Οι εκδόσεις Κίχλη μας προσφέρουν την έκδοση του γνωστότερου – και πιο προσιτού – στο ευρύ κοινό έργο του Ευριπίδη σε μια εύληπτη και ακριβή απόδοση-μετάφραση του Θ. Κ. Στεφανόπουλου. Δεν θα χάσουμε λοιπόν την ευκαιρία να ξετυλίξουμε την εκδοχή του μύθου που υιοθετεί ο Ευριπίδης για την από πολλές πλευρές εμβληματική μορφή της Μήδειας. Έτσι ώστε όταν, αφού έχετε διαβάσει το βιβλίο και τις εύστοχα επιλεγμένες σημειώσεις του μεταφραστή, να δείτε την παράσταση ή επι το ορθότερον να δεξιωθείτε τη διδασκαλία της Μήδειας, έχοντας επαρκείς προσλαμβάνουσες. Για να το πετύχουμε αυτό σε κάποιο βαθμό, θα καταφύγουμε και στον Νίτσε (Διόνυσος κατά Εσταυρωμένου, Γέννηση της Τραγωδίας) και στον Ευριπίδη της Χρύσας Αλεξοπούλου. Έχουμε από την μια τον σπουδαίο τραγωδό κατηγορούμενο – εν πολλοίς άδικα – από τον Νίτσε ότι εκφύλισε την αρχαία Ελληνική τραγωδία επηρεασμένος από τους Σοφιστές και τον φίλο του Σωκράτη με την αφαίρεση του Διονυσιακού στοιχείου όχι αυτούσιου, όπως αποδεικνύει στην Μήδεια, αλλά με την μορφή της αρμονικής λειτουργικής συνύπαρξης του Απολλώνειου με το Διονυσιακό στοιχείο, όπως αποδεικνύει στο opus rei του, τις Βάκχες.
Η Μήδεια η επινοητική, η μηχανευόμενη, η σχεδιάζουσα εν προμελέτη, «βουλεύουσα και τεχνωμένη», απεικονίζονται η υποκρισία, οι ευφάνταστες προφάσεις, ο εκ προμελέτης δόλος, το μίσος και η ακραία εκδικητικότητα. Ο νους δεν ελέγχει το θυμικό, αντίθετα, τίθεται σαν μηχανισμός στην υπηρεσία του αχαλίνωτου ενστίκτου. Τα ηνία παραδίδονται στην μοίρα του ανθρώπου, τον χαρακτήρα του Ηράκλειτου. Το Διονυσιακό στοιχείο ξεκινά σαν παταγώδης οργιαστικός ήχος, σαν ιαχή, κραυγή οδύνης και εξελίσσεται στην Διονυσιακή μέθη της οδύνης, της μανίας της (αυτο)καταστροφής και της (αυτό)εκμηδένισης και μάλιστα κατ’ επανάληψη, κατά συρροήν. Πρώτα ο κατατεμαχισμός του αδελφού της, μετά η δολοφονία της βασίλισσας-σειρήνας που τόλμησε να σαγηνεύσει τον σύζυγο και τέλος η παιδοκτονία, η κορύφωση του αποτρόπαιου. Η εγκατάλειψη της πατρικής στέγης και της πατρίδας, για τα οποία μέμφεται εκ των υστέρων τον εαυτό της είναι απλώς το αναπόφευκτο αποτέλεσμα μιας μάχης με τον ανίκητο στην μάχη έρωτα.
