Ματιές στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία

Δημοσθένης Βουτυράς, Μέσα στην κόλαση, Εκδόσεις Φαρφουλάς

Παίζοντας με την παρωδία της δαντικής κόλασης, ο Βουτυράς ανέλαβε τη γενικευμένη σάτιρα της εποχής του και των συγχρόνων του. Περιέλαβε εχθρούς και φίλους, ονομαστικά τους περισσότερους σύγχρονούς του συγγραφείς και λόγιους, πολιτικούς, στρατιωτικούς έλληνες και ξένους, κληρικούς, περιέλαβε όμως ακόμα και άσημους φίλους του, ενώ από τα σκάγια δεν γλυτώνουν ούτε οι συγγενείς του, ακόμα και η ίδια του η γυναίκα. Όλοι βρίσκονται μέσα στην Κόλαση, την οποία ο συγγραφέας περιδιαβαίνει, παρακολουθώντας τα μαρτύριά τους, με ξεναγό ένα διάβολο. Η σάτιρα μερικές φορές είναι εύκολη και ελαφριά, άλλες όμως ιδιαίτερα εύστοχη και έξυπνη, όπως με τον Καζαντζάκη, τους εκδότες με τους οποίους είχε παράπονα και άλλους. Όμως, το παιγνιώδες ύφος και η καλοκάγαθη σάτιρα όσων βρίσκονται στον Πρώτο Κύκλο της Κόλασης αλλάζει και κλιμακώνεται όσο προχωρούμε. Στη Δεύτερη και την Τρίτη Κόλαση συναντούμε όλο και πιο βαριές αμαρτίες και αντίστοιχα βασανιστήρια. Εκεί έχουν θέση πολιτικοί, στρατηγοί, διπλωμάτες και ιεράρχες. Στο τέλος, στην Τέταρτη Κόλαση, το αφήγημα παίρνει συμπαντικές διαστάσεις. Στην κατάληξη του αφηγήματος ο ήρωας του Βουτυρά βάζει ένα τέλος σε αυτόν τον παράλογο, άθλιο κόσμο. Ξεκινώντας από το αθώο πείραγμα προς φίλους (και άσπονδους φίλους) σοβαρεύει σταδιακά την κριτική του στα όρια μιας αιρετικής λογοτεχνικής θεολογίας. Το «Μέσα στην Κόλαση» εγκαινιάζει τη στροφή του Βουτυρά προς τη σάτιρα και το αμιγώς φανταστικό αφήγημα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).


Ναπολέων Λαπαθιώτης, Δεκατρία ντόμινα, Εκδόσεις Ερατώ

Αριστοκρατικά μεγαλωμένος, άριστα μορφωμένος, μοναχοπαίδι υπουργού, ανανεωτής της παράδοσης, ανοιχτά ομοφυλόφιλος, συνοδοιπόρος των κομμουνιστών, τοξικομανής, αυτόχειρας, ο Λαπαθιώτης έχει αγαπηθεί πολύ ως ποιητής αλλά το πεζό λογοτεχνικό του έργο, αν και καθόλου ευκαταφρόνητο, έχει μείνει στη σκιά, σκορπισμένο σε δυσεύρετα παλιά περιοδικά και εφημερίδες.
Σε αυτό τον τόμο διηγημάτων του Λαπαθιώτη, τον τρίτο της σειράς, ο Νίκος Σαραντάκος παρουσιάζει 38 διηγήματα γραμμένα από το 1930 ως το τέλος της ζωής του συγγραφέα, ολοκληρώνοντας τη έκδοση των ευρεθέντων διηγημάτων του. Παραθέτει επίσης εκτενές χρονολόγιο του ποιητή, βασισμένο σε προσωπική έρευνα, με στοιχεία που δεν έχουν ως τώρα δημοσιοποιηθεί, προσθέτοντας μια ακόμα ψηφίδα στη μελέτη της ζωής και του πολύμορφου έργου του αυτόχειρα της οδού Κουντουριώτου. Σχεδόν όλα τα διηγήματα του τόμου αυτού δημοσιεύτηκαν στο λαϊκό περιοδικό «Μπουκέτο», ένα περιοδικό ποικίλης αλλά και εκλεκτής ύλης, που το διάβασαν από μοδιστρούλες έως ακαδημαϊκοί. Στο «Μπουκέτο», ο εστέτ του σκιόφωτος συναντήθηκε με το μεγάλο κοινό, και αφηγήθηκε με την ποιητική, ρυθμική του πρόζα ιστορίες για τον αδικαίωτον έρωτα και τον πανταχού παρόντα θάνατο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).


