Ο Μπέκετ, δεν είναι ψυχολογικό φαινόμενο, είναι ο τυπικός άνθρωπος με υψηλή νοημοσύνη και πληθωρική συνείδηση που συναντά τον Σειληνό στο διάβα του, ο οποίος του ξεστομίζει την μεγάλη «αλήθεια»: Η ζωή δεν έχει κανένα νόημα και καλά θα κάνεις να πεθάνεις όσο πιο γρήγορα μπορείς. Και καλείται να πάρει θέση. Τίποτε περισσότερο, τίποτε λιγότερο. Δεν μπορεί να τον καταλάβει παρά μόνο ο διαβάτης που έτυχε να ακούσει την στιχομυθία γιατί η τυχαιότητα τον έφερε στην ίδια θέση και του έδωσε την ίδια δομή. Η περίπτωση του σαν ανθρώπινη ύπαρξη και ψυχοσύνθεση δεν παρουσιάζει καμία πρωτοτυπία για την επιστήμη. Η στάση του όμως, η πορεία του, ο λόγος και η έκφραση του, η επικοινωνία του με τους «έναντι», δηλαδή εμάς, το κοινό, αδιαμφισβήτητα Ναι! Η αίσθηση του «Ξένου», η προσέγγιση της έννοιας του Μηδενός όταν τον τυλίγει το κενό (Heidegger) και η άρθρωση του nothing to be done, τον οδηγούν στον καναπέ του ψυχαναλυτή σε αναζήτηση ανακούφισης. Φυσικά η επιστήμη δεν έχει απάντηση στο υπαρξιακό ερώτημα, έχει όμως συμβουλευτικό ρόλο: να σου υποδείξει να βρεις το δικό σου νόημα. Να προσπαθήσει να σε βοηθήσει να γίνεις ένας «ευτυχισμένος Σίσυφος» αν θέλεις και αν μπορείς.
Ο Μπέκετ απέδειξε ότι και ήθελε πολύ, γιατί πίστευε στην ζωή και μπορούσε να βρει ένα μονοπάτι να ακολουθήσει. Δεν ήταν εύκολο, ας μην γελιόμαστε. Έπρεπε πρώτα να κάνει τον μεγάλο συμβιβασμό: «Η ασάφεια είναι η μόνη βεβαιότητα» και μετά να αρχίσει να χτίζει πάνω σ’ αυτό το θεμέλιο: «Προσπάθησε να δεις το πράγμα στην απλότητά του, την αναμονή, το γεγονός ότι δεν γνωρίζουμε γιατί, ή πού, ή πότε, ή προς τι». Τι σημαίνει σ’ αυτήν την πρόταση αναμονή; Μα τι άλλο από το να περιμένουμε τον Γκοντό. Δεν χρειάζεται λοιπόν να εντάξουμε ντε και καλά, γιατί έτσι μάθαμε και τις πιο πολλές φορές γιατί έτσι μας συμφέρει «σε διάφορες σχολές σκέψης, σε διάφορα κινήματα και -ισμούς». Είναι απλώς ένας από τους πολλούς «ερριμμένους» που αποφάσισαν να βάλουν νόημα σ’ αυτό που δεν υπάρχει αφήνοντας το τίποτα στην ησυχία του και τον μηδενισμό σ’ αυτούς που πετάνε κάτω την ασπίδα. «Τι έχω να κάνω – τι θα κάνω στην κατάσταση που είμαι; Πώς να προχωρήσω; Με απορία απλή και γνήσια;».