Ο Ευριπίδης τολμά να περιλάβει την παιδοκτονία και «επέτυχε με αυτήν την τραγωδία ποικίλους στόχους διαχρονικής εμβέλειας, αποκαλύπτοντας που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος και πως μπορεί να αντιδράσει, όταν βρεθεί σε οριακές καταστάσεις» γνωρίζοντας ίσως ότι αυτό θα έχει ένα μεγάλο κόστος για τον ίδιο, την στέρηση της νίκης στα τελευταία πριν από την έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου Διονύσια. Νικητής αναδείχθηκε ο γιός του Αισχύλου και η Μήδεια πήρε την τρίτη θέση! Φαίνεται ότι ούτε αυτό το υπέροχο κοινό, που έχει θαυμάσει όλος ο κόσμος για την ωριμότητα του, μπόρεσε να δικαιολογήσει και να δεχθεί έστω σαν υπόθεση εργασίας αυτήν την ανομολόγητη όσο και περιττή πράξη, ούτε η ίδια η ανήκουστη πράξη να υιοθετηθεί από τον «ξυνόν νου» ως ακραία εκδήλωση ενός ανθρώπου που, κατά την ψυχολογία, δεν έχει το ακαταλόγιστο. Ο Ιάσονας υποστηρίζει, απευθυνόμενος στην Μήδεια ότι δεν υπάρχει Ελληνίδα που να έκανε ποτέ κάτι τέτοιο, αγνοώντας – περιέργως – την ιστορία της Ινώς που σκότωσε τα δύο παιδιά της ή πήδησε μαζί τους στο πέλαγος. Ίσως όχι περιέργως αλλά επιδιώκοντας να δικαιολογήσει την ονομασία της Μήδειας ως βάρβαρης, λέξη που έχει την έννοια της έλλειψης ή απουσίας Ελληνικής παιδείας και όχι της ξένης, της μη Ελληνίδας. Το τελευταίο δίνει στον Κρέοντα το νομικό δικαίωμα να την εξορίσει εφ’ όσον δεν καλύπτεται πλέον κάτω από τα φτερά του Ιάσονα.
Η Μήδεια έχει ένα απίστευτα επιβαρυμένο παρελθόν, το οποίο περιγράφει με παρεμβολές στην ροή του έργου ο Ευριπίδης, όπου κυριαρχεί ο δόλος και η απαξίωση της ανθρώπινης ζωής ανεξάρτητα σε ποιόν ανήκει ή ποιοι ιεροί δεσμοί την συνδέουν με τα θύματα της. Αξίζει να προστεθεί εδώ η άποψη του Ευριπίδη: Ο τραγωδός θεωρούσε το «επέκεινα» σαν μια κατάσταση που διαδέχεται την εν ζωή κατάσταση. Η τελευταία μας είναι γνωστή, ενώ η διάδοχος της άγνωστη και γι’ αυτό την φοβόμαστε. Είναι σαφής η στροφή του Ευριπίδη και σε αυτό το έργο από την αναζήτηση του Είναι, της έννοιας της ύπαρξης και της ένταξης του θανάτου στην ολοκλήρωση της στην ανθρώπινη ψυχολογία και την ανθρώπινη συμπεριφορά. Η Μήδεια είναι η ακραία έκφραση του Κακού όχι σαν προϋπάρχον αλλά σαν ανθρώπινο – όπως και το Καλό – δημιούργημα πέραν της όποιας ηθικής. Η ηθική στην οποία εμείς μεγαλώσαμε θα απέρρεε από την εντολή ου φονεύσεις ή κάτι τέτοιο. Τότε το ερώτημα ήταν άλλο, όπως το εκφράζουν όλα σχεδόν τα πρόσωπα του δράματος και παραμένει το ίδιο μέχρι σήμερα: Πώς μπορεί μια μητέρα να σκοτώσει τα παιδιά που γέννησε και φρόντιζε μέχρι τότε; Ας θυμηθούμε εδώ το απεγνωσμένο ερώτημα του Καμύ για τα παιδιά: Πώς είναι δυνατόν να πεθαίνει ένα παιδί; υπονοώντας βέβαια την απουσία του Θεού.
Η Μήδεια αφιερώνει όλη της την υψηλή νοητική ικανότητα στην υπηρεσία του δόλου:
Εξαπατά τον πατέρα της και τον αδελφό της.
Σκοτώνει τον αδελφό της με μια από τις δυο εκδοχές του μύθου.
Σκοτώνει τον Πελία.