Μαίρη Μικέ, Κόκκινες ουλές, Εκδόσεις Ίκαρος

Πρόσωπα ιερά και υπομονετικά με εγγεγραμμένα μέσα τους τα χτυπήματα που τους φύλαξε κάπου κρυφά η μοίρα, όλες οι θηλυκές παρουσίες είναι εδώ εκτεθειμένες στον αναγνώστη που τους παρέχει οίκτο και αναγνώριση. Είναι Παναγίες των καιρών τους, απεγνωσμένες και αφοσιωμένες στην ευλαβική τους πορεία, άλλοτε χαμένες στις σκέψεις, άλλοτε μοναχικές να πονούν μόνες και άλλοτε ιστορικά σύμβολα άγνωστης ταυτότητας που απλά η ιστορία τις βρήκε να την περιμένουν στην γωνία. Θαρρείς και οι γυναίκες της Μαίρης Μικέ είναι πρωταγωνίστριες σε κινηματογραφικό έργο, ένα έργο αρχαίας έμπνευσης με σύγχρονη μορφή, δώδεκα ιστορίες που μιλάνε στο σήμερα και το τότε με την ιστορία να τις καθορίζει, να τις αγκαλιάζει και να τις παρακολουθεί. Κάθε γυναίκα της Μικέ είναι ένας κόσμος από μόνη της, ένα επεισόδιο στην ιστορία της ζωής που είναι γεμάτο χαρμολύπες και αγκάθια συναισθηματικά. Το καράβι που λέγεται ζωή έχει πολλούς ανέμους να το θαλασσοδέρνουν και στην απόλαυση της νηνεμίας κανένας επιβάτης δεν πλήττει γιατί αυτή η νηνεμία είναι ένας μικρός παράδεισος επί γης. Σώματα και ψυχές εδώ δοκιμάζονται σε μία συνεχόμενη διαδικασία απαλλαγής από δυσκολίες, προσωπικά μαρτύρια και ανελέητες κοινωνικές κρίσεις από τις οποίες κανένας και κυρίως καμία δεν ξεφεύγει, σημεία των καιρών γαρ.


Γιάννης Ατζακάς, Λίγη φλόγα πολλή στάχτη, Εκδόσεις Άγρα

Ο Ατζακάς μοιάζει να νιώθει ένα δέος μπροστά στους ήρωές του, έναν  σεβασμό ίσως και αυτοί, απαλλαγμένοι από πρέπει, ξεπηδούν από μέσα του ανώδυνα με αυτόν τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο «εκμεταλλεύεται» την ζήση τους. Οι χαρακτήρες του, είτε πρόκειται για νεότερους είτε για πρεσβύτερους είναι πρόσωπα που αγωνίστηκαν για την ίδια τους την ζωή, για την ζωή των παιδιών τους και μόχθησαν για να αποκτήσουν αγαθά. Με ροζιασμένα χέρια από την εργασία, με ιδρωμένα μέτωπα, με ταλαιπωρημένες όψεις, οι άνδρες και οι γυναίκες είναι φιγούρες που μοιάζουν να ξεπρόβαλαν από ασπρόμαυρη ταινία του Αγγελόπουλου. Εικόνες ολόκληρων γενιών ξυπνάνε μέσα από τις περιγραφές μίας Ελλάδας που πόνεσε, μάτωσε, αναστήθηκε, έζησε και πάλεψε να βγει ζωντανή. Νέοι που έδωσαν μάχη για ένα κομμάτι ψωμί, για λίγα ψίχουλα ελευθερίας μέσα από τιμωρίες και εξορίες που δεν τους λύγισαν αλλά τους πείσμωσαν να συνεχίσουν να υπερασπίζονται τα πιστεύω τους. Αναφέρει κάπου χαρακτηριστικά: «Ξέρω πως οι άνθρωποι στα χέρια της Ιστορίας είναι ένα φτηνό παιχνιδάκι». Και πράγματι οι άνθρωποι των διηγημάτων του Ατζακά παραδίδονται άοπλοι στο μεγαλείο της Ιστορίας και βιώνουν στενάχωρες καταστάσεις όπως θανάτους, απώλειες περιουσιών, εσωτερικές αδυναμίες ύπαρξης.