Ευτυχώς για εμάς και γι’ αυτήν διάλεξε την τέχνη. Ξεκίνησε με την ποίηση, συνέχισε με την πεζογραφία αλλά αρνούμενος την επάρκεια της γλώσσας σαν μέσο έκφρασης και της έκφρασης ως γλώσσας, επέλεξε το θέατρο, διότι μόνο με τις παύσεις θα μπορούσε να εκφράσει την αναμονή, μόνο με την σιωπή θα μπορούσε να δώσει στον λόγο τον χρόνο να βρει την ροή και να δέσει τις λέξεις και μόνο με την ακινησία θα μπορούσε να μεταφέρει την απορία στο κοινό. Ο Claude Debussy είπε κάποτε ότι το πιο σημαντικό κομμάτι μιας μουσικής σύνθεσης είναι τα κενά ανάμεσα στις νότες, ρήση που εσφαλμένα αποδόθηκε στον Mozart και η οποία σηκώνει πολύ συζήτηση αλλά δεν είναι του παρόντος. Διεκδίκησε και πέτυχε να διατυπώσει αριστουργηματικά το παράλογο και να το μεταφέρει σαν βίωμα του στο επαρκές θεάμον κοινό. «Η αλήθεια, όπως και το κενό, δεν μπορούν να κατακτηθούν, αλλά μπορούμε να προσπαθήσουμε να τα περιγράψουμε, κατά βάση με μια δράση χωρίς λέξεις».
Έμεινε λοιπόν ανάμεσα μας, δεν απομονώθηκε, έδωσε την ευκαιρία στην ύπαρξη του να συμπληρώσει ένα από τα στοιχεία της ταυτότητας της στο πάρειμι, στο εδωνά. Είναι κάτι σαν τον Ροβινσώνα Κρούσο, που κατάλαβε ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί ούτε τον ίδιο του τον εαυτό εν τη απουσία των «άλλων», πόσο μάλλον την πραγματικότητα και επέδειξε την Αριστοτελική μεγαλοψυχία να απαιτήσει και να πετύχει την αναγνώριση του και της δυνατότητας του ανθρώπου να συμβιώσει με την αβεβαιότητα αναγνωρίζοντας αυτό που μας διδάσκει η κβαντομηχανική ότι τίποτε σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι, απλά συμβαίνει να είναι. Ο ίδιος λοιπόν ο Μπέκετ μας έδωσε με την πορεία του και τις γραφές του τόσα στοιχεία ώστε να τον βλέπουμε σαν ένα δικό μας άνθρωπο που τον απασχολούν τα ίδια ερωτήματα, να έχει τους ίδιους προβληματισμούς και τα ίδια αδιέξοδα με εμάς που μπορεί όμως να τα εκφράσει με τρόπο αριστοτεχνικό που εμείς δεν μπορούμε. Μπορεί στους ήρωες του να μην αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας, πράγμα που δεν φαίνεται να επιδιώκει ο Μπέκετ, όπως και ο Κάφκα, αναγνωρίζουμε όμως τον δημιουργό τους. Αναγνωρίζουμε επίσης τον Μερσώ: Να τον πλακώσουμε, να τον σκοτώσουμε ή όχι; Αδιάφορο! Αφού ολόκληρο το Σύμπαν αδιαφορεί γι’ αυτόν γιατί πρέπει να ενδιαφερθούμε εμείς;
Πώς θα αντιμετώπιζε η ψυχανάλυση έναν τέτοιον τυπικό επισκέπτη της όταν την αγωνία, τα ερωτήματα δεν τα διατυπώνει ο ίδιος αλλά το Είναι του; Όταν αυτό που τον κατακλύζει βρίσκεται έξω από τον χωροχρόνο και πέραν από το καλό και το κακό; Όταν ο συγκεκριμένος ψυχαναλυτής καλύπτεται πλήρως από το Απολλώνειο στοιχείο των ανέσεων του πολιτισμού, για να θυμηθούμε και τον υπαρξιστή Νίτσε, και δεν έχει συναντήσει ποτέ τον Διόνυσο; Φυσικά και δεν έχουμε απάντηση, απορία εκφράζουμε. Πάντως διαισθανόμαστε ότι τα Φροϋδικά στερεότυπα δεν έχουν να προσφέρουν κάτι. Ας φύγουμε λοιπόν γρήγορα από τον καναπέ για ν’ αφήσουμε τους ειδικούς να κάνουν την δουλειά τους όπως νομίζουν αυτοί και να πάμε στο θέατρο. Εκεί θα βρούμε τον Γκοντό, που δεν είναι εκεί αλλά αναμένεται εις μάτην. Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο εν δυνάμει επισκέπτης; Σε καμία περίπτωση δεν είναι ο Άλλος, διότι ο Heidegger έβαλε την ύπαρξη ή αν θέλετε την εκδήλωση της, στον χωροχρόνο, ανάμεσα στους Άλλους για την φωτίσει και απέτυχε. Αυτή παρέμεινε στον ζόφο της αβύσσου. Σε καμία περίπτωση επίσης δεν είναι το νόημα που λείπει από την ζωή μας διότι αυτό δεν είναι κάτι που περιμένουμε να πέσει από τον ουρανό αλλά πρέπει να το αναζητήσουμε και να το βρούμε μόνοι μας. Είναι αυτός που θα συμπληρώσει τα στοιχεία στην ταυτότητα της ύπαρξης μας, αυτός που θα δώσει «υπόσταση» στο Είναι μας, θα μας το αποκαλύψει. Ο Γκοντό είναι η ύπαρξη που έρχεται στο φως, γι’ αυτό και δεν έρθει ποτέ περιμένοντας αυτούς που θα βουτήξουν με περισσή τόλμη στο σκοτάδι και θα χαθούν: Κίρκεγκωρ, Πασκάλ, Καμύ, Νίτσε και άλλοι.
Το βιβλίο που συζητάμε μας δίνει πολλές πληροφορίες για να πιθανολογήσουμε μια ενδεχόμενη πορεία του Μπέκετ, την οποία περιγράψαμε σαν βάση συζήτησης και τίποτε περισσότερο. Διαβάζοντας το ο καθένας θα δώσει την δική του ερμηνεία. Το βιβλίο απευθύνεται τόσο στους «έτοιμους από καιρό» όσο – και αυτό είναι το σημαντικότερο – σε αυτούς που διάβασαν Μπέκετ ή είδαν το Περιμένοντας τον Γκοντό και προσπάθησαν να καταλάβουν τι θέλει να μας πει ο συγγραφέας. Ο Μπέκετ εγκαινιάζει ή ακολουθεί – δεν γνωρίζουμε – έναν ακραία ελεύθερο τρόπο έκφρασης, που ονομάστηκε βιαστικά θέατρο του παραλόγου. Ελπίζουμε οι καθιερώσαντες τον ορισμό κριτικοί και άλλοι αυτόκλητοι παράλογοι ειδήμονες να εννοούν τον θεατρικό λόγο που προσπαθεί να εκφράσει το παράλογο. Αν και ο ίδιος ο Μπέκετ διετέλεσε κριτικός, διαβάζουμε ότι δεν έκρυβε την απέχθεια του γι’ αυτούς. Αυτή η ελευθερία έκφρασης κινείται, όπως είναι αναμενόμενο έξω από τις γνωστές φόρμες και τους κανόνες. Γκρεμίζει τα τείχη της βολικής σταθερότητας του είναι και βγαίνει στην αβεβαιότητα του μπορεί να είναι ή συμβαίνει να είναι. Οι «έτοιμοι από καιρό» λοιπόν είναι εξοικειωμένοι με την αβεβαιότητα και το συμβαίνει, το γίγνεσθαι, την πιθανότητα και οι υπόλοιποι είναι αυτοί που πρέπει να συνηθίσουν να ζουν σε ένα Σύμπαν αδιάφορο όπου «έτυχε» να γεννηθούν, όπως υποστηρίζει η φυσική των μικροσωματιδίων απαντώντας στο πρωταρχικό θεμελιώδες οντολογικό ερώτημα του Leibnitz «Γιατί τα όντα και όχι το τίποτε;» Η απάντηση που δίνει η Φυσική σήμερα τουλάχιστον: Γιατί έτσι έτυχε. Άρα Ο Γκοντό δεν θα έρθει ποτέ, γιατί δεν υπάρχει τίποτε που θα έρθει. Εμείς όμως θα τον περιμένουμε μαζί με τον Μπέκετ, η αναμονή προσθέτει στο νόημα.