Εξαπατά συνεχώς τον Χορό (τις γυναίκες της Κορίνθου)
Εξαπατά τον Κρέοντα.
Εξαπατά τον Ιάσονα.
Εξαπατά τον Αιγέα για να εξασφαλίσει ασυλία στην Αθήνα.
Σκοτώνει την βασίλισσα-νύφη και τον Κρέοντα σαν παράπλευρη απώλεια.
Σκοτώνει τα παιδιά της.
Όλα αυτά τα σχεδιάζει και τα υλοποιεί με απίστευτη ενάργεια πνεύματος, ψυχραιμία, ευρηματικότητα και μεθοδικότητα. Αυτή η λίστα έχει σαν στόχο να υποδείξει πόσο περιττή φαντάζει η παιδοκτονία και έτσι πιθανόν να την εξέλαβαν και οι κριτές των Διονυσίων. Εξίσου σημαντική είναι και η μέθοδος που αποπνέει την δυσοσμία της ακραίας, ανείπωτης και απερίγραπτης σκληρότητας, με την οποία εξουδετερώνει δολοφονώντας κάθε άνθρωπο που θεωρεί ότι στέκεται εμπόδιο στα σχέδια της. Αυτή είναι η πρώτη φάση στην οποία δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να στηρίζει αυτό το «που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος και πως μπορεί να αντιδράσει, όταν βρεθεί σε οριακές καταστάσεις». Εδώ θα πρέπει να διακρίνουμε δύο φάσεις που διαφέρουν μεταξύ τους όσο η ημέρα με την νύχτα:
Στην πρώτη φάση, που προηγείται της αδικίας που όντως εισπράττει από τον Ιάσονα, δεν έχουμε καμία τέτοια περίπτωση απόγνωσης ή κίνησης του μηχανισμού αυτοσυντήρησης. Στην δεύτερη φάση που η Μήδεια ενεργεί υπό το κράτος της οργής αλλά και του πανικού για το μέλλον της και των παιδιών της σαν ξένης και απροστάτευτης μακριά από την πατρίδα της, δεν περιορίζει την εκδίκηση της σε μια, συνεπή προς το βεβαρυμμένο παρελθόν της, ενέργεια κατά της αντιπάλου της, που θα την περίμενε κανείς και θα την υπέμενε ασμένως χωρίς να την επικροτήσει βέβαια, αλλά ξεπερνά κάθε όριο λογικής αλλά και ανοχής. Θεωρεί τη δολοφονία των παιδιών της ως το καλύτερο όπλο εκδίκησης. Εδώ όμως ο Ευριπίδης φιλοδοξεί να μας φέρει αντιμέτωπους με το απόλυτο Κακό. Όχι αυτό που εμφιλοχώρησε στο υποσυνείδητο κατά την μακρά διαδρομή του, ούτε αυτό που επιβάλλει το τυφλό ένστικτο υπό ορισμένες συνθήκες, αλλά το εγγενές Κακό που έχει διαβρώσει την αδύναμη συνείδηση μας και εκδηλώνεται ενεργοποιώντας σαν εργαλεία όλες τις ικανότητες και αντοχές που μπορεί να έχει ένα ανθρώπινο όν. Αυτό όμως είναι πέραν του Κακού.

Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Paris X Nanterre στο Παρίσι. Είναι κάτοχος Master of Arts in Management and Administration από το Bocconi School of Management του Μιλάνου. Ως ανεξάρτητος Ιστορικός τέχνης ασχολήθηκε με την οργάνωση εκθέσεων σε γκαλερί και χώρους τέχνης με την συμμετοχή αποκλειστικά νέων καλλιτεχνών. Αρθρογραφεί ως κριτικός βιβλίου, διοργανώνει διαλέξεις για τέχνη και είναι ο ιθύνων νους πίσω από το bookfeed. Εργάζεται στο χώρο του βιβλίου και πιο συγκεκριμένα στο Nakas bookhouse της Πανεπιστημίου ως σύμβουλος βιβλίου.