Γιώργος Αριστηνός, Φλας στη νύχτα, Εκδόσεις Εστία

«Φλας στη νύχτα» και κλείσιμο ματιού στα σκοτεινά σε αυτούς τους ανθρώπους που οι ιστορίες τους έχουν λόγο να ειπωθούν και να γραφτούν σε σελίδες χαρτί. Κάπου οι ιστορίες ποτίζουν το μυαλό του αφηγητή, κάπου φοβάται ενώ εξιστορεί και αναρωτιέται τι δουλειά έχει και επαναφέρει στην μνήμη του, στο σήμερα και στο τώρα νεκρούς και φαντάσματα του παρελθόντος κατά μια έννοια. Είναι μήπως ερινύες που τον κυνηγάνε, είναι μικρές πινελιές στον ουρανό της συνείδησής του που τώρα αλλάζουν χρώμα; «Γιατί να ανασταίνω νεκρούς; Πόσο θα πρόσθεταν σε αυτό το χρονικό της νύχτας που σερνόταν πάνω στα νύχια της Νικόλ τα λιμαρισμένα από τις πιο βίαιες αρπαγές;». Αυτούς θυμάται ενώ οι ερωτικές του περιπτύξεις είναι ένα βουνό που κάθε φορά έχει άλλο σχήμα, άλλη μορφολογία και άλλους κινδύνους να κρύβονται στις παρυφές του, και όμως το απολαμβάνει αυτόν τον έρωτα τον εξόχως σαρκικό και δίχως αναστολές. Και όμως στον έρωτα βρίσκει καταφύγιο, στον έρωτα και στις τρελές του ορέξεις θα συναντήσει τους πόθους του, τις μουσικές του αναμνήσεις, τις εσωτερικές του κολασμένες και ηφαιστειογενείς λαχτάρες και θα βρει στην γυναίκα, την Νικόλ, την Σοφία – τι σημασία έχει το όνομα – τον παράδεισο ή την κόλαση που πάντοτε ήθελε να γευτεί.


Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Φθινόπωρο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Το «Φθινόπωρο» του Κωσταντίνου Χατζόπουλου είναι ένα έργο σταθμός της ελληνικής πεζογραφίας, καθώς αποτελεί το κορυφαίο πεζογράφημα του συμβολισμού στην Ελλάδα. Χαμηλόφωνο και ατμοσφαιρικό, μεταφέρει τον αναγνώστη του στην ελληνική επαρχία των αρχών του 20ού αιώνα για να αφηγηθεί τα ερωτικά και υπαρξιακά αδιέξοδα των ανθρώπων της. Με τη μελαγχολική και υποβλητική αισθητική του που κάνει πράξη τον ίδιο τον τίτλο του, το Φθινόπωρο έθεσε τις βάσεις μιας ποιητικής μυθιστοριογραφίας που διαθλά την εξωτερική πραγματικότητα μέσα από την εσωτερική ζωή των ηρώων, φέρνοντας στην επιφάνεια τις πιο μύχιες και σκοτεινές ζώνες του ψυχισμού τους. Με αυτή την έννοια, άνοιξε τον δρόμο της μοντέρνας πεζογραφίας προς τον εσωτερικό κόσμο, όπου οι αόριστες διαθέσεις και οι φευγαλέες εντυπώσεις των ατόμων γίνονται το άλλο όνομα του υπαρξιακού κενού μέσα τους. Ανιχνεύοντας την ιστορική διαδρομή της έννοιας του συμβόλου στη μοντέρνα λογοτεχνία, η μελέτη του Δημήτρη Πολυχρονάκη επικεντρώνεται στα καλλιτεχνικά ρεύματα του συμβολισμού και της παρακμής για να αναδείξει την επίδραση που άσκησαν στο «Φθινόπωρο» του Χατζόπουλου. Για την ακρίβεια, αναλύονται τόσο σε ιδεολογικό όσο και σε υφολογικό επίπεδο τα στοιχεία εκείνα που προσδιόρισαν τη φθινοπωρινή αισθητική του συμβολισμού και αναδεικνύεται ο τρόπος με τον οποίο τα κάνει πράξη το μυθιστόρημα του Χατζόπουλου μέσα από την εσωτερική εστίασή του, τους φασματικούς διαλόγους, τη χαλαρή πλοκή, τους σκιώδεις χαρακτήρες, τους κλειστούς χώρους και τα ερημικά τοπία της φύσης. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).


Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου, Ιάκωβος, Εκδόσεις Αντίποδες

Ο συγγραφέας οδηγείται και εμπνέεται από την ιστορία του ταλαιπωρημένου ελληνικού χωροχρόνου, ο οποίος είναι ποτισμένος από τόσα γεγονότα δραματικά, απώλειες ανθρώπων και συνειδήσεων, ονομάτων και ταυτότητας αυτών σαν το άρωμα της ιστορίας να μην έχει εξατμιστεί και να αιωρείται σαν σύννεφο ακόμα πάνω από τις ζωές, ένα πέπλο που ασυνείδητα μπλέκει, ντύνει και στοιχειώνει. «Επιστρέψαμε μαζί το μεσημέρι. Δεν μιλούσαμε. Τίποτα καινούργιο δηλαδή, μόνο που ο Ιάκωβος εκείνη τη μέρα ήταν λίγο σαν φάντασμα, χωρίς κόκαλα, αφού τα φαντάσματα δεν έχουν κόκαλα και δεν μπορείς να τ’ ακουμπήσεις». Τόσο ο άγνωστος άνδρας που θυμίζει τραυματία ή άγνωστο στρατιώτη πολέμου όσο και ο Ιάκωβος βρίσκουν ο ένας τον άλλο γιατί η συγκυρία τα έφερε έτσι, απρόθυμα και αλλόκοτα. Ανήκουν σε δύο διαφορετικούς κόσμους για αυτό και οι πραγματικότητες τους και τα στρατόπεδα δράσης τους τούς οδηγούν σε διαφορετικές συμπεριφορές χωρίς σύγκλιση ή διασταύρωση. Συνεπώς, εκεί οι σχέσεις τους διέρχονται κρίση και συγκρουσιακές διεργασίες απρόβλεπτων εσωτερικών ψυχολογικών αναταράξεων.


Στάθης Κοψαχείλης, Η Δρακοντιά, Εκδόσεις Μελάνι

Όλα σχεδόν τα διηγήματα που παρουσιάζονται εδώ υπήρξαν κάποτε σκόρπια σε διάφορες δημοσιεύσεις και εδώ είναι όλα μαζεμένα και επικοινωνούν μεταξύ τους ανοίγοντας διάλογο το ένα με το άλλο σαν να θέλουν να γίνουν το ένα συνέχεια του άλλου. Ευφυείς οι τίτλοι, αυθεντικές και ακατέργαστες οι ιστορίες, μοιάζουν να κατεβαίνουν τον δρόμο της έμπνευσης από το μυαλό του συγγραφέα σε συνδυασμό πάντα με τις αφηγήσεις των γηραιότερων, σαν οι τελευταίοι να εκτελούν χρέη ανταποκριτών για όλα αυτά που στηλίτευσαν και σημάδεψαν πολλές φορές οδυνηρά την ελληνική ύπαιθρο και την ιστορία της. Διαβάζουμε για τις αντάρτικες ομάδες που πάλευαν ενάντια στον εχθρό, για δωσίλογους και προδότες που ράγισαν το ηθικό των αντιστασιακών, η ιστορία σε πρώτο πλάνο να σαγηνεύει τον περιπατητή του λόγου του Κοψαχείλη. Ανακαλύπτουμε όμως και την ιδιότητα του ως φυσιοδίφη να βουτάει με μεγάλο μεράκι και ζήλο σε άγνωστα και απάτητα μέρη που κινητοποιούν τον αναγνώστη να εντρυφήσει περαιτέρω στην ιστορία της παράδοσης που απαρτίζεται από πολλά επεισόδια.


