Παραμένει ο μέγας δάσκαλος της κωμωδίας, εκείνον που ακολούθησαν σπουδαίοι επίγονοί του και από τον οποίο εμπνεύστηκαν τα έργα τους προσωπικότητες όπως ο Μολιέρος, ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Πιραντέλο, ο Τσέχοφ, ο Μπωμαρσαί, ο Σαίξπηρ και τόσοι άλλοι. Ήταν ο πρώτος, τουλάχιστον για τον δυτικό κόσμο, ο οποίος όντας σε μια εποχή με έντονη κοινωνική και πολιτική ζωή κατάφερε να εγχύσει στα έργα του εκείνη την σπιρτάδα, την ζωντάνια και την καυστικότητα ώστε να διασκεδάσει από τη μία τους Αθηναίους ενώ παράλληλα να καυτηριάσει ανοιχτά τα πεπραγμένα των εχόντων την εξουσία και τη δύναμη. Σε κάθε εποχή ο πολιτικός λόγος έχει και τον αντίλογο, έχει εκείνον που με αιχμηρό λόγο μπορεί και ασκεί κριτική με γνώμονα το συμφέρον της πόλης και του κράτους. Ο Αριστοφάνης και οι μετέπειτα επίγονοί του έμειναν στην ιστορία γιατί ο λόγος τους ήταν καίριος και αναγκαίος, γιατί λειτουργούσε πέρα και πάνω από σκοπιμότητες, γιατί ήταν αυθεντικός και επικριτικός χωρίς να είναι προσβλητικός. Ο Θανάσης Λάλας και ο Σταμάτης Κωνσταντινίδης για μια ακόμα φορά αιχμαλωτίζουν τον αναγνώστη και τον καθιστούν θεατή σε μια φανταστική συνομιλία, από την οποία όμως προκύπτουν τόσα πολλά ενδιαφέροντα ζητήματα, ζητήματα επίκαιρα και ζωντανά στο τώρα.
Μια συνομιλία με τον κορυφαίο του χορού της κωμωδίας, τον πρώτο διδάσκαλο της σάτιρας
Υπάρχουν πρόσωπα που το πνεύμα τους διατρέχει τους αιώνες και δεν παύουν όσα χρόνια και αν περάσουν να μας επηρεάζουν με την σκέψη τους και την φιλοσοφία ζωής τους. Η σειρά Πίνοντας καφέ με σημαντικά και σημαίνοντα πρόσωπα – Σωκράτης, Πλάτωνας, Θουκυδίδης και Αριστοτέλης – καταφέρνει μέχρι στιγμής να μας κεντρίζει το ενδιαφέρον και να γεφυρώνει το χάσμα του χθες με το σήμερα και το αύριο. Ο φανταστικός διάλογος με τον Αριστοφάνη είναι η απόδειξη πως πρόσωπα ιστορικά μπορούν και σήμερα να συνεισφέρουν μέσα από την σοφία τους, αποδεικνύεται πως ο λόγος τους δεν παύει ποτέ να είναι διαχρονικός και ζωντανός σαν να μην πέρασαν όχι 2500 χρόνια αλλά ούτε μία μέρα. Τι οδήγησε τον Αριστοφάνη να γράψει τους Αχαρνής και τους Ιππής, τι ήταν εκείνο που τον κατέστησε ανεπιθύμητο στην εποχή του και γιατί ο κωμωδιογράφος είναι απαραίτητος στις κοινωνίες; Αυτά και άλλα ερωτήματα απαντώνται με ευστροφία, δεξιοτεχνία και χιούμορ μέσα από έναν διάλογο σπαρταριστό και ευφυή.
Ο Θανάσης Λάλας στην εισαγωγή του βιβλίου αναφέρει ως «ο σατιρικός ποιητής δεν είναι διασκεδαστής. Είναι ένας επικίνδυνος ανατόμος της κοινωνίας. Πίσω από κάθε μεγάλο σατιρικό ποιητή κρύβεται πάντα μια βαθιά απογοήτευση για την άνευ όρων παράδοση του ανθρώπου στην εξουσία, αλλά ταυτόχρονα και μια κρυφή ελπίδα ότι ο άνθρωπος, αν δει καθαρά τη γελοιότητά του, ίσως αποφασίσει κάποτε να γίνει καλύτερος…». Ο Αριστοφάνης υπήρξε πράγματι ένας εμβληματικός χρονικογράφος, ένας κωμικός ποιητής που τα έβαλε με όλους εκείνους που επιβουλεύονταν το καλό της πολιτείας, εκείνης της οποίας το καλό υπερασπιζόταν και ο Πλάτωνας στη δική του αντίληψη για την Πολιτεία. Ο Αριστοφάνης ήταν ιδιαίτερα καυστικός, επικριτικός και αβυσσαλέος με όσους απειλούσαν το κοινό καλό και για τα όσα έγραφε στα έργα του δέχτηκε τα βέλη τους. Αυτή όμως ήταν και η επιτυχία του, το γεγονός δηλαδή πως ενοχλούσε τους άρχοντες της εποχής, οι οποίοι κοιτούσαν μόνο το προσωπικό τους συμφέρον και περιθωριοποιούσαν τους απλούς πολίτες. Ο Σταμάτης Κωνσταντινίδης από την πλευρά του αναφέρει πως «Αυτός είναι ο Αριστοφάνης, ένας ποιητής σπουδαίος για την γενναιότητά του, που αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στην τέχνη του κι έκανε σκοπό της ζωής του να αποκαλύπτει με τον πιο ωμό και δηκτικό τρόπο την υποκρισία, τις αδυναμίες και τα ελαττώματα της κοινωνίας και των πρωταγωνιστών της χωρίς να λογαριάσει ποτέ κανένα κόστος».
