έχουν όλη την καλή θέληση να τους φροντίσουν. Γιατί ο Σκόρος, όπως τον αποκαλούσαν χαϊδευτικά τα παιδιά, αυτή η αινιγματική και μυστηριώδης μορφή λόγω της παράξενης ζωής του, μπορεί τελικά να ήταν εκεί να τα συνδράμει και να αναλάβει ρόλους όμως δεν είχε τη δυνατότητα να σβήσει τα χνάρια στη μνήμη τους ενώ η παρουσία του δεν ήταν απολύτως ξεκάθαρη. Η συμβίωση μαζί του μας παραπέμπει σε κάποιο παραμύθι τύπου Ντίκενς όπου τα παιδιά γίνονται ένα είδος πειραματόζωων στην προσπάθεια να δει ο αναγνώστης αν θα καταφέρουν να βρουν τον μίτο της Αριάδνης και να βγουν από τον λαβύρινθο.

Σαν τον Χάνσελ και την Γκρέτελ των Αδερφών Γκριμ πορεύονται στον χρόνο και παίρνουν δύναμη ο ένας από τον άλλον, σε έναν αγώνα μέχρι την επιστροφή της μητέρας τους που μάλλον δημιουργεί περισσότερα προβλήματα από αυτά που θα λύσει. Πάντως ο Ναθάνιελ είναι γλαφυρός και αρκετά ώριμος, δυνατός και γενναίος όταν λέει στην αδερφή του στοργικά: «Όλοι μας έχουμε εφιάλτες. Για σένα, αγαπημένη μου Ρέιτσελ, ίσως είναι η αγωνία για μια ενδεχόμενη νέα κρίση. Όμως δεν υπάρχει λόγος να φοβόμαστε σ’ ένα όνειρο, ακριβώς όπως δεν υπάρχει κίνδυνος από τη βροχή, όταν είμαστε κάτω από τα δέντρα. Σπάνια πέφτουν κεραυνοί αυτό τον μήνα, είμαστε ασφαλείς. Ας συνεχίσουμε».

Αυτό το δέσιμο των παιδιών είναι που τους κρατάει άρρηκτα δεμένους μέχρι το τέλος, αυτή η βάση του οικοδομήματος που έχουν χτίσει οι δύο τους δεν αφήνει περιθώρια να διαλυθεί ο δεσμός τους. Κινούνται και πορεύονται μαζί σαν ένα και τα πρόσωπα που θα μπουν στη ζωή τους δεν μπορούν να τα βλάψουν. «Αν μεγαλώσεις μέσα στην αβεβαιότητα, συναλλάσσεσαι με τους ανθρώπους μέρα τη μέρα, αν όχι ώρα την ώρα. Δεν σε απασχολεί τι πρέπει ή τι θα έπρεπε να θυμάσαι απ’ αυτούς. Είσαι μόνος με τον εαυτό σου. Κι έτσι μου πήρε πολύ χρόνο ώσπου να αρχίσω να βασίζομαι στο παρελθόν, και, ανασκευάζοντάς το, να βρω έναν τρόπο να το ερμηνεύσω». Η γραφή του Ονταάτζε, συγγραφέα του Άγγλου ασθενή, είναι συναρπαστική και μας μεταφέρει σε ένα τοπίο που συνδυάζει Κόνραντ και Μπαλζάκ, σαν ένα παραμύθι από άλλη εποχή που μιλάει όμως ανοιχτά για το σήμερα με όπλο το τότε!

«Το πρώτο πράγμα που μαθαίνει ένας καλός στρατιωτικός ηγέτης είναι η τέχνη της υποχώρησης. Είναι σημαντικό με ποιον τρόπο μπαίνεις και μετά με ποιον τρόπο βγαίνεις χωρίς ζημιές. Ο Ηρακλής ήταν μέγας πολεμιστής, αλλά πέθανε βίαια στην πατρίδα του από έναν δηλητηριασμένο χιτώνα, εξαιτίας των προηγούμενων άθλων του».

«Δεν υπήρχε συνέπεια ή συνοχή στο πώς ανακαλούσα τακτικές. Είχα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου ισορροπώντας, προσπαθώντας να κρατηθώ στην επιφάνεια».