Γιάννης Σκαρίμπας, Το Βατερλώ δύο γελοίων, Εκδόσεις Νεφέλη

Το μυθιστόρημα «Το Βατερλώ δυό γελοίων» αποτελεί το εκτενέστερο πεζογραφικό έργο του συγγραφέα, αλλά και οριακό σημείο ως προς την εξάρθρωση της γλώσσας και την απόκλιση από τις αφηγηματικές νόρμες. Μετεωριζόμενος ανάμεσα στην πραγματικότητα, στη φαντασία και το όνειρο, ο μύθος είναι εντελώς απίθανος, ενώ συγχρόνως ισορροπεί θαυμαστά ανάμεσα στην οικονομία της πλοκής του και τις ευρηματικές παρεκκλίσεις του απ’ αυτήν, δημιουργώντας έναν κόσμο που σου επιβάλλεται με την ειρωνεία και το χιούμορ του. Ό,τι υπερισχύει βέβαια δεν είναι η αληθοφάνεια ενός φανταστικού περιστατικού, αλλά η υπονόμευση της πραγματικότητας από τη φαντασία, της αλήθειας από το συγγενικό της ψεύδος, της καθεστηκυίας τάξης πραγμάτων από την αυθαίρετη συναρμογή τους. Χρησιμοποιώντας τρία στοιχεία που αποτελούν λέξεις-κλειδιά για την ποιητική του Σκαρίμπα –ρόλος, μεταμφίεση, ψεύδος-, αλλά και δομημένο πάνω σε μια πυραμίδα φτιαγμένη από ψεύδη, το «Βατερλώ δυό γελοίων» θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι συμπυκνώνει την ποιητική του ψεύδους (και της ψευδαίσθησης) διάσπαρτη ως πρακτική -αλλά και ως θεωρία- σχεδόν σε όλο το έργο του συγγραφέα. (Από την παρουσίαση της έκδοσης).


Άρης Αλεξάνδρου, Το κιβώτιο, Εκδόσεις Κέδρος

«Το κιβώτιο», έργο φαντασίας, ευανάγνωστο και συναρπαστικό σε όλα τα κεφάλαιά του, είναι κλασικό, θα λέγαμε, μυθιστόρημα, που όμως ξεχωρίζει αισθητά για τις συνεχείς παρεκβάσεις του από τα καθιερωμένα είδη, τα οποία γνωρίζει και σέβεται. Σε πρώτο στρώμα φαίνεται να περιγράφει την επικίνδυνη περιπέτεια μιας σαρανταμελούς ομάδας επιλέκτων αγωνιστών να μεταφέρουν από την πόλη Α στην πόλη Β ένα κιβώτιο αγνώστων στοιχείων, από το περιεχόμενο του οποίου θα κριθεί η έκβαση της αποστολής. Το κιβώτιο φτάνει στον προορισμό του με μοναδικό επιζώντα τον ανώνυμο αφηγητή, που είναι και ο μοναδικός μάρτυρας της διεκπεραίωσης της επιχείρησης. Συνεπώς τίθεται από την αρχή θέμα της αξιοπιστίας του, που δεν την προστατεύει το πλούσιο αγωνιστικό του παρελθόν. Έτσι υποχρεώνεται να απολογείται με επιστολές του απέναντι σε έναν ανακριτή που τον βλέπει μία φορά, και ο οποίος τελικά παραμένει άγνωστος και αγνώστων προθέσεων. Η κρίσιμη και αποφασιστική για το σύστημα «αλήθεια» παραμένει αίνιγμα και ο παραλήπτης της αλήθειας απροσδιόριστος. Ωστόσο, η υπόθεση είναι πειστική, είναι αληθοφανής και το ενδιαφέρον της διαρκώς αυξάνει. Τα γεγονότα συμβαίνουν απέναντι σε μια υπαρκτή κατάσταση, που παρουσιάζει τα συμπτώματα ενός αμείλικτου μηχανισμού, με τις δυνάμεις του σε πλήρη ετοιμότητα, συντηρώντας τις ασθένειές του στην πιο αποτρόπαιη μορφή. Γι’ αυτό, διαβάζοντας το έργο από μια ουσιαστική γωνία, μπορείς να πεις ότι στο μυθιστορηματικό του σύμπαν συγκεντρώνεται ένας αντιπροσωπευτικός κόσμος ανθρώπων και καταστάσεων μιας κυνικά αυτορρυθμιζόμενης πολιτείας, όπου τα επισφαλή κίνητρα των οπαδών της κρύβονται με επιμέλεια πίσω από τον μανδύα της αφοσίωσης και της υστεροβουλίας, ενώ καταγράφεται η κυρίαρχη νοοτροπία, σιωπηρά υποταγμένη στον πολιτικό αμοραλισμό, ο οποίος από ένα πρόταγμα ελευθερίας -με διαδοχικές πράξεις- καταλήγει στην αναίρεσή της. Και το μήνυμα του έργου, θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης; Ο συγγραφέας αρνείται να εφεύρει μία και μοναδική απάντηση για την ανθρώπινη μοίρα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου).