Ο Αριστοφάνης έζησε σε μια περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη και μεταβατική καθώς ο Περικλής είχε πεθάνει από τον λιμό και στα πράγματα της Αθήνας βρέθηκε να κυβερνά ο Κλέων, ο αλεπόσκυλος όπως τον επονομάζει, ένας άθλιος πολιτικός, αυταρχικός, δημαγωγός και ιδιαίτερα βίαιος. Ο Αριστοφάνης λοιπόν ήταν ιδιαίτερα δηκτικός προς το πρόσωπό του γιατί αυτό που τον ένοιαζε ήταν να υπερασπιστεί το δίκαιο και όχι να γίνει αρεστός. Αυτό του κόστισε μηνύσεις εκ μέρος του Κλέωνα γιατί ουσιαστικά τον ξεμπρόστιασε και τον εξέθεσε, κάτι που ο ίδιος το υπέστη με σωκρατική υπομονή. Το έργο του Αχαρνής, το οποίο γράφτηκε το 425 π.Χ. είναι ένα ράπισμα προς τον πόλεμο, μια σφοδρή κριτική στους πολεμοχαρείς, κάτι που πολύ αργότερα θα μας θυμίσει και ο Πωλ Βαλερύ με την δική του ρήση. Ιππής, Λυσιστράτη, Ειρήνη, Εκκλησιάζουσες είναι μόνο μερικά από τα έργα που γνωρίζουμε σήμερα – κάποια σίγουρα χάθηκαν στο διάβα του χρόνου – είναι έργα που μιλάνε μέσα στους αιώνες, τότε που το θέατρο αποτελούσε μέσο διαπαιδαγώγησης των ανθρώπων, ήταν ένα μέσο μόρφωσης και ένα μέσο εκπολιτισμού.
Εκτός από κορυφαίος συγγραφέας και ποιητής, ο Αριστοφάνης ήταν ένας γνώστης της ανθρώπινης φύσης και ένας στοχαστής που συλλογιζόταν με επιμονή για τα όσα απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο. Οι απόψεις του μας παραδίδονται μέσα από τα έργα του και στην φανταστική ερώτηση που του τίθεται «πώς είναι κανείς ευτυχισμένος;» εκείνος απαντά με απλότητα και αμεσότητα, αυτό που ουσιαστικά επιζητά ο άνθρωπος είναι η ασφάλειά του, να έχει εργασία από την οποία να βιοπορίζεται, να περνά όσο μπορεί καλύτερα, να τραγουδά και να ερωτεύεται. Προκύπτει λοιπόν πως οι ανάγκες του ανθρώπου αρχαιόθεν είναι απλές και λιτές, στη σημερινή εποχή όμως του άκρατου καταναλωτισμού ο άνθρωπος έχει δημιουργήσει τεχνητές ανάγκες που τον καθιστούν ανελεύθερο και έρμαιο ενός συστήματος εντελώς ξένο προς αυτόν. Ο Αριστοφάνης μέσα από το βιβλίο αυτό μας καλεί να ξαναδούμε το περιβάλλον γύρω μας, να αναστοχαστούμε εαυτούς και να κατανοήσουμε το νόημα της ζωής που αξίζει.
«Όλοι μας είμαστε αδύναμοι, σαν τα φύλλα που τρεμοπαίζουν, πλάσματα εύθραυστα, από πηλό, έτοιμοι να ραγίσουμε και να σπάσουμε, να γίνουμε χίλια κομμάτια κάθε στιγμή, εφήμεροι, σκιώδη φαντάσματα, ονειροφαντασιές που έλεγε ο αγαπημένος μου Πίνδαρος, εικελόνειροι»