Ειρήνη Κουρουπάκη, Ο αίλουρος τη νύχτα, Εκδόσεις Εστία

«Ας είναι, πάμε παρακάτω. Η Ευθαλία με τον Σήφη, βγάλανε την Κατοχή υποφερτά στο χωριό ως νιόπαντρο ζευγάρι. Αμέσως μετά, με την Απελευθέρωση, τα πράγματα άρχισαν να πηγαίνουν καλύτερα. Ο Σήφης ό,τι κι αν ήταν, ήξερε πάντως νοικοκυρλίκι. Σε Ηράκλειο και Αρχάνες τον χειμώνα, εμπορευότανε λάδι και κρασί. Η ευρύτερη περιοχή, σημειωτέον, ξακουστή παλαιόθεν και για τα δύο. Και στη Βλυχιά όπου είχε ένα μικρό κτηματάκι με μποστάνι, έβαλε μελίσσια. Ο εν λόγω τόπος, μικρός συνοικισμός λίγο έξω απ’ την Κνωσό. Μερικά σκόρπια χαμηλά σπίτια δηλαδή, στα Σπήλια κοντά, για να σου δώσω να καταλάβεις, λίγο πριν το γιοφύρι της Αγιάς Ερήνης. Ήμερος τόπος αυτός, με καλό χώμα, απ’ όπου αν στρέψεις το βλέμμα στον ορίζοντα, βλέπεις ακόμη και σήμερα να διαγράφονται καθαρά πάνω στο μπλάβο τ’ ουρανού, σαν έργο χαρτοκολλητικής, τα ελλιπή μέλη του μινωικού ανακτόρου».
Ο Φοίβος Μαυρίδης, διάσημος ζωγράφος, μετά από δισταγμούς και πολλή σκέψη, δέχεται να μιλήσει για τον πολυκύμαντο βίο του. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια ξετυλίγει το νήμα της ζωής του, ξεκινώντας από τα δύσκολα παιδικά του χρόνια. Ανακαλεί στη μνήμη του την εποχή της φλογερής του νιότης, τότε που, με μοναδικό όπλο το ταλέντο του και την ακτινοβόλα προσωπικότητά του, αγωνίστηκε ενάντια σε αντίξοες συνθήκες να κερδίσει μια θέση στον εικαστικό χώρο. Παράλληλα έξι φίλοι του μιλούν για τον ιδιότυπο χαρακτήρα του ζωγράφου, που ξεκίνησε από ένα μικρό χωριό της Κρήτης και κατόρθωσε να γίνει ένας ζωντανός θρύλος.
Ένα μυθιστόρημα για το μυστήριο της ζωής και της τέχνης. Ένας κεντρικός ήρωας που εντυπώνεται για πάντα στον νου του αναγνώστη. Ένα κείμενο που διαβάζεται απνευστί. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)


Τάσος Λειβαδίτης, Το εκκρεμές, Εκδόσεις Μετρονόμος

Το να ξυπνάς ντυμένος στο κρεβάτι, σ’ ένα δωμάτιο που το βλέπεις για πρώτη φορά, είναι βέβαια ένας κακός οιωνός για τη μέρα που αρχίζει. Μα να μη θυμάσαι καθόλου το πώς βρέθηκες μέσα σε τούτο το άγνωστο σπίτι, καταντάει λίγο σαν εφιάλτης. «Μήπως με βρήκαν μεθυσμένο χτες το βράδυ και με περιμάζεψαν;» σκέφτηκα. Μου συνέβαινε καμμιά φορά. Το στόμα μου όμως ήταν περίφημα, χωρίς εκείνη την ξινή, τραχιά γεύση του χωνεμένου κρασιού. Και το κεφάλι μου ανάλαφρο. (Από την έκδοση)


Κυριάκος Μαργαρίτης, Κρόνακα, Εκδόσεις Ίκαρος

Όλες οι ιστορίες που αγάπησα ήταν ποτάμια, θα ήθελα, όμως, αυτήν που αποφάσισα να πω, να τη δείτε σαν θάλασσα: ποιος θα την εξαντλήσει; Οπωσδήποτε όχι εγώ. Tο έχω, όμως, καημό να τη φτάσω και να μπω στο ανεξάντλητο. Αναφέρομαι στο μυστήριο του Λόγου και πάω να το τελέσω στην αυλή μιας παιδικής ηλικίας. Εκεί παρατάσσω τα κάστρα μου, με στάχτες του Άουσβιτς, άμωμα δάκρυα του Τορίνο, χώμα της Πράσινης Γραμμής, στίχους της Σιβηρίας, προσκυνήματα αθωνικά και κάτι περιπάτους στις στοές της Αθήνας. Αν δεν κάνω λάθος, ο αφρός θα λέγεται Κρόνακα, τουτέστιν Χρονικό. Τα άλλα, πιθανώς η αιωνιότητα, ελπίζω να είναι ο βυθός μου.
Η έκδοση πραγματοποιείται με την ευγενική χορηγία του Κέντρου Τεχνών Κίμωνος. (Από την παρουσίαση της έκδοσης)


Χρήστος Οικονόμου, Κόρες του ηφαιστείου, Εκδόσεις Πόλις

Οι «Κόρες του Ηφαιστείου» είναι ένα βιβλίο για αλαφροΐσκιωτους ανθρώπους και διπολικές καταστάσεις – φως και σκοτάδι, ποίηση και πραγματικότητα, παρελθόν και μέλλον, πράγματα θνητά και πράγματα αιώνια. Παρεκκλίνοντας από το ρεαλιστικό πλαίσιο των προηγούμενων βιβλίων του, ο Χρήστος Οικονόμου αφηγείται ιστορίες που ακροβατούν στα διαρκώς μεταβαλλόμενα σύνορα μεταξύ του ορατού και του αθέατου κόσμου, ενώ εμπλουτίζει το υπόβαθρο της αφήγησης με πολυάριθμες διακειμενικές αναφορές -άλλοτε ευδιάκριτες, άλλοτε υπαινικτικές- που ξεκινούν από τα απόκρυφα Ευαγγέλια, τα μεσαιωνικά συναξάρια και τις λαϊκές διηγήσεις θαυμάτων και επεκτείνονται στον σύγχρονο μυθοπλαστικό και στοχαστικό λόγο. Έντονη, επίσης, είναι η πολυπρόσωπη και πολυφωνική παρουσία των γυναικών σε όλα τα διηγήματα της συλλογής. Οι Κόρες του Ηφαιστείου είναι ένα βιβλίο για τις γυναίκες που θέτουν σε κίνηση τα γρανάζια της ιστορίας, για τις γυναίκες που φέρνουν τη λύτρωση, ορμώμενες από την υποδόρια διαίσθηση ότι η ελπίδα ανασταίνεται πάντα τελευταία. Οι Κόρες του Ηφαιστείου είναι ένα αναστάσιμο βιβλίο. Δηλαδή ένα χαρμόσυνο βιβλίο. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